Πηγή : Ανθολογία Ευβοέων Ποιητών Ανδρέα Σ. Ιωάννου-1958
(Ανέκδοτο)
Στό γρίππο
Ε, γειά... Χουγιάχτε νὰ ξυπνήσει ή χαραυγή. Τεμπέλικα κοιμάται ἀκόμα πίσω ἀπὸ τὸ βράχο.. Τις δολερὲς ἀγκαλιές τοῦ γρίππου ἂς μάσουμε. Τὰ μάτια σας, παιδιά, στὸ σάκκο, τὸ νοῦ μας στὸ ψωμί μας ! Ε, γειά... Πάνωθε τάσπρο φεγγάρι κλαίει τὸ θάνατο τῆς
νύχτας. Δείρτε τὸ κῦμα μὲ τις φτέρνες· νὰ σᾶς νοιώσει ἀφέντες πὰς στὴ σμαραγδένια χαίτη του. Σπιρουνιάστε τὰ καπούλια του νὰ φρυάξει ὡς τὸ λιμάνι. Κι' ἀπέ γεῖρτε τὴ ράχη στὴν ἀμμούδα. Φᾶτε. Πιῆτε μὲς ἀπ᾿ τοῦ κοχυλιοῦ τὴν παστρικάδα. Κλέψτε ἀπ᾿ τὴν ἄχνα τοῦ πρωϊοῦ μιὰ στάλα νύστα, παληκαράκια μου.. "Οφιος ἀποσταμένος τὸ κουπὶ θὰ κοιμηθεί, θὰ ροχαλίσει ἡ ἀρκάνα στο πλευρό μας.Τόνειρό μας θὰ χαζέψει πάνου ἀπὸ τ' ἀκρογιάλια ὅπου οἱ ἐλπὲς ἀνάμεσό τους τὸ χῶμα και τὴν αύρα μοιράζονται μὲ δίκια μοιρασιά. Εκκρεμές τὸ κατάρτι τῆς ψαρόβαρκας σ' ίσες μπουκιές λιανίζει τὴ χαδιάραν ώρα.. Ε, γειά.. Το μεγάλο στόμα τοῦ ἥλιου χασμουριέται ! Τεντωθεῖτε μὲς το κόκκινο χνώτο του. "Ας φορτωθοῦμε τα χρυσά πανέρια μας κι' ἐμπρός.. Εμπρὸς ν' ἀνηφορίσουμε γιὰ τὸ χωριό.
(Ανέκδοτο)ὠδὴ στὴ νύχτα
Τὸ φῶς ἀμάρτησε πολύ – κάθε ματιά του και φιλί
μα τώρα ἀνάξια καταγῆς – κρύος λεκές – πεθαίνει..
Στο χώμα τρέχει ἡ ἀνατριχίλα.
Πένθος σκουραίνει τὴν καρδιά.
Το ἑσπέριο ἀγέρι ἀπὸ τὰ φύλλα
κρεμιέται ἀργό. Λιγοθυμάει.
Στὸν ἐσπερνὸ τὸ μακρυνό πάσα πνοὴ ἄς σχωρνάει
τὸ φῶς π' ὀργίασε καὶ πέθανε καὶ πάει..
ὠδὴ στὴ νύχτα



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου