Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Γιάννης Ανδρίτσος (1923- ): Ποιητής - Γιάλτρα Αιδηψού






Πηγή : Ανθολογία Ευβοέων Ποιητών Ανδρέα Σ. Ιωάννου-1958

(Ανέκδοτο)

Στό γρίππο

Ε, γειά...
Χουγιάχτε νὰ ξυπνήσει ή χαραυγή.
Τεμπέλικα κοιμάται ἀκόμα πίσω ἀπὸ τὸ βράχο..
 
Τις δολερὲς ἀγκαλιές τοῦ γρίππου ἂς μάσουμε.
Τὰ μάτια σας, παιδιά, στὸ σάκκο,
τὸ νοῦ μας στὸ ψωμί μας !
 
Ε, γειά... Πάνωθε τάσπρο φεγγάρι κλαίει
 τὸ θάνατο τῆς νύχτας.
 
Δείρτε τὸ κῦμα μὲ τις φτέρνες· νὰ σᾶς νοιώσει
ἀφέντες πὰς στὴ σμαραγδένια χαίτη του.
Σπιρουνιάστε τὰ καπούλια του νὰ φρυάξει
ὡς τὸ λιμάνι.
 
Κι' ἀπέ γεῖρτε τὴ ράχη στὴν ἀμμούδα. Φᾶτε.
Πιῆτε μὲς ἀπ᾿ τοῦ κοχυλιοῦ τὴν παστρικάδα.
Κλέψτε ἀπ᾿ τὴν ἄχνα τοῦ πρωϊοῦ μιὰ στάλα νύστα,
παληκαράκια μου..
 
"Οφιος ἀποσταμένος τὸ κουπὶ θὰ κοιμηθεί,
θὰ ροχαλίσει ἡ ἀρκάνα στο πλευρό μας
.
Τόνειρό μας θὰ χαζέψει πάνου ἀπὸ τ' ἀκρογιάλια
ὅπου οἱ ἐλπὲς ἀνάμεσό τους τὸ χῶμα και τὴν αύρα
μοιράζονται μὲ δίκια μοιρασιά.
 
Εκκρεμές τὸ κατάρτι τῆς ψαρόβαρκας
σ' ίσες μπουκιές λιανίζει τὴ χαδιάραν ώρα..
 
Ε, γειά..
Το μεγάλο στόμα τοῦ ἥλιου χασμουριέται !
Τεντωθεῖτε μὲς το κόκκινο χνώτο του.
 
"Ας φορτωθοῦμε τα χρυσά πανέρια μας
κι' ἐμπρός..
Εμπρὸς ν' ἀνηφορίσουμε γιὰ τὸ χωριό.



(Ανέκδοτο)

ὠδὴ στὴ νύχτα

Τὸ φῶς ἀμάρτησε πολύ – κάθε ματιά του και φιλί
μα τώρα ἀνάξια καταγῆς – κρύος λεκές – πεθαίνει..
Στο χώμα τρέχει ἡ ἀνατριχίλα.
Πένθος σκουραίνει τὴν καρδιά.
Το ἑσπέριο ἀγέρι ἀπὸ τὰ φύλλα
κρεμιέται ἀργό. Λιγοθυμάει.
Στὸν ἐσπερνὸ τὸ μακρυνό πάσα πνοὴ ἄς σχωρνάει
τὸ φῶς π' ὀργίασε καὶ πέθανε καὶ πάει..

..........................

Τῆς πολιτείας τὰ λαμπιόνια στάξανε
ὑγρὴ τὴ νύστα τους στα καλντερίμια.
Τοῦ πεζοδρόμιου δαρμένα αγρίμια,
οἱ γυναῖκες τις ἐλπίδες τους ρημάξανε
κι' οὔτε ποὺ ντύσαν τῆς καρδιᾶς τὴ γύμνια
ὅσο κι' ἄν ψάξανε..

Ὁ ἀλήτης πάτησε γυμνή τη φτέρνα του
μάσησε αγάλι ένα στραγάλι,
κρύφτηκε, κούρνιασε καὶ ὀνειρεύτηκε..
Καὶ στὰ κουρέλια του ἦρθε καὶ μπλέχτηκε
ένας ξυπόλητος Χριστός,
ὄμορφα ἁπλός, μοναχικός
σὲ μιὰ ζεστὴν ἀγκάλη.

..........................

Νάναι ὁ βοριᾶς ποὺ πηλαλάει τη νυχτερίδα
τι μιὰ κατάρα ἀρχαία τὴν κυνηγά;
‘Η ή κουκουβάγια, που στενάζοντας ξηγά
τὶς προφητείες τοῦ Χάρου καὶ τὰ μάγια;
 
Σὰ θυμηθοῦν τὴ θαλπωρή τῶν κρεβατιών τους
ἴσκιοι οἱ νεκροὶ στις κάμαρες θα μπούνε.
Πάνω απ’ τοὺς κοιμισμένους θὰ σταθοῦνε
καὶ μὲ θηλειές θὰ δέσουνε τὰ στήθεια..
Κι ἀνάμεσα απ’τὸν ὑπνωμένο νοῦ θὰ στάξουν
μὲς στις ψυχές, που πάντοτε άγρυπνοῦνε
σὰ μιὰ προαίστηση, τὴν κρύα ἀλήθεια.
 
Θὲ νὰ λουφάξει το σκυλί ποὺ ἀλύχτα..
Οἱ ἀλαφροπάτητοι θὰ τιναχτοῦνε
κι' ἄρπα στὰ νεῦρα τους θα παίξει ἡ νύχτα...

.......................... 

Κολυμπάει μὲς στὸ κῦμα τ' ἀστέρι
κι' ἀναλυέται ασημένια σοδειά
καὶ σκορπιέται πάς στὴν ἀμμουδιά.
Δυό ψυχές, δυὸ κορμάκια ἐκεῖ δά,
μὲ λαχτάρα τοῦ ἀπλώνουν τὸ χέρι
μὰ στὰ δάχτυλα λυώνει τ’ ἀστέρι,
τὸ νερὸ κι' ἡ χαρά..
 
Στο παράθυρο ή κόρη γερμένη
τὸ νυχτιάτικο ρόδο χαϊδεύει.
Στὴν ψυχὴ καὶ στὸ λούλουδο αντάμα
 τὶ θάμα –
ἡ παρθενιὰ ἑτοιμοθάνατη ρεύει.
Τῆς ἀγνότης ὁ κρύφιος σπασμός
πεθαμός εἶναι. "Ας είναι γλυκός.

..........................

Ξάφνου πορφύρινη πληγή
κουνάει τὰ τσίνουρα ἡ Αὐγή!..
Καὶ τότε ὠϊμέ...

Πλάσματα ἀχάριστα τὰ ζωντανὰ θὰ στασιάσουνε..
θα ξεμουδιάσουν ἀπ' τὴ σκοτεινιά κι᾿ ὅλα μεμιᾶς
– έξαλλα ζούδια και θριαμβικά –
θὰ σχίσουν τὸ μαγνάδι τῆς νυχτιᾶς
ποὺ τὰ νανούρισε καὶ τ᾿ ἀποκοίμισε..
 
Θὰ καυχηθοῦν ψηλὰ στὸ φράχτη οἱ πετεινοί
τοῦ νέου πολέμου φανφαρόνοι σαλπιχτάδες
καί : Επίθεση, θὰ κράξουνε, Ἐπίθεση..
Διώχτε τη Νύχτα καὶ πληγῶστε τὸ σκοτάδι.
 
Καὶ τότε βόλια θὰ χυθοῦνε οἱ κορδαλοί,
θὰ κόψουνε τὰ σύνεφα νὰ καταπιοῦνε
τις πρώτες στάλες ἀπ' τὸ φῶς..
 
Στριγγός ἀπ᾿ τὰ ἐγερτήρια ὁ ἀχός
κι' ἀπ᾿ τις καμπάνες ποὺ στὸν ὄρθρο ἀναριγοῦνε
– πίστη κι' ἀνάβλεψη θολή –
κι' ἀπό τὴ μαύρη φάμπρικα ὁ καπνός :
᾿Ανατολή !. θὰ διαλαλοῦνε.. ᾿Ανατολή !

..........................




                   


Δεν υπάρχουν σχόλια: