Θανάσης Αγγέλου: γεννήθηκε στη Χαλκίδα (03/09/1944) και μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία. Αποφοίτησε από το Σμαράγδειο και σπούδασε θέατρο στην Αθήνα στη σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη. Έλαβε μέρος και συμπρωταγωνίστησε σε αρκετά κινηματογραφικά και θεατρικά έργα.
Το 1975 πηγαίνει στην Ιταλία και σπουδάζει σκηνοθεσία κινηματογράφου στην UNEVERSITA INTERNAZIONALE DEGLI STUDI SOCIALI στην Ρώμη. Συνεργάστηκε με πολλούς παραγωγούς όπως με Μάριο Τσέκι Γκόρι, Φατσένα, Τζόβινε, Οβίδιο Ασονίτι, Ρομέο Ασονίτι. Με τους σκηνοθέτες Felini, Damiano Damiani, Οtoni, Luigi Cozzi, Guerrieri. Tο 1976 συνεργάστηκε με τον Ovidio Assoniti για την προετοιμασία του κινηματογραφικού έργου «The last concert» με τους Richard Johnson και Pamela Villoresi. Συνεργάστηκε με τους ηθοποιούς Κλαούντια Καρτνινάλε, Αλμπέρτο Σόντι, Ανί Ζιραντό, Φέμι Μπενούσι, Βιτόριο Γκάσμαν, Αντονέλα Λουάλτνι.
Το 1977 η καλλιτεχνική πολιτιστική ένωση της Ρώμης του απένειμε μαζί με τον Βιτόριο Γκάσμαν το βραβείο Checco Durante για τη διάκρισή τους στην ιταλικό κινηματογράφο. Έναν έπαινο για την ταινία La bravata. Το 1978 τιμήθηκε με το βραβείο Pericle d’ oro στην ταινία «Questo si che e un amore» και το 1979 του απονεμήθηκε από τον Ιταλικό τύπο το βραβείο Nouova Emponta. Το 1978 εμπνεύστηκε την ίδρυση της ιταλοελληνικής συμπαραγωγής. Μαζί με τον Διονύσιο Σπηλιωτόπουλο (σύμβουλος παραγωγών) έφεραν σε επαφή την καλλιτεχνική πολιτιστική ένωση της Ρώμης, «Υπουργείο πολιτισμού» με τον υπουργό βιομηχανίας της Ελλάδος κ. Κονοφάγο και υλοποιήθηκε η πρώτη συμπαραγωγή Μάριο-Τσέκι Γκόρι και Γκρέκα Φιλμ, με την ταινία που γυρίστηκε στη Ρόδο. Αλλά οικονομικές διαφορές σταμάτησαν την προσπάθεια.
Το 1980 επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δημιουργεί την διαφημιστική εταιρία Α-Αρτ και το 1989 τον ραδιοφωνικό σταθμό «Ευβοϊκό κανάλι», όπου έγραψε και παρουσίασε έως και το 2012 δεκάδες κοινωνικές εκπαιδευτικές, κωμικές και δραματικές εκπομπές.
● «Φανή», με Κώστα Χατζηχρήστο και Ντίνο Ηλιόπουλο
Δίδαξε υποκριτική στη σχολή Κωστή Μιχαηλίδη.
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Στον κινηματογράφο έπαιξε στις ταινίες:
● «Τζούμ ταρατατζούμ» του Τζέημς Πάρις
● «Kαυτή εκδίκηση» του Τζέημς Πάρις
● «Η δίκη των δικαστών» Φίνος Φιλμ
● «Δικτάτωρ καλεί Θανάση» Φίνος Φίλμ
και στην τηλεοπτική σειρά «Τα δίχτυα της Αράχνης» Τζέημς Πάρις.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣΕ
● «Πέρσες»
● «Αντιγόνη»
● «Ω τι κόσμος μπαμπά»
● «Ντάικ»
ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ
Το 1965 δημοσιεύονται διηγήματα και ποιήματα του σε περιοδικά και εφημερίδες, ενώ το 1975 γράφει την πρώτη ποιητική συλλογή «Συλλαβίζοντας» .Το 1977 το σενάριο για τον Ιταλικό κινηματογράφο «Αντίστροφη μέτρηση». Ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Ενάτη Ημέρα» και δυο θεατρικά έργα, το «Κονιάκ μετά την καταιγίδα» και το «Παγίδα για όνειρα» καθώς επίσης και τα μυθιστορήματα «Το κουμπί», «Εφιαλτικός παράλληλος» και «Βρόμικος ποταμός» σε συνεργασία με τον Νικόλαο Μεταλληνό. Το 2012 γράφει το μυθιστόρημα «Ο ήχος των τενεκέδων» και ακολουθούν «Το πέταγμα της πεταλούδας», «Πειρασμός και σωτηρία» και το θεατρικό «Έσχατο όριο».
Από την «Ενάτη Ημέρα»
"Βουτηγμένος μέσα στο αχανές περιβόλι της Εδέμ, δίχως τα όρια της αρχής και του τέλους, αναρωτιέσαι πώς και πού πρέπει να διαβαίνεις. Γιατί όποιος στο βρόντο περπατεί, ή λάσπες, ή είναι γνωστό τι άλλο μπορεί να πατεί.
Και το δίλημμα αντιπαλεύει μέσα σου, σε ποιους πειρασμούς πρέπει να ενδώσεις, και ποιους να αποφύγεις. Γιατί ο γλυκός είναι απαγορευμένος, και ο πρέπον άνοστος. Η παράδοση υπαγορεύει στον κανόνα, και ο κανόνας επιφορτίζει με άγραφους νόμους τη συνειδήση, να ξυπνά ερινύες στο παραπάτημα.
Αυτές οι σκέψεις σε σπρώχνουν να αραδιάζεις γραμμές και να αναρωτιέσαι αν οι κανόνες, είναι μέσα στο παιχνίδι της αλλοτρίωσης, ή τα κριτήρια είναι ανάλογα με πού και ποιος τα υιοθετεί."
Η "Λυσίκομος Εκάβη" γράφτηκε στην Κύμη το 1949 και παρουσιάστηκε πρώτη φορά ως βιβλίο από τα "Πειραϊκά Χρονικά" το 1951, με τις διακοσμητικές ξυλογραφίες της Βάσως Κατράκη, που κοσμούν και την τωρινή έκδοση μαζί με άλλες που χάρισε στον συγγραφέα και βρέθηκαν στο αρχείο του. Η πρώτη αυτή έκδοση μεταφράστηκε γαλλικά από τη συγγραφέα Claire Sainte - Soline και παρουσιάστηκε με εφτά συνέχειες στα "Lettres Francaises" με τον τίτλο "Hecube Echevellee" χάρη στη φροντίδα του Λουί Αραγκόν. Η ίδια μετάφραση κυκλοφόρησε ως βιβλίο από τις εκδόσεις "Bernard Grasset", του Παρισιού το 1961.
Από τότε το κείμενο αυτό αναπλάστηκε από τον συγγραφέα και με τη νέα του μορφή παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις "Διογένης" με επιμέλεια ύφους του Κ. Κουλουφάκου το 1971.
Θανάσης Αβέλλιος: Από τους πλέον αξιοσημείωτους Ευβοείς ποιητές.
Γεννήθηκε το 1924 στην Ιστιαία Ευβοίας. Σπούδασε Νομικά. Η ποίηση του επιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή. Ο τόπος του, που τον αγαπά, η φύση, οι ανθρώπινες φάσεις της ζωής του, τροφοδοτούν τις εμπνεύσεις του, μεστές από μια διαυγή στοχαστικότητα. Κυρίως όμως, στο υπόστρωμα, ρέει η ελληνική αρχαιότητα, με το πνεύμα της και τη δρόσο της, που δίνει στην ποίηση του μια ατμόσφαιρα από την Παλατηνή Ανθολογία. Η βαθειά ιστορική και φιλολογική γνώση του τον επικουρούν σ' αυτό, επιτρέποντας συγχρόνως να τεχνουργεί μια ιδιότυπη γλώσσα. Το γλωσσικό υλικό του συντίθεται, αισθητικά ελεγχόμενο, από την πρόσμιξη δημοτικής, καθαρευούσης και αρχαίας.
(Ανθολογία Περάνθη τόμος 5 σελ.584)
Εργογραφία:
" Ο μετημφιεσμένος καιρός " 1957, " Η πένθιμη δόξα" 1959, " Το βιός του απολύτου " 1976, «Έπαθλα και Χάριτες» 1985, " Αυλός ο εγκάρδιος " 1995, " Φωταψία του πυρήνος των μύθων " 1996,
Επίσης:
" Οι ποιηταί της Ιστιαίας : Κώστας Ζαμπούνης 1880-1954, Άγγελος Δρόσος 1896-1966, Νίκος Λίσβας 1899-1933 /" 1990
Το ποίημα συγκροτείται ως εσωτερικός μονόλογος μακράς πνοής, όπου η πόλη λειτουργεί όχι ως απλό σκηνικό, αλλά ως αντίπαλο υποκείμενο της ζωής του ομιλητή. Από τον πρώτο στίχο, η σχέση δηλώνεται ως δεσμός «γηγενής», δηλαδή οργανικός, σχεδόν μοιραίος. Η πόλη και ο βίος του ποιητικού υποκειμένου συνυφαίνονται σε μια κοινή χρονικότητα πενήντα ετών, χωρίς όμως αμοιβαιότητα: η πόλη παραμένει αμετάβλητη, ενώ ο άνθρωπος φθείρεται.
Η βασική ιδέα του ποιήματος είναι η στασιμότητα μέσα στη διάρκεια. Παρότι τα «νέα» συνυπάρχουν με τα «παλαιά», τίποτε ουσιαστικά δεν αλλάζει. Η επανάληψη των ίδιων ανθρώπων, των ίδιων στροφών των δρόμων, των ίδιων αφίλιωτων πλατειών δημιουργεί την αίσθηση ενός κλειστού κυκλώματος. Ο αστικός χώρος δεν εξελίσσεται· αναπαράγει τον εαυτό του, εγκλωβίζοντας όσους τον κατοικούν. Η πόλη γίνεται έτσι μηχανισμός επανάληψης και όχι ιστορικής κίνησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ηθική διάσταση του λόγου. Το ποιητικό υποκείμενο παρουσιάζεται ως άνθρωπος που έζησε «ἔντονη ζωή» χάριν της πόλης, όχι παθητικά αλλά αγωνιστικά. Η σύγκρουση με «καθάρματα», η εμμονή στο καθήκον, η μάχη για τα «ὀρθά, ἔντιμα καὶ ὠφέλιμα» συγκροτούν ένα ήθος ενεργού πολίτη. Ωστόσο, η ανταμοιβή δεν είναι η δικαίωση, αλλά η κόπωση, οι ύβρεις, ο προπηλακισμός. Η πόλη δεν λειτουργεί ως κοινότητα αξιών, αλλά ως χώρος ηθικής φθοράς.
Στο δεύτερο μισό του ποιήματος, η σχέση με την πόλη αποκτά σχεδόν παρανοϊκή ένταση. Τα κτίρια προσωποποιούνται και εμφανίζονται ως απειλητικές οντότητες που επιχειρούν να συνθλίψουν τον ομιλητή. Η εικόνα αυτή δεν παρουσιάζεται ως αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως συνειδητοποιημένη παραισθητική εμπειρία. Η αυτογνωσία του υποκειμένου («παραισθήσεις εἶν᾿ αὐτὰ καὶ τὸ γνωρίζω») δεν αναιρεί τη βιωματική αλήθεια του φόβου· αντίθετα, την ενισχύει. Η πόλη δεν χρειάζεται να επιτεθεί πραγματικά· αρκεί η αίσθηση της διαρκούς πίεσης.
Η τελική κρίση είναι αμείλικτη: η πόλη «δὲν ἔχει ἐμπειρίες, τίποτε δὲν αἰσθάνεται». Εδώ συμπυκνώνεται η υπαρξιακή τραγωδία του ποιήματος. Ο άνθρωπος βιώνει, παλεύει, θυμάται, φθείρεται· η πόλη παραμένει αδιάφορη και ανοικτίρμων. Δεν ανταποδίδει ούτε τον αγώνα ούτε τη μνήμη. Η ασυμμετρία αυτή καθιστά τον δεσμό όχι απλώς άδικο, αλλά οντολογικά άνισο.
Σε δοκιμιακό επίπεδο, το ποίημα λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στην εμπειρία της μακρόχρονης κατοίκησης: η πόλη που δεν αλλάζει δεν είναι απλώς στάσιμη, αλλά απορροφά τον χρόνο των ανθρώπων χωρίς να μετασχηματίζεται από αυτόν. Ο ομιλητής δεν ζητά εξιδανίκευση ούτε φυγή· ζητά απαλλαγή. Η επιθυμία αποδέσμευσης δεν είναι φυγομαχία, αλλά ύστατη πράξη αυτοσυντήρησης απέναντι σε έναν χώρο που εξάντλησε κάθε δυνατότητα ανταπόκρισης.
Έτσι, «Η πόλις που δεν αλλάζει» αναδεικνύεται σε ποίημα βαθιάς αστικής απογοήτευσης, όπου η μνήμη, η ηθική στράτευση και η προσωπική φθορά συγκρούονται με την απρόσωπη ακινησία του χώρου. Η πόλη δεν είναι εχθρός από πρόθεση· είναι εχθρός από αδιαφορία. Και αυτή ακριβώς η αδιαφορία συνιστά τη σκληρότερη μορφή βίας.
Ήρθα καθώς ὁ κεραυνός που μια γαλήνη ἐτάραξεν ἀστείρευτη, ἀταλάντευτη μέσ'
στῶν καιρῶν τὸ διάβα κι ἀπόμεινα ὁ διαφεντευτής στα τωρινά, στα μέλλοντα δρόσος
στὰ ἔθνη, ἀναπαμός μα και πυρίπνοη λάβα.
Βρήκα σκληρούς στο δρόμο μου κάποιους μεγάλους ἄνακτες, ἄνδρες ποὺ καὶ
στοχάστηκαν βουβά νὰ μὲ ἐμποδίσουν κι ἀνίκητος ἐθώρησα, ὦ, τα μεγαλεπήβολα σχεδιάσματά τους κι όνειρα ποὺ ἀκέρια πᾶν νὰ σβήσουν.
Μελετητής ἐπέρασα πρὸς τῆς ᾿Ασίας τα χώματα κι ένθρονος καταστάθηκα στη γὴ
τῶν Σουμερίων με κέντησε ἡ ἀπνοια καποίας ἐρήμου ποὺ ἀπραγη, ἔμοιαζε καθώς
ἄβουλος φρουράρχης κεντυρίων.
Δαυΐδ νοερά με κέρδισαν οἱ ψαλμικές σου ἀποστροφές, ὅμως κι ἀποδειχτήκανε
μονομερῶς ἱουδαῖες· Μόνο μιᾶς χώρας μὲ ἄγγιξε τὸ ἀνώτερο καί πιότερο, μέγας,
πολύβιος ἀμητός που συγκομοῦν οἱ Ἰδέες.
Μὲ τοῦτες συγχρωτίζομαι ὡς εἶναι πανανθρώπινες κι ἐπί παντός τοῦ ἐπιστητοῦ· τὸν ἀκηράσιον οἶνον κερνώντας στα ποτήρια τους πού ὑπερηφανεύωνται: Εἴμαστε ὁμήρειο καύχημα στο γιόρτος τῶν Ἑλλήνων.
Μὲ αὐτές κι ἐγώ πῆγα παντοῦ κήρυκας κι ολομόναχος· ὦ πάτριο χῶμα τῆς ἱερῆς, φιλτάτης Παλαιστίνης· κι ἀθέατος κι ἀσώματος τὰ θεϊκά τούς πίστωσα κι ὅσα με προβλημάτισαν στο ἄγχος τῆς εὐθύνης.
Ναί, εἶχα πολλούς ἀγῶνες μέσα μου ὡς ἐξερεύνησα, τήν δαιδαλώδη τῆς ψυχῆς μου ὑποδομή ὦ, οἴα· κι ἀπίθωσα τον λόγο μου στα ίστορημένα· ἐπίστεψη στο ἦθος καί στα οράματα τοῦ νοῦ σου ὦ Ἠσαΐα.
Τώρα πού οἱ μαθητάδες μου ὑπάρχουν, ἀγωνίζονται καί ἀνάσανα καί μπόρεσα να θέσω ἐν συνειδήσει ὅ,τι συνέβη τον καιρό πού ἤμουν ἀβοήθητος. Σε Νότο καί σε Ανατολή καί σε Βορρᾶ ἡ σε Δύση.
Μα χθές καί μόλις έμαθα πώς ἦλθαν να θωρήσουν με οἱ γυιοί πού ή παντάνασσα δωράει στον κόσμο Ἑλλάδα, εἶπα τὸν ἔπαινο γιά τούς: πού κάποιον Μύστη ἐλάτρεψαν: Ἐκειόν πού πάνθηρα ἵππευε ἤ λιόντα γιά φορβάδα.
Εφέτος δεν αγόρασα, δεν επήρα την λαμπάδα της μεγάλης Παρασκευής· ήταν βαριές οι λύπες· μηδέ την αναστάσιμη σαν σύμβολο έστω και υπόσχεσι κάποιας αισιοδοξίας ή πτήσεως, προς το βασίλειο της χαράς ἡ των ασπίλων χιμαιρών εις ας προσβλέπω, του καθ' ημέραν βίου· [Σαν τέλειωσε η κάθε μια πομπή, κι επέστρεφαν οι μετασχόντες των αναπαραστάσεων, ευχόμενοι, χαριεντιζόμενοι αλλήλοις έκλεισα το φως κι αποκοιμήθήκα· σαν ευτυχής, σα δυστυχής· μάλλον αδιάφορος προς πάντα τα συμβαίνοντα τα τόσο κυριώδη].
Ο ΓΕΡΩΣ ΤΟΥ ΛΙΒΑΡΙΟΥ
Στην καλαμένια του ετοιμόρροπη καλύβα,
σκυφτός ο Ζάφνος που για πάπιες ενεδρεύει·
κι’ αργοσαλεύουν μέσα του στριφνά τα ερέβη·
Μνήμη της φυλακής του ανήμπορη ο Σίβα.
Ένα τσιμπούκι αναμμένο πάντα σε θέση
που δάκνει κι’ είναι από ατόφυον αιματίτη·
σαράντα χρόνια η τιμωρία κι’ η Νεφερτίτη
του απαιτεί γονατιστός να της προσπέσει.
Μες στου καπνού την αποπνιχτική βραχνάδα,
περνάει ωχρό το θύμα του και σύζυγός της
που αδιάφορος φάνη γι’ αυτόν κι’ ο Άγιος Σώστης.
Φτερώνουν τα υδρόβια και η εννεάδα
των δεκαετιών του προκαλεί, κομπάζει
στην παγωνιά που φύεται σαν το ραγάζι.
ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Μες στη γαλήνη ωριοκεντάει το αηδονολάλημα
με φορτισμένους ακκισμούς την μυθική αμφιλύκη·
της νύχτας το αργοΰφαντο, πεποικιλμένο ένδυμα
μόλις που πάει για να φανή σα σκέπασμα ενός λίκνου
που χέρια κατεκόσμησαν με της στοργής τα μάθη·
[Ρεμβώδης πλούτος, άμωμος, πολύχρωμος που απλώνει
Έναν καινούργιον ουρανό, του πρώτου αντίπραξι,
Τριγύρω μας κι’ αστροφορεί τα μικρολούλουδά του·].
Πήγαν τα μάτια μου να δακρύσουν, μα έμειναν τα δάκρυα σα γυαλιά επάνω στους βολβούς, όντας η μνηστεία διελύθη· κι άπραγο το φλουρί στα χέρια ως είδα της μητρός μου. Το θέσαμε ύστερα στην κρύπτη του κι ίσως οριστικά· τι, δεν γνωρίζω πλέον πότε θα ευοδοθή μια νέα μνηστεία· κι αν θα ευοδοθή· κι αν κάποια θα έρθῃ για το ευκλεές εκείνο δώρημά μας που σχολάζει, έτσι τα εθιμικά να τηρηθούνε. Όσο για τα μάτια μου: αλαλιασμένος κύτταξα το δασομένο βουνό, να τα σφογγίσω, στη
μακρυνή του βαθυγάλανη έρημιά.
Η ΠΟΛΙΣ
᾿Αριστίωνος Ηγησίου ἐπιθυμία τὸν Δ΄ μ. Χ. αιώνα:
Ήθελα νὰ περνοῦσα μετημφιεσμένος σε μία πόλι ἀρχαία ἑλληνική τους δρόμους νὰ
θωρῶ, τις ἀμφιέσεις ν'
ἀκούω τον λόγο κανείς νὰ μὴ
γνωρίζη πώς δὲν
εἶμαι ἀρχαῖος ἀλλὰ ἕνας νέος ἄνθρωπος μὲ ἀρχαία στολή τὸ ναὸ νὰ
ἐπισκεφθώ τοῦ Διονύσου ντυμένον μὲ κισσούς· τὰ
Ιστορικά συμβάντα ν'
ἀκούσω νὰ τὰ
τραγουδοῦν οἱ ραψωδοί μὲ ἄλλους λόγους τη ζωή της ὡς ἦταν᾿ ὄχι
ὅπως εἶνε στὰ
βιβλία· κι'
ἀφοῦ παρακαλέσω τὸν
γέροντα καιρό νέος κι' αὐτὸς νὰ
γίνῃ, νὰ μεταμφιεσθῇ, νὰ ἐδῶ στο
θέατρό της κάποιο δράμα κι'
ὕστερα σὲ μιὰ
στήλη νὰ διαβάσω ὅ,τιθὰἔγραφανλαμπρώς, λεπτοφυώς ΑΡΜΟΞΕΝΟΣ ΘΕΟΤΙΜΙΔΟΥ ΙΣΤΙΑΙΕΥΣΤΡΑΓΩΔΟΣ κατενθουσιασμένος,
καταγοητευμένος, κατασυγκινημένος κανείς δεν μ' άντελήφθη μόνο που θέλω ἕνα ἐνθύμιο
βαρύ καὶ πειστικό γιὰ ὅσους ἀμφιβάλλουν ἐὰν ἐπῆγα ὄντως. μήτε την βρήκα μὰ οὐδὲ τὴν ἔκλεψα Τότε θὰ ἔλεγα: την πόλι ἀποχαιρετώ μόλις την αγόρασα στοῦ κεραμέως δεῖνα μὲ ἀργυροῦν ὀκτόβολο, ένα νόμισμά της (θυμούμαι·
στη μιάν όψι του είχε στεφανωμένη μορφὴ μὲ
κλάδο αμπέλου· νύμφη στην άλλη σε πρύμνη πλοίου κι' ἐκράτει Ικριο τροπαίου.) Ηύρα την
πόλι ζώσα· κι' αγόρασα υδρία· Ιδέτε. Διότι ἡ πόλις ἂν ἤθελα ἠμπόρειε νὰ μοῦ τὴν δωρίση ἀφοῦ ἐμάθαινε πώς φίλος της διατελώ καὶ πώς ἐμετημφίεσα τον γέροντα καιρό. ὦ ᾿Αριστίων, ὡς ἑτοιμάσουμε ζωοτροφίες, ἀποσκευές·
ὅλα μας τα χρειώδη καὶ τὰ εὐβοϊκά σου άλογα, εἶπε ὁ Λυκίας.
κι'
ίσως μὲ γλύφανο καὶ· πιθανόν αὐτά:
Θέλωναφέρωμιανὑδρίακαὶνὰπῶ:
ΟΙ ΘΕΣΠΙΕΙΣ ΣΤΙΣ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ
Κάποιοι ξέρουν καὶ λένε μεγάλα λόγια ἡ ἡμποροῦν καὶ πράττουν τα μεγάλα. Ὑπάρχουν ἄλλοι ποὺ δέν θέλουν νὰ εἶποῦν κανένα λόγο μὰ τὰ μεγάλα πράττουν πάντα. Λειψή γι' αὐτοὺς ἐστάθης, ὦ Ιστορία μὰ οἱ Θεσπιεῖς δὲ νοιάζονται κι' ἐπιγράμματα δέν θέλουν, οὐδὲ τὴν ρικνοπρόσωπη γριά ὑστεροφημία. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, στεφάνους ἢ τὴν αίγλη που ξέρουν κάποιοι πώς θὰ τοὺς ἀκολουθεῖ τὴν κάθε πράξι ἐπειδή έχουν την καταγωγή περίβλεπτη, πλουσία κι' ἀδιαφοροῦντες γιὰ τὸ τὶ θὰ εἶποῦν οἱ ἄλλοι κι' οὐδέποτε τους άλλους ἐπιτιμοῦντες σὰν τὰ σπουδαία καὶ πρέποντα δέν πράξουν, ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ πράττουν ό,τι κανείς δὲν τοὺς ἐπρόσταξε ἢ θέλησε ἢ ποὺ ἀποβλέπει, καλό ή κακό κι' ἐκεῖνοι ἐξακολουθούν σιωπώντες κι' ἀπλοί μέσ᾿ τὴν ἀπόφασί τους. ᾿Αλλ' οἱ Θεσπιεῖς δὲν ἦταν κακοὶ οὐδ᾽ ἁπλῶς καλοί· ἐνδόμυχοι ὁδηγοῦντο στη θυσία· δέν πῆγαν σαν πανούργοι ή σαν είλωτες καὶ πάντα μία φωνή τους καλεῖ διαλαλώντας πώς ἦταν ἡ ἔγιναν μὰ πάντα μένουν τοῦ ἀριστεύειν ή κειν ἡ πανοπλία καὶ ἡ οὐσία ἡ ἀγαθή, (στις πύλες τοῦ κόσμου οἰκοδόμησαν τὰ πλείω αὐτοί) τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν λαῶν ἡ ἐλευθερία. Οἱ Θεσπιεῖς στις Θερμοπύλες ἔτσι που πήγαν φαίνεται νὰ ἐγγίζουν τὸ μέγιστο καὶ τὸ εὐγενές· γιατὶ ἂν εἶχαν οἱ ἄλλοι ἀποφασίσει ἢ τοὺς τὸ εἴχανε προστάξει ἄλλοι πάλι, αὐτοί ἔμειναν χωρίς κανείς νὰ τὸ ἀπαιτήση κι' οὐδὲ νὰ τὸ παρακαλέση, σεμνοί κι' ὡς ἀπαιτεῖ ἡ θυσία πλήρεις. Μιὰ πόλις μέσ' τὸ τιμαλφές. Καὶ Θεσπιεύς κανείς προδότης ἡ βασιληᾶς ἢ ὁπλίτης ἢ τοῦ πνεύματος βλαστός, αίφνης γλύπτης, σοφιστής, οἰκοδόμος, ζωγράφος, θεσπιωδός.
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
Αβέλλιος, Αθανάσιος, ΄Έπαθλα και χάριτες, 1985. Από το πρώτο του βιβλίο («Ο μετημφιεσμένος καιρός», 1956) είχε αποσπάσει
την προσοχή, ως ένας παράξενος ποιητής, ο οποίος, παρόλο που έφτανε συχνά πολύ
κοντά στη μίμηση της γλώσσας του Καβάφη, διατηρούσε καθαρή τη φυσιογνωμία του.
(Αυτό, το να μετουσιώνεις σε τελευταία ανάλυση σε προσωπική μια γλώσσα με
φανερά ωστόσο τα δάνειά της, είναι απόδειξη ισχυρής ποιητικής ιδιοσυγκρασίας.
Μια από τις πιο επιτυχείς κριτικές ρήσεις του Σεφέρη είναι η γνωστή, για τον
Κάλβο και το Σολωμό: «Η επιτυχία του Κάλβου (ο Σολωμός από αυτή την άποψη δεν
πει τυχε περισσότερα) είναι ότι μπόρεσε, με τα υλικά που είχε στη διάθεσή του,
και μολο-νότι τα υλικά αυτά είταν αλλότρια και πολέμια, να διασώσει μια
φυσιογνωμία».) Προτάσσει εισαγωγή, θεωρητικά, θα έλεγα, ανεδαφική, στην οποία υπεραμύ
νεται των τόνων και των πνευμάτων. Υποστηρίζει ακόμα, ότι η δημοτική, που δεν
επαρκεί για την επιστήμη, δεν επαρκεί ούτε για την ποίηση. Έτσι το γλωσσικό
υλικό του, με το οποίο εκφράζεται «σε καίριες στιγμές των βιωματικών
παρορμήσεων, δέχεται τη δυναμική επικουρία λέξεων από όλες τις περιόδους της
ιστορίας και της γλώσσης μας». Βαθύτερα ελεγειακός, μιλεί για την «πένθιμη δόξαν (τίτλος της δεύτερης συλ
λογής του, 1959), θέλει ωστόσο και το πένθος να το πνευματώσει, να το περάσει
μέσα από τα φίλτρα μιας σεμνοπρεπούς ποίησης. Δίνει εικόνες αρτιωμένες,
πνευματικά υποστασιωμένες, παρόλη τη συνειδητά επιλεγμένη νοηματική διαφάνεια
των στί χων του. Συγκερνά δημοτική μνήμη, καθαρεύουσα, λογιοσύνη και αρχαιότητα σε κρά ματα
επιτυχή, συχνά. ΤΟ ΥΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΔΟ Ήπιος Νοέμβρης και περπατάς στην ακροποταμιά πέρα κάποιου σιδηρουργού εἶναι το καλύβι· μια ομίχλη αλαφριά σα ν' απειλή την καλωσύνη απόψε του καιρού που ξέχασε το ντύμα των χειμώνων. Δίπλα στου καλυβιού την πόρτα ένας αείανθος και αυτοφυής και πολυκαιρισμένος που αποβαίνει χρήσιμος. Και ακούς στο αμόνι το σφυρί να συνδιαλέγεται, επάνω στα καθέκαστα που η πείρα παραγγέλνει του γεωργού με ησιόδεια προσταγή. Κρέμεται απόξω ένα υνί πα σε κλαδί του δέντρου μα στην αντίπεραν οπή και θηλυκώνει ο μίσχος, βαμμένου ρόδου που έσμιξε, σε νοτισμένο ἀπόγευμα, τὸ ἡλιόφως μὲ συγκίνησι στὸ βλέμμα του οδοιπόρου. Κοσμεί τον μόχθο η ροδαυγή κι αναγαλλιάζει ο κόσμος.