Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Γιώργος Βουτσής (1953- ): Αμερικανική Συνείδηση-Αριστουργήματα Παγκόσμιας Λογοτεχνίας

 


Η πολύτομη εργασία με τίτλο «Αμερικανική Συνείδηση» δεν γεννήθηκε από φιλοδοξία έκδοσης, ούτε από επαγγελματικό πρόγραμμα, ούτε από κάποια εξωτερική ανάθεση. Γεννήθηκε από μια ανάγκη περισσότερο προσωπική και, ταυτόχρονα, περισσότερο γενική: την ανάγκη να καταλάβω βαθύτερα τον άνθρωπο, την ιστορία του, τα έργα του, τις αντιφάσεις του, τις πτώσεις και τις υπερβάσεις του.
Τα τελευταία χρόνια συνέβη κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψει χωρίς να φανεί υπερβολικός. Οι νέες τεχνολογίες, και ιδιαίτερα η Τεχνητή Νοημοσύνη, άνοιξαν δυνατότητες που μέχρι πριν από λίγο καιρό έμοιαζαν σχεδόν αδιανόητες. Ένας άνθρωπος, μόνος του, από το σπίτι του, μπορεί σήμερα να αναζητήσει πηγές, να συγκρίνει κείμενα, να μεταφράσει, να οργανώσει τεράστιο όγκο υλικού, να επεξεργαστεί εικόνες, να συνθέσει τόμους και να δημιουργήσει ηλεκτρονικά αρχεία που άλλοτε θα απαιτούσαν βιβλιοθήκες, συνεργάτες, γραμματείς, ταξίδια και ίσως μια ολόκληρη ζωή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μηχανή αντικαθιστά τον άνθρωπο. Στη δική μου περίπτωση συνέβη μάλλον το αντίθετο. Η Τεχνητή Νοημοσύνη έγινε εργαλείο, συνομιλητής, επιταχυντής, βιβλιοθηκάριος, γραμματέας, καθρέφτης και, μερικές φορές, σπινθήρας. Το έργο όμως δεν γεννιέται μόνο του. Χρειάζεται εκείνον που θα ρωτήσει, θα επιμείνει, θα αμφισβητήσει, θα διορθώσει, θα απορρίψει, θα επιστρέψει από την αρχή, θα ζητήσει ακρίβεια και θα προσπαθήσει να καταλάβει.
Κάθε κείμενο αυτής της εργασίας υποβάλλεται σε πολλαπλούς επανελέγχους, ώστε η απόδοσή του να είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερη. Το ίδιο απαιτητικός είναι και ο συνολικός σχεδιασμός: η επιλογή του υλικού, η θέση κάθε ενότητας, η σχέση της με τις προηγούμενες και τις επόμενες, η τήρηση μιας αρχιτεκτονικής που πρέπει να παραμένει συνεπής σε χιλιάδες σελίδες. Δεν αρκεί να διατάξει κανείς μια μηχανή: «Γράψε μου για τον Αβραάμ Λίνκολν» και να περιμένει ότι θα εμφανιστεί αυτομάτως ένα κείμενο ώριμο, ακριβές και άξιο παρουσίασης. Ο άνθρωπος οραματίζεται, σχεδιάζει, επιλέγει και κρίνει· η μηχανή βοηθά στην εκτέλεση. Η συνεργασία αποκτά νόημα μόνο όταν αυτή η σειρά παραμένει καθαρή.
Ανήκω σε εκείνους που αποφάσισαν να συνεργαστούν με αυτά τα νέα εργαλεία και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους. Όχι για να παραδοθούν σε αυτά, αλλά για να τα καθοδηγήσουν· όχι για να σταματήσουν να δημιουργούν, αλλά για να μπορέσουν να δημιουργήσουν περισσότερο. Σε μια ηλικία κατά την οποία πολλοί θεωρούν ότι τα μεγάλα σχέδια ανήκουν ήδη στο παρελθόν, εγώ βρέθηκα να ανοίγω νέους τόμους, νέα πεδία και νέες αναζητήσεις. Έχουν ήδη δημιουργηθεί χιλιάδες σελίδες λογοτεχνικής, ιστορικής και πολιτισμικής εργασίας, και όσο υπάρχει δύναμη η προσπάθεια θα συνεχίζεται.
Για μένα αυτό δεν είναι απλώς τεχνικό επίτευγμα. Είναι ανθρώπινο γεγονός. Ο άνθρωπος παίρνει το καινούργιο εργαλείο και το μετατρέπει σε προέκταση μιας πολύ παλιάς ανάγκης: να μιλήσει, να θυμηθεί, να ερμηνεύσει, να δημιουργήσει και να αφήσει κάτι πίσω του. Ο παλιός γραφέας απέκτησε καινούργιο μελάνι. Η φυσαρμόνικα μπορεί να έγινε πληκτρολόγιο, χωρίς όμως να χάσει την ανάσα της.
Για χιλιάδες χρόνια το άλογο υπήρξε βασικό μέσο μετακίνησης. Ο σιδηρόδρομος, το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο και αργότερα το διαστημόπλοιο δεν ακύρωσαν ό,τι προηγήθηκε· άλλαξαν τις δυνατότητες του ανθρώπου. Εξακολουθούμε να αγαπούμε το άλογο για ό,τι υπήρξε και για ό,τι παραμένει, αλλά δεν αρνούμαστε το τρένο ή το αεροπλάνο επειδή κάποτε ο άνθρωπος ταξίδευε διαφορετικά. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις νέες τεχνολογίες της γνώσης και της δημιουργίας. Το κρίσιμο δεν είναι ούτε να τις φοβηθούμε ούτε να τις λατρέψουμε. Το κρίσιμο είναι να παραμείνουν στα χέρια του ανθρώπου, υπηρετώντας κρίση, ευθύνη, ανάγκη, όραμα και σκοπό.
Η «Αμερικανική Συνείδηση», ίσως το μεγαλύτερο από τα έργα αυτά και ακόμη σε εξέλιξη, ξεκίνησε ως προσπάθεια να κατανοηθεί η Αμερική μέσα από τα κείμενα, τους ανθρώπους, τις ιδέες και τις αντιφάσεις της. Γρήγορα όμως έγινε κάτι ευρύτερο. Δεν ήταν πια μόνο οι Πουριτανοί, οι Πατέρες, τα Συντάγματα και οι Διακηρύξεις, οι στοχαστές, οι συγγραφείς, οι υποδουλωμένοι άνθρωποι, οι αγωνιστές κατά της δουλείας, οι ποιητές και οι πολιτικοί. Πίσω από όλους αυτούς άρχισε να διακρίνεται ο άνθρωπος μέσα στην Ιστορία: ο άνθρωπος που φοβάται και πιστεύει, αδικεί και αδικείται, δημιουργεί και καταστρέφει, πέφτει και ξαναδοκιμάζει.
Δεν με ενδιαφέρει η Αμερική ως είδωλο. Δεν γράφω για να τη δοξάσω ούτε για να τη δαιμονοποιήσω. Με ενδιαφέρει ως ένα τεράστιο πεδίο μέσα στο οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη φάνηκε σε εξαιρετική ένταση: ελευθερία και δουλεία, δικαιώματα και αποκλεισμός, θρησκεία και υποκρισία, μουσική και καλές τέχνες, πλούτος και φτώχεια, δρόμος και ερείπιο, όνειρο και βία. Μέσα σε αυτές τις αντιφάσεις γίνεται καθαρό ότι η Ιστορία δεν είναι ποτέ καθαρή. Είναι ανθρώπινη και, ακριβώς γι’ αυτό, μπορεί να είναι την ίδια στιγμή μεγαλειώδης και ντροπιασμένη, δημιουργική και καταστροφική.
Επιμένω, ωστόσο, ότι στην Αμερική ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας επιχείρησε κάτι που έμοιαζε με επανεκκίνηση. Όχι σε άδεια γη —γιατί καμία γη που κατοικείται από ανθρώπους δεν είναι άδεια από μνήμη, πολιτισμό και δικαιώματα— αλλά σε έναν απέραντο χώρο που, για πολλούς κυνηγημένους, απόκληρους, ανήσυχους, φτωχούς, τολμηρούς και απελπισμένους της Ευρώπης, φάνηκε σαν δυνατότητα μιας νέας αρχής. Μακριά από παλιούς διώκτες, ιεραρχίες, απαγορεύσεις και κοινωνικές φυλακές, επιχείρησαν να χτίσουν ένα καινούργιο σπίτι.
Αυτό το σπίτι χτίστηκε με πίστη, κόπο, όνειρο και τεράστια δημιουργική ενέργεια. Χτίστηκε όμως και με βία, εκτοπισμό, δουλεία, αρπαγή και αίμα. Γι’ αυτό η Αμερική είναι συγχρόνως μεγάλη και τραγική. Δεν είναι απλώς μια χώρα· είναι ένα από τα μεγάλα νεωτερικά πειράματα του ανθρώπου να ξαναρχίσει και, ταυτόχρονα, η απόδειξη ότι ακόμη και στη νέα αρχή ο άνθρωπος κουβαλά μαζί του τις παλιές του σκιές.
Και αυτό το πείραμα δεν έχει ακόμη τελειώσει.
Παράλληλα με την «Αμερικανική Συνείδηση» υπάρχει μια δεύτερη μεγάλη εργασία, με γενικό τίτλο «Αριστουργήματα Παγκόσμιας Λογοτεχνίας». Σε αυτήν εντάσσονται τόμοι αφιερωμένοι σε μεγάλες λογοτεχνικές παραδόσεις, αρχίζοντας από τη Ρωσία και τον σκανδιναβικό κόσμο και προχωρώντας σταδιακά σε άλλες περιοχές και πολιτισμούς.
Δεν πρόκειται για απλή ανθολόγηση ονομάτων. Πρόκειται για προσπάθεια να έρθει ο αναγνώστης σε ουσιαστική επαφή με συγγραφείς και έργα που άντεξαν στον χρόνο επειδή είπαν κάτι σημαντικό για τον άνθρωπο.
Το σκεπτικό μου είναι απλό και ίσως αυστηρό: ο ανθρώπινος χρόνος είναι περιορισμένος. Δεν περισσεύει. Όποιος πρόκειται να αφιερώσει ώρες από τη ζωή του στο διάβασμα, αξίζει πρώτα να σταθεί μπροστά στα μεγάλα έργα· σε εκείνους που άνοιξαν δρόμους, που βύθισαν το βλέμμα τους στην ψυχή και στην κοινωνία, στην ενοχή και στην αγάπη, στην πίστη, στην ήττα, στην επανάσταση, στην τρέλα, στον θάνατο και στην αξιοπρέπεια. Μέσα από αυτά τα έργα μπορεί να αποκτήσει πυξίδα για το δικό του ταξίδι. Αν του περισσέψει χρόνος, ας διαβάσει και άλλα. Επειδή όμως συνήθως δεν περισσεύει, είναι κρίμα η αναγνωστική ζωή να εξαντλείται σε έργα που θορυβούν για λίγο και σβήνουν γρήγορα.
Αυτό δεν γράφεται από περιφρόνηση προς το καινούργιο, αλλά από σεβασμό προς τον αναγνώστη. Ο άνθρωπος αξίζει να έρχεται σε επαφή με ό,τι καλύτερο δημιούργησε το είδος του. Αξίζει να συναντά μεγάλους αφηγητές, ποιητές και δραματουργούς που δεν έγραψαν απλώς ιστορίες αλλά άνοιξαν συνειδήσεις και ορίζοντες. Η μεγάλη λογοτεχνία δεν είναι μόνο διασκέδαση της ώρας· είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μετριέται με τον ίδιο του τον εαυτό.
Με αυτή την έννοια, η «Αμερικανική Συνείδηση» και τα «Αριστουργήματα Παγκόσμιας Λογοτεχνίας» ανήκουν στο ίδιο βαθύτερο σχέδιο. Το πρώτο έργο αναζητεί τον άνθρωπο μέσα στην ιστορική και πολιτισμική περιπέτεια της Αμερικής. Το δεύτερο τον αναζητεί μέσα στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα του κόσμου. Και τα δύο υπηρετούν την ίδια ανάγκη: να μη χαθεί ο αναγνώστης μέσα στον θόρυβο, αλλά να βρει δρόμους προς κείμενα που αξίζουν τον χρόνο, τον κόπο και την εσωτερική του προσοχή.
Μετά την «Αμερικανική Συνείδηση» αυτή η προσπάθεια θα συνεχιστεί μέσα από τα «Αριστουργήματα Παγκόσμιας Λογοτεχνίας», με την ίδια πρόθεση: να συγκεντρωθεί, να οργανωθεί και να παρουσιαστεί υλικό που θα επιτρέψει στον αναγνώστη να πλησιάσει τα μεγάλα έργα χωρίς φόβο, χωρίς ακαδημαϊκή ψυχρότητα, αλλά και χωρίς ευκολίες. Τα μεγάλα έργα δεν χρειάζονται διαφήμιση. Χρειάζονται ανθρώπους πρόθυμους να τα πλησιάσουν με σοβαρότητα, αγάπη και σεβασμό.
Κάπου στην πορεία, δουλεύοντας όλα αυτά τα θέματα, κατάλαβα ότι δεν αγαπούσα μόνο τα μεγάλα κείμενα. Άρχισα να αγαπώ και τα κατεστραμμένα στέκια της Route 66, τα παλιά diners, τα ξεθωριασμένα motels, τις πινακίδες νέον που έσβησαν, τα βενζινάδικα που έμειναν εγκαταλειμμένα στην άκρη του δρόμου. Ξεκίνησα από κείμενα και βρέθηκα στα τοπία· από τις διακηρύξεις και τις βιογραφίες πέρασα στη σκόνη, στο ραγισμένο τζάμι, στο παλιό VACANCY που δεν περιμένει πια κανέναν. Εκεί κατάλαβα βαθύτερα κάτι που η ίδια η Ιστορία επαναλαμβάνει συνεχώς: δεν κατοικεί μόνο στα μνημεία. Κατοικεί και στα ερείπια.
Κάτι ανάλογο ένιωσα και με την αμερικανική μουσική. Εκεί όπου η ελευθερία δεν εκφράστηκε πρώτα μέσα σε μεγάλες αίθουσες και ακαδημίες, αλλά με μια φυσαρμόνικα, μια κιθάρα, ένα μπάντζο, μια ραγισμένη φωνή, έναν ρυθμό δρόμου ή χωραφιού. Από ελάχιστα μέσα γεννήθηκαν αριστουργήματα, όχι επειδή ήταν απλοϊκά, αλλά επειδή ήταν συμπυκνωμένα. Μια φυσαρμόνικα δεν είναι φτωχό όργανο όταν φυσά μέσα της ένας άνθρωπος που κουβαλά μοναξιά, πίστη, δρόμο, φυγή, απώλεια και αξιοπρέπεια.
Κάπως έτσι συνδέθηκε μέσα μου το βαθύτερο νόημα όλων αυτών των εργασιών: είμαι υπέρ του ανθρώπου. Όχι ενός αψεγάδιαστου ή άτρωτου ανθρώπου, αλλά ακριβώς αυτού του τρωτού πλάσματος που συνεχίζει. Τον χτυπούν πόλεμοι, αρρώστιες, φτώχεια, αδικία, μοναξιά, προδοσία, θάνατος και ερείπια, κι εκείνος εξακολουθεί να κάνει κάτι. Γράφει, τραγουδά, χτίζει, θυμάται, ανάβει φωτιά, ανοίγει δρόμο. Προσπαθεί να σώσει ένα πρόσωπο, μια λέξη, μια φωτογραφία, ένα τραγούδι, μια αλήθεια.
Με την καθημερινή έκφραση, αυτός ο άνθρωπος «δεν χαμπαριάζει με τίποτα». Όχι επειδή δεν πονά· συχνά πονά μέχρι το κόκαλο. Αλλά επειδή δεν παραδίδει εύκολα το νόημα. Ακόμη και μέσα στη φθορά αναζητεί κάτι που μπορεί να σωθεί. Αυτό είναι που με κινεί περισσότερο από την ψυχρή συσσώρευση γνώσεων: η αναζήτηση αυτής της επίμονης ανθρώπινης σπίθας μέσα στα κείμενα, στις βιογραφίες, στα τραγούδια, στις εικόνες, στις ήττες και στις μικρές νίκες.
Οι εργασίες που παρουσιάζονται εδώ δεν είναι τέλεια έργα. Είναι έργα ενός ανθρώπου που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της εποχής του για να δημιουργήσει όσο ακόμη μπορεί. Δεν γράφονται για να διορθώσουν την Ιστορία· η Ιστορία δεν διορθώνεται εκ των υστέρων. Γράφονται για να μη μένουν οι άνθρωποί της αζήτητοι· για να ακουστούν ξανά φωνές, να ανασυρθούν μορφές, να φωτιστούν διαδρομές και να δοθεί στον αναγνώστη υλικό ανοιχτό, ελεύθερο και χρήσιμο.
Χωρίς τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν θα μπορούσα να πραγματοποιήσω τέτοιες εργασίες ούτε αν διέθετα τρεις ζωές. Αυτό το αναγνωρίζω καθαρά. Εξίσου καθαρά όμως γνωρίζω ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αντικατέστησε τη δική μου απόφαση· την υπηρέτησε. Δεν μου έδωσε το «γιατί». Μου έδωσε εργαλεία για να ακολουθήσω το «γιατί» που υπήρχε ήδη μέσα μου.
Και αυτό το «γιατί» είναι απλό: να συνεχίσω να δημιουργώ, να σεβαστώ τον χρόνο που μου απομένει, να χρησιμοποιήσω ό,τι μου προσφέρει η εποχή μου και να αφήσω ελεύθερα έργα σε όσους θελήσουν κάποτε να τα διαβάσουν. Να σταθώ, όσο μπορώ, υπέρ του ανθρώπου· αυτού του παράξενου πλάσματος που πέφτει, σηκώνεται, ξαναπέφτει, ξαναδοκιμάζει και, μέσα στο χάος, επιμένει να δίνει μορφή, φωνή και νόημα στη ζωή του.
Ο Άγνωστος Αναγνώστης Και Το Πέρασμα Του Χρόνου
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη, που δεν αφορά μόνο την τεχνολογία ούτε μόνο την έκταση αυτών των έργων. Αφορά τον βαθύτερο λόγο για τον οποίο ένας άνθρωπος κάθεται και γράφει, οργανώνει, μεταφράζει, παρουσιάζει, διορθώνει και επιμένει.
Αφορά τον άγνωστο αναγνώστη.
Σε μια από τις εργασίες για την «Αμερικανική Συνείδηση» στάθηκα ιδιαίτερα στο ποίημα του Γουόλτ Γουίτμαν «Διασχίζοντας το Φέρι του Μπρούκλιν (Crossing Brooklyn Ferry)».
Το ποίημα ξεκινά από μια απλή σκηνή. Ο ποιητής βρίσκεται στο φέρι ανάμεσα στο Μπρούκλιν και στο Μανχάταν. Γύρω του υπάρχουν άνθρωποι, νερό, σύννεφα, πλοία, φως και κίνηση. Πολύ γρήγορα όμως η σκηνή ανοίγει πέρα από τα όρια της στιγμής. Ο Γουίτμαν δεν βλέπει μόνο τους ανθρώπους που ταξιδεύουν μαζί του. Φαντάζεται εκείνους που θα περάσουν από το ίδιο σημείο χρόνια και αιώνες αργότερα. Ανάμεσά τους τοποθετεί και εμάς.
Το ποίημα αρχίζει με μια πράξη όρασης, αλλά αυτή η όραση δεν μένει εξωτερική. Ο Γουίτμαν κοιτάζει την πλημμυρίδα, τα σύννεφα της δύσης, τον ήλιο που βρίσκεται ακόμη πάνω από τον ορίζοντα και τα πλήθη των ανδρών και των γυναικών που περνούν με το φέρι. Δεν τα αντιμετωπίζει ως απλό τοπίο. Η φράση του «σε βλέπω πρόσωπο με πρόσωπο» μεταβάλλει τη φύση της εικόνας: το νερό, τα σύννεφα, το φως και ο κόσμος παύουν να είναι αδιάφορο σκηνικό και γίνονται μέρη μιας σχέσης.
Αυτό είναι βαθιά χαρακτηριστικό του Γουίτμαν. Η όραση δεν αποτελεί παθητική καταγραφή αλλά συνάντηση. Ο ποιητής δεν λέει απλώς «βλέπω». Το βλέμμα του σημαίνει: βρίσκομαι εδώ, απέναντί σας και μαζί σας, μέσα στην ίδια στιγμή. Η πλημμυρίδα, τα σύννεφα, το φως, το πλήθος και το φέρι συμμετέχουν σε μια κοινή εμπειρία, και έτσι το «πρόσωπο με πρόσωπο» μετατρέπει τη θέα σε σχέση.
Στη συνέχεια το βλέμμα στρέφεται προς τους ανθρώπους. Τα πλήθη των ανδρών και των γυναικών με τα καθημερινά τους ρούχα, που επιστρέφουν στα σπίτια τους και περνούν από τη μία όχθη στην άλλη, του φαίνονται παράξενα και αξιοθαύμαστα, σημαντικότερα απ’ όσο ίσως οι ίδιοι φαντάζονται. Δεν πρόκειται για μάχη, ιστορική τελετή ή δημόσιο γεγονός. Είναι μια συνηθισμένη μετακίνηση ανθρώπων μέσα στην πόλη. Και όμως, ο Γουίτμαν την κοιτάζει σαν μυστήριο. Η κοινή ζωή δεν είναι ασήμαντη επειδή είναι κοινή· ακριβώς εκεί βρίσκει ο ίδιος την ποίησή του.
Το αποφασιστικό άνοιγμα έρχεται όταν απευθύνεται σε εκείνους που θα περάσουν «χρόνια αργότερα» από τη μία όχθη στην άλλη. Τότε το ποίημα σπάει τα όρια της δικής του στιγμής. Ο Γουίτμαν γράφει σαν να προαισθάνεται τον μελλοντικό αναγνώστη, σαν να γνωρίζει ότι κάποιος πενήντα, εκατό ή πολύ περισσότερα χρόνια αργότερα θα σταθεί μπροστά στο ίδιο νερό, θα κοιτάξει τον ίδιο ουρανό και θα μπορέσει να αναγνωρίσει κάτι από εκείνον.
Η καθημερινή μετακίνηση με το φέρι γίνεται έτσι κάτι πολύ μεγαλύτερο από αστική συγκοινωνία. Γίνεται γέφυρα χρόνου. Το πέρασμα από όχθη σε όχθη μεταμορφώνεται σε πέρασμα από γενιά σε γενιά. Το νερό, που κανονικά χωρίζει, εδώ συνδέει. Οι άνθρωποι παραμένουν άγνωστοι μεταξύ τους, δεν ζουν στην ίδια εποχή, δεν έχουν τα ίδια ονόματα ούτε τις ίδιες ζωές. Μοιράζονται όμως βασικές ανθρώπινες εμπειρίες: κοιτάζουν, ακούν, περνούν, επιστρέφουν, κουράζονται, θαυμάζουν, περιμένουν και στέκονται μέσα στο πλήθος.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα βαθύτερα δημοκρατικά στοιχεία του ποιήματος. Η δημοκρατία του Γουίτμαν δεν είναι μόνο πολιτειακή μορφή ή δικαίωμα ψήφου. Είναι αίσθηση κοινής συμμετοχής στην ύπαρξη. Ο άγνωστος άνθρωπος που περνά δίπλα μου δεν είναι απλώς ένας άλλος· είναι κάποιος που με αφορά επειδή διαθέτει σώμα, βλέμμα, μνήμη, επιθυμία και προορισμό. Ακόμη κι αν δεν του μιλήσω ποτέ, συμμετέχουμε στην ίδια μεγάλη κίνηση. Το φέρι γίνεται ένας μικρός δημοκρατικός κόσμος όπου η ατομικότητα δεν εξαφανίζεται, αλλά η απόλυτη απομόνωση παύει να είναι δυνατή.
Για την «Αμερικανική Συνείδηση» αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Μέχρι εδώ η Αμερική έχει παρουσιαστεί ως εκλεκτή γη, ως αποικιακό πείραμα, ως δημοκρατική υπόσχεση, ως επαναστατική θεωρία, ως πολιτικό Σύνταγμα, ως μεθόριος και ως ατομική αυτοπεποίθηση. Στον Γουίτμαν γίνεται επίσης κοινή εμπειρία χρόνου. Δεν είναι μόνο οι ιδρυτές, οι θεσμοί, οι νόμοι και οι μεγάλες συγκρούσεις· είναι και οι ανώνυμοι άνθρωποι που περνούν καθημερινά από τη μία όχθη στην άλλη, εργάζονται, επιστρέφουν στο σπίτι και κοιτούν για μια στιγμή το φως επάνω στο νερό.
Το ποίημα δημιουργεί έτσι μια κοινότητα που δεν περιορίζεται στους ζωντανούς της ίδιας εποχής. Είναι κοινότητα παρόντων και μελλοντικών ανθρώπων. Ο Γουίτμαν συνδέεται με όσους θα έρθουν μετά από αυτόν όχι μέσω δόγματος ή ιδεολογίας, αλλά μέσα από την αισθητηριακή εμπειρία. Εκείνος είδε το νερό· άλλοι θα το δουν αργότερα. Εκείνος στάθηκε μέσα στο πλήθος· άλλοι θα σταθούν μετά από αυτόν. Οι εποχές αλλάζουν, αλλά ορισμένες βασικές εμπειρίες παραμένουν αρκετά συγγενείς ώστε να επιτρέπουν μια παράξενη αναγνώριση ανάμεσα σε ανθρώπους που ποτέ δεν θα συναντηθούν.
Γι’ αυτό το «Διασχίζοντας το Φέρι του Μπρούκλιν (Crossing Brooklyn Ferry)» είναι τόσο σημαντικό. Δείχνει ότι η ποίηση μπορεί να νικήσει όχι τον χρόνο ως φυσική φθορά, αλλά την απομόνωση που επιβάλλει ο χρόνος. Ο Γουίτμαν δεν θα γνωρίσει τους ανθρώπους του μέλλοντος, κι όμως τους μιλά. Δεν θα δει τα πρόσωπά τους, κι όμως τα φαντάζεται. Δεν θα σταθεί πραγματικά δίπλα τους, κι όμως το ποίημα δημιουργεί έναν χώρο όπου αυτή η συνάντηση μπορεί να συμβεί. Το φέρι δεν μεταφέρει μόνο επιβάτες από μια όχθη στην άλλη· μέσα στο ποίημα μεταφέρει ανθρώπινες παρουσίες από εποχή σε εποχή.
Το βλέμμα της αρχής καταλήγει έτσι σε μια βαθιά πράξη σύνδεσης. Από την πλημμυρίδα και τα σύννεφα ο Γουίτμαν περνά στο πλήθος, από το πλήθος του παρόντος στους ανθρώπους του μέλλοντος και από μια καθημερινή σκηνή σε μια ποιητική θεωρία της ανθρώπινης συγγένειας. Οι άνθρωποι μπορεί να μη γνωρίζονται, αλλά δεν είναι εντελώς ξένοι. Κάτι τους συνδέει: το πέρασμα, το βλέμμα, το νερό, ο ουρανός, η πόλη, η επιστροφή και ο χρόνος. Αυτή η σύνδεση αποτελεί μία από τις λεπτότερες και ουσιαστικότερες μορφές της δημοκρατικής φαντασίας του Γουίτμαν.
Σε εκείνο το σημείο της εργασίας ένιωσα ότι το ποίημα μιλούσε, με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο και για τη δική μου προσπάθεια. Όχι από αυταρέσκεια και ασφαλώς όχι επειδή συγκρίνω τον εαυτό μου με τον Γουίτμαν. Αναγνώρισα όμως μέσα στο ποίημα κάτι από τη βαθύτερη ανάγκη αυτών των τόμων: την επιθυμία να στηθεί μια γέφυρα προς έναν άγνωστο αναγνώστη.
Αυτά τα έργα δεν δημιουργούνται μόνο για να υπάρχουν αρχεία ή για να συγκεντρωθεί υλικό. Δημιουργούνται για να υπάρξει ένα πέρασμα: από εμένα προς κάποιον άλλον, από τη δική μου αναζήτηση προς έναν άνθρωπο που μπορεί να μη γνωρίσω ποτέ, από τον χρόνο που μου δόθηκε προς έναν χρόνο που θα έρθει χωρίς εμένα.
Αν αυτά τα έργα έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα, ίσως βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην προσπάθεια να μη χαθεί η ανθρώπινη συνέχεια. Στην ελπίδα ότι κάποιος, κάποτε, μπορεί να σταθεί μπροστά σε μια σελίδα όπως ο άνθρωπος του Γουίτμαν στέκεται μπροστά στο νερό και να αισθανθεί ότι δεν βρίσκεται εντελώς μόνος. Ότι κάποιος άλλος πέρασε πριν από αυτόν, κοίταξε, αναρωτήθηκε, αγωνίστηκε να καταλάβει και άφησε πίσω του ένα πέρασμα.
Διασχίζοντας Το Φέρι Του Μπρούκλιν
Crossing Brooklyn Ferry
1
...
And you that shall cross from shore to shore years hence are more to me, and more in my meditations, than you might suppose.
Και εσείς που θα περάσετε από όχθη σε όχθη χρόνια αργότερα είστε για μένα, και μέσα στους στοχασμούς μου, περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσατε να υποθέσετε.
3
...
It avails not, time nor place—distance avails not,
I am with you, you men and women of a generation, or ever so many generations hence,
Just as you feel when you look on the river and sky, so I felt,
Just as any of you is one of a living crowd, I was one of a crowd,
Δεν έχει σημασία ο χρόνος ούτε ο τόπος — η απόσταση δεν έχει σημασία,
Είμαι μαζί σας, άνδρες και γυναίκες μιας γενιάς ή όσων γενεών κι αν έρθουν,
Όπως ακριβώς αισθάνεστε όταν κοιτάζετε το ποτάμι και τον ουρανό, έτσι αισθάνθηκα κι εγώ,
Όπως καθένας από εσάς είναι ένας μέσα σε ένα ζωντανό πλήθος, έτσι ήμουν κι εγώ ένας μέσα σε πλήθος.
5
...
What is it then between us?
What is the count of the scores or hundreds of years between us?
Τι είναι λοιπόν αυτό που βρίσκεται ανάμεσά μας;
Τι σημασία έχουν οι δεκάδες ή οι εκατοντάδες χρόνια που μας χωρίζουν;
7
...
Closer yet I approach you,
What thought you have of me now, I had as much of you—I laid in my stores in advance,
I consider’d long and seriously of you before you were born.
Who was to know what should come home to me?
Who knows but I am enjoying this?
Who knows, for all the distance, but I am as good as looking at you now, for all you cannot see me?
Ακόμη πιο κοντά σας πλησιάζω,
Όποια σκέψη έχετε τώρα για μένα, άλλη τόση είχα κι εγώ για εσάς — είχα φυλάξει από πριν τα εφόδιά μου,
Σας συλλογίστηκα πολύ και σοβαρά πριν ακόμη γεννηθείτε.
Ποιος μπορούσε να γνωρίζει τι θα έφτανε τελικά ως εμένα;
Ποιος ξέρει μήπως απολαμβάνω κι εγώ αυτή τη στιγμή;
Ποιος ξέρει μήπως, παρ’ όλη την απόσταση, είναι σαν να σας κοιτάζω τώρα, ακόμη κι αν εσείς δεν μπορείτε να με δείτε;
9
...
Consider, you who peruse me, whether I may not in unknown ways be looking upon you;
Συλλογίσου, εσύ που με διαβάζεις, μήπως με τρόπους άγνωστους μπορεί κι εγώ να σε κοιτάζω.

Σκοπός του έργου

........................


Δεν γράφονται αυτές οι σελίδες για να ξαναγράψουν
την ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας·
η μεγάλη γραμματεία δεν χωρά σε οριστικούς καταλόγους.
Γράφονται για να ακουστούν οι φωνές
που έδωσαν στον Νέο Κόσμο μνήμη, γλώσσα και συνείδηση·
εκείνες που έγιναν μεγάλα ονόματα
και εκείνες που έμειναν για πολύ στη σκιά.
Όσο μακριά κι αν βρίσκονται από την εποχή μας,
οφείλουμε να τις πλησιάσουμε μέσα από τα ίδια τους τα λόγια.
Γιατί ένας πολιτισμός δεν φανερώνεται μόνο
με όσα έπραξε και οικοδόμησε,
αλλά και με όσα οι άνθρωποί του ονειρεύτηκαν,
αμφισβήτησαν, αγάπησαν, φοβήθηκαν και έγραψαν.
Το έργο αυτό το δημιούργησα ως ανάγκη διατήρησης μνήμης.
Εάν, πότε, από ποιον θα διαβαστεί
δεν έχει σημασία.
Θα είναι εκεί έξω και θα περιμένει, υπομονετικά,
τον μελλοντικό αναγνώστη.

 

Γιώργος Μ. Βουτσής



Θα αναρτήσω τα έως τώρα έργα μου συνοδεύοντάς τα με τους αντίστοιχους συνδέσμους για το κάθε ένα. Πατώντας στους συνδέσμους κάτωθεν των εικόνων τα βιβλία, σε μορφή pdf, είναι ελεύθερα για κατέβασμα και αποθήκευση στον υπολογιστή σας. Απαγορεύεται η τροποποίηση καθώς και η αντιγραφή των κειμένων.

































Η προσπάθεια είναι συνεχής.