Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Βασίλης Λούλης (1901-1971): Συγγραφέας - Κύμη



πατήστε τους παρακάτω συνδέσμους...



Εδώ υπάρχει και αυτοβιογραφικό σημείωμα του Βασίλη Λούλη.





Πατήστε τους παρακάτω συνδέσμους...



Η "Λυσίκομος Εκάβη" γράφτηκε στην Κύμη το 1949 και παρουσιάστηκε πρώτη φορά ως βιβλίο από τα "Πειραϊκά Χρονικά" το 1951, με τις διακοσμητικές ξυλογραφίες της Βάσως Κατράκη, που κοσμούν και την τωρινή έκδοση μαζί με άλλες που χάρισε στον συγγραφέα και βρέθηκαν στο αρχείο του. Η πρώτη αυτή έκδοση μεταφράστηκε γαλλικά από τη συγγραφέα Claire Sainte - Soline και παρουσιάστηκε με εφτά συνέχειες στα "Lettres Francaises" με τον τίτλο "Hecube Echevellee" χάρη στη φροντίδα του Λουί Αραγκόν. Η ίδια μετάφραση κυκλοφόρησε ως βιβλίο από τις εκδόσεις "Bernard Grasset", του Παρισιού το 1961.
Από τότε το κείμενο αυτό αναπλάστηκε από τον συγγραφέα και με τη νέα του μορφή παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις "Διογένης" με επιμέλεια ύφους του Κ. Κουλουφάκου το 1971.







Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, τ. 7 της Β’ περιόδου (15 Ιανουαρίου 1948). 
Ήταν το τρίτο διήγημα που έστειλε ο τότε άγνωστος Βασίλης Λούλης στο περιοδικό. 
Sarantakos.com



Επιστολή του Βασίλη Λούλη στον Γιάννη Σκαρίμπα.
"Διαφαίνονται οι μεγάλες οικονομικές δυσκολίες των νέων λογοτεχνών της εποχής αλλά και η φυματίωση που θέριζε." 
Σούλα Παπαγεωργοπούλου στο βιβλίο της για τον Γ.Σκαρίμπα
" ... στις πλάνες μου κανένας δε με φτάνει!"

Βασίλης Λούλης σε γράμμα του στον Γιάννη Σκαρίμπα:
"Έκανα όρκο να μην ξαναβγάλω βιβλίο"


.  .  .

,

Θανάσης Αβέλλιος (1924–2007): Ποιητής, Νομικός – Ιστιαία Ευβοίας




Θανάσης Αβέλλιος: Από τους πλέον αξιοσημείωτους Ευβοείς ποιητές.
Γεννήθηκε το 1924 στην Ιστιαία Ευβοίας. Σπούδασε Νομικά. Η ποίηση του επιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή. Ο τόπος του, που τον αγαπά, η φύση, οι ανθρώπινες φάσεις της ζωής του, τροφοδοτούν τις εμπνεύσεις του, μεστές από μια διαυγή στοχαστικότητα. Κυρίως όμως, στο υπόστρωμα, ρέει η ελληνική αρχαιότητα, με το πνεύμα της και τη δρόσο της, που δίνει στην ποίηση του μια ατμόσφαιρα από την Παλατηνή Ανθολογία. Η βαθειά ιστορική και φιλολογική γνώση του τον επικουρούν σ' αυτό, επιτρέποντας συγχρόνως να τεχνουργεί μια ιδιότυπη γλώσσα. Το γλωσσικό υλικό του συντίθεται, αισθητικά ελεγχόμενο, από την πρόσμιξη δημοτικής, καθαρευούσης και αρχαίας.
(Ανθολογία Περάνθη τόμος 5 σελ.584)


Εργογραφία: 
" Ο μετημφιεσμένος καιρός " 1957,  " Η πένθιμη δόξα" 1959, " Το βιός του απολύτου " 1976,  «Έπαθλα και Χάριτες»  1985, " Αυλός ο εγκάρδιος " 1995, " Φωταψία του πυρήνος των μύθων " 1996, 
Επίσης:
" Οι ποιηταί της Ιστιαίας : Κώστας Ζαμπούνης 1880-1954, Άγγελος Δρόσος 1896-1966, Νίκος Λίσβας 1899-1933 /" 1990 
" Πολιτιστικές σελίδες της Ιστιαίας " 1997


ΤΑ ΠΛΟΙΑ

Ημέρες μου σαν τα πλοία φεύγετε
στη θάλασσα του χρόνου γοργά ή αργά·
καθώς οργά η φαντασία μου
ματαίως σας αναζητεί και κράζει:
Μην είδατε τα πλοία μου τ’ αγαπημένα
Των γεγονότων τα βαρύφορτα σκαριά·
Μέσα εις αυτά εκάθηντο και δη πλησίον
η κάθε μου χαρά και η κάθε λύπη·
α, τώρα πια δεν γνωρίζω πού ταξιδεύουν
κι αν ταξιδεύουν· κι αν υπάρχουν πια.
Ω, της αιωνιότητος λατρεία
για τις ημέρες μου, για τα πλοία.


ΓΕΡΜΑ

Έτσι όπως περνά το υπεραστικό
λεωφορείο λέω να κατέβω
στο χωριό σου κι ας έχεις φύγει
πάμπολλα χρόνια πια.
Να μπω στο καφενείο του Συρίγου
και μέσ' από την τζαμαρία,
συνεπαρμένος, σιωπηλός
ν' αγναντέψω τη θάλασσά σου'
με βλέμμα εφηβικό σαν μετατόπιση
στα περασμένα, τότε που αγαπιόμασταν'
κι ύστερα πίνοντας
έναν καφέ μ' ένα τσιγάρο
κι άλλο τσιγάρο, τσιγάρο κι άλλο,
να φύγω την ώρα που θα σιγοβραδυάζει.


Από τη συλλογή «Πένθιμη δόξα»-1959


Η ΠΟΛΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ 


M τν δεσμ γηγενή, μνήμη πενντα τν·
στοχάζομαι τν βίο μου κα τν δικό της,
πο μαστίζεται σκληρ σ διχασμένη λήθεια˙
πόλις ατ πς μ᾿ χει π καιρ γκλωβίσει


τ δια κτίρια κα τ νέα καθς τ παλαιά
τίποτε δν λλάζει, τος διους βλέπω νθρώπους
κάθε μέρα κι μοια τν δρόμων εναι ο στροφές
φίλιωτες ο πλατείες κα τ κηπάρια το δήμου
σ ν μ φέρνουνε τν ετυχία τν παραδείσων·


θ πεθύμουν προσχηματίστως, θεία συνάρσει,
ν᾿ παλλαγ τν φοβερν, παντοίων δεινν της
τν γνωσμένων κα οονε πωθημένων,
δν κα πλατειν κα κηπαρίων τς ναψυχς!


Μ κούρασεν ντονη ζω πο χάριν ατς χω ζήσει·
διαπληκτιζόμενος μετ τν καθαρμάτων,
τν ασθηση πιδιώκων το καθήκοντος ν φέρω·
δι τ ρθά, τ ντιμα κα τ φέλιμα μαχόμενος
βρεις ν' κούω, προπηλακισμος ν φίσταμαι!


"θεν πολλές φορές νομίζω πς τ κτίρια της μ σπλαχνία,
μετακινούμενα ν μ συνθλίψουν ποπειρνται˙
δίως τς παγερές νυχτις ταν τ φτα σ μίχλες μονάζουν
Βέβαια παραισθήσεις εν᾿ ατ κα τ γνωρίζω σαφς.
μως ατ δν χει μπειρίες, τίποτε δν ασθάνεται.
Τι διάφορος πο εναι κα νοικτίρμων ν λόγ πόλις!


Δοκιμιακή Ανάλυση

«Η πόλις που δεν αλλάζει»

Το ποίημα συγκροτείται ως εσωτερικός μονόλογος μακράς πνοής, όπου η πόλη λειτουργεί όχι ως απλό σκηνικό, αλλά ως αντίπαλο υποκείμενο της ζωής του ομιλητή. Από τον πρώτο στίχο, η σχέση δηλώνεται ως δεσμός «γηγενής», δηλαδή οργανικός, σχεδόν μοιραίος. Η πόλη και ο βίος του ποιητικού υποκειμένου συνυφαίνονται σε μια κοινή χρονικότητα πενήντα ετών, χωρίς όμως αμοιβαιότητα: η πόλη παραμένει αμετάβλητη, ενώ ο άνθρωπος φθείρεται.

Η βασική ιδέα του ποιήματος είναι η στασιμότητα μέσα στη διάρκεια. Παρότι τα «νέα» συνυπάρχουν με τα «παλαιά», τίποτε ουσιαστικά δεν αλλάζει. Η επανάληψη των ίδιων ανθρώπων, των ίδιων στροφών των δρόμων, των ίδιων αφίλιωτων πλατειών δημιουργεί την αίσθηση ενός κλειστού κυκλώματος. Ο αστικός χώρος δεν εξελίσσεται· αναπαράγει τον εαυτό του, εγκλωβίζοντας όσους τον κατοικούν. Η πόλη γίνεται έτσι μηχανισμός επανάληψης και όχι ιστορικής κίνησης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ηθική διάσταση του λόγου. Το ποιητικό υποκείμενο παρουσιάζεται ως άνθρωπος που έζησε «ἔντονη ζωή» χάριν της πόλης, όχι παθητικά αλλά αγωνιστικά. Η σύγκρουση με «καθάρματα», η εμμονή στο καθήκον, η μάχη για τα «ὀρθά, ἔντιμα καὶ ὠφέλιμα» συγκροτούν ένα ήθος ενεργού πολίτη. Ωστόσο, η ανταμοιβή δεν είναι η δικαίωση, αλλά η κόπωση, οι ύβρεις, ο προπηλακισμός. Η πόλη δεν λειτουργεί ως κοινότητα αξιών, αλλά ως χώρος ηθικής φθοράς.

Στο δεύτερο μισό του ποιήματος, η σχέση με την πόλη αποκτά σχεδόν παρανοϊκή ένταση. Τα κτίρια προσωποποιούνται και εμφανίζονται ως απειλητικές οντότητες που επιχειρούν να συνθλίψουν τον ομιλητή. Η εικόνα αυτή δεν παρουσιάζεται ως αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως συνειδητοποιημένη παραισθητική εμπειρία. Η αυτογνωσία του υποκειμένου («παραισθήσεις εἶν᾿ αὐτὰ καὶ τὸ γνωρίζω») δεν αναιρεί τη βιωματική αλήθεια του φόβου· αντίθετα, την ενισχύει. Η πόλη δεν χρειάζεται να επιτεθεί πραγματικά· αρκεί η αίσθηση της διαρκούς πίεσης.

Η τελική κρίση είναι αμείλικτη: η πόλη «δὲν ἔχει ἐμπειρίες, τίποτε δὲν αἰσθάνεται». Εδώ συμπυκνώνεται η υπαρξιακή τραγωδία του ποιήματος. Ο άνθρωπος βιώνει, παλεύει, θυμάται, φθείρεται· η πόλη παραμένει αδιάφορη και ανοικτίρμων. Δεν ανταποδίδει ούτε τον αγώνα ούτε τη μνήμη. Η ασυμμετρία αυτή καθιστά τον δεσμό όχι απλώς άδικο, αλλά οντολογικά άνισο.

Σε δοκιμιακό επίπεδο, το ποίημα λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στην εμπειρία της μακρόχρονης κατοίκησης: η πόλη που δεν αλλάζει δεν είναι απλώς στάσιμη, αλλά απορροφά τον χρόνο των ανθρώπων χωρίς να μετασχηματίζεται από αυτόν. Ο ομιλητής δεν ζητά εξιδανίκευση ούτε φυγή· ζητά απαλλαγή. Η επιθυμία αποδέσμευσης δεν είναι φυγομαχία, αλλά ύστατη πράξη αυτοσυντήρησης απέναντι σε έναν χώρο που εξάντλησε κάθε δυνατότητα ανταπόκρισης.

Έτσι, «Η πόλις που δεν αλλάζει» αναδεικνύεται σε ποίημα βαθιάς αστικής απογοήτευσης, όπου η μνήμη, η ηθική στράτευση και η προσωπική φθορά συγκρούονται με την απρόσωπη ακινησία του χώρου. Η πόλη δεν είναι εχθρός από πρόθεση· είναι εχθρός από αδιαφορία. Και αυτή ακριβώς η αδιαφορία συνιστά τη σκληρότερη μορφή βίας.


ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΟΣ ΙΗΣΟΥ


Ήσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων 
ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ· οὗτοι οὖν προσῆλθον · 
Φιλίππω τῷ ἀπό Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας, 
και ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες, 
Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν· 
ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ ᾿Ανδρέα· 
καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καί Φίλιππος λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· 
ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων,
Ελήλυθεν ή ώρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου.

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, Ιωάννης ΙΒ΄ 20-23

Ήρθα καθώς ὁ κεραυνός που μια γαλήνη ἐτάραξεν 
ἀστείρευτη, ἀταλάντευτη μέσ' στῶν καιρῶν τὸ διάβα 
κι ἀπόμεινα ὁ διαφεντευτής στα τωρινά, στα μέλλοντα 
δρόσος στὰ ἔθνη, ἀναπαμός μα και πυρίπνοη λάβα.

Βρήκα σκληρούς στο δρόμο μου κάποιους μεγάλους ἄνακτες, 
ἄνδρες ποὺ καὶ στοχάστηκαν βουβά νὰ μὲ ἐμποδίσουν 
κι ἀνίκητος ἐθώρησα, ὦ, τα μεγαλεπήβολα 
σχεδιάσματά τους κι όνειρα ποὺ ἀκέρια πᾶν νὰ σβήσουν.

Μελετητής ἐπέρασα πρὸς τῆς ᾿Ασίας τα χώματα 
κι ένθρονος καταστάθηκα στη γὴ τῶν Σουμερίων 
με κέντησε ἡ ἀπνοια καποίας ἐρήμου ποὺ ἀπραγη, 
ἔμοιαζε καθώς ἄβουλος φρουράρχης κεντυρίων.

Τούς Σίνες δὲν ἠγνόησα καί τούς Χετταίους ᾤκτειρα· 
την Αίγυπτο πού ἀλλότρια τῶν Φαραώ εἶχε γίνει, 
σὰν ἀνημπόρετη ἔννοιωσα γυναῖκα πού δέν μπόρεσε 
χρησμό να φέρῃ τοῦ ᾿Αμμωνος ὡς ἄθραυστο λαγῆνι.

Τῆς Ρώμης τὴν αὐθαδική μορφήν δὲν ἐχαιρέτησα· 
κι οὐδὲ σε σένα ὦ Καρχηδών ἐστράφηκε ή ματιά μου. 
Φοίνικες πορφυρότεχνοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι 
ἄβιων σμάρια πιά λαῶν, ἀφαντοι κόκκοι άμμου.

Πρός τήν Ινδία ταξίδεψα τῶν πάντων ὁ ἀταξίδευτος 
μνήμες να πάρω καί ἀπό κεῖ ὡς ὅτε ἡ πεταλούδα 
μιλώντας στο ἄνθος νείρεται· ὅμως ὀλίγο μ' ἔθελξε 
ἡ πλατεῖα εἰδῆ τοῦ ἤρεμου, στητοῦ, μειλίχιου Βούδδα.

Δαυΐδ νοερά με κέρδισαν οἱ ψαλμικές σου ἀποστροφές, 
ὅμως κι ἀποδειχτήκανε μονομερῶς ἱουδαῖες· 
Μόνο μιᾶς χώρας μὲ ἄγγιξε τὸ ἀνώτερο καί πιότερο, 
μέγας, πολύβιος ἀμητός που συγκομοῦν οἱ Ἰδέες.

Μὲ τοῦτες συγχρωτίζομαι ὡς εἶναι πανανθρώπινες
κι ἐπί παντός τοῦ ἐπιστητοῦ· τὸν ἀκηράσιον οἶνον
κερνώντας στα ποτήρια τους πού ὑπερηφανεύωνται:
Εἴμαστε ὁμήρειο καύχημα στο γιόρτος τῶν Ἑλλήνων.
 
Μὲ αὐτές κι ἐγώ πῆγα παντοῦ κήρυκας κι ολομόναχος·
ὦ πάτριο χῶμα τῆς ἱερῆς, φιλτάτης Παλαιστίνης·
κι ἀθέατος κι ἀσώματος τὰ θεϊκά τούς πίστωσα
κι ὅσα με προβλημάτισαν στο ἄγχος τῆς εὐθύνης.
 
Ναί, εἶχα πολλούς ἀγῶνες μέσα μου ὡς ἐξερεύνησα,
τήν δαιδαλώδη τῆς ψυχῆς μου ὑποδομή ὦ, οἴα·
κι ἀπίθωσα τον λόγο μου στα ίστορημένα·
ἐπίστεψη στο ἦθος καί στα οράματα τοῦ νοῦ σου ὦ Ἠσαΐα.
 
Τώρα πού οἱ μαθητάδες μου ὑπάρχουν, ἀγωνίζονται
καί ἀνάσανα καί μπόρεσα να θέσω ἐν συνειδήσει
ὅ,τι συνέβη τον καιρό πού ἤμουν ἀβοήθητος.
Σε Νότο καί σε Ανατολή καί σε Βορρᾶ ἡ σε Δύση.
 
Μα χθές καί μόλις έμαθα πώς ἦλθαν να θωρήσουν με
οἱ γυιοί πού ή παντάνασσα δωράει στον κόσμο Ἑλλάδα,
εἶπα τὸν ἔπαινο γιά τούς: πού κάποιον Μύστη ἐλάτρεψαν:
Ἐκειόν πού πάνθηρα ἵππευε ἤ λιόντα γιά φορβάδα.
 
Ἦταν αὐτοί πού ἀστέρωσαν τή σκέψη καί τὸ αἴσθημα,
δωρίζοντας στοῦ καθενός τήν ἔφεση, σειρήνων
ᾠδή τήν ἀπροσμάχητη, στο ὑπάρχειν καί στο γίγνεσθαι:
Ορφεύς, Ἡράκλειτος, Πυθαγόρας, Δημόκριτος, Ζήνων.
 
Ἐντεῦθεν κι ἀσταμάτητα εἶν' ἡ καρδιά ὑπερήφανη
κι οὐδέ κοντάρια σκιάζεται, σπαθιά ή φόνια τόξα.
Ἦρθαν οἱ Ἕλληνες μ' ἐμέ πού ὅλον τὸν κόσμον ἔσεισαν:
Πρωτοπορία, ἔρευνα, φήμη, ἐπιβολή, φῶς, ἀπρόσιτη Δόξα.


ΥΠΟΤΡΟΠΗ
 
Προέκυψε λοιπόν καί ἄλλος «Καππαδόκης».
Ὁ ᾿Αλεπουδέλης, κατά κόσμον.
Ἐλύτης εἰς τὰ καθ' ἡμᾶς.
Όστις απτόμενος τοῦ ἐπηρμένου Νόμπελ,
θωρόντας βασιλεῖς νεοβαρβάρους
τα γαλλικούλια του ἤρθρωσε ἀγωνιῶν
(ὑβριστική γιὰ μᾶς αὐτή του ἦτο ή στάσις
την γλωσσικήν ὑπεροχή μας έννοῶ
που εἰς μοῖρα δευτερεύουσαν ἑτέθη
με τίς σεφερικές ὀλέθριες μεταστάσεις)
κάθιδρως καί φοβούμενος
μήν πνεύσει αἰφνιδίως ἡ αύρα τοῦ Αἰγαίου
καί τόν διαψεύσει, τὸν ἀποδοκιμάσει.
Καθώς ἐκεῖνο, εἶναι γνωστόν: Έλληνιστί
καί φθέγγεται καί ὑπάρχει παγκοσμίως.


ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Μπορεῖς νὰ εἰπῇς ὅτι ἀκολουθώντας κάποιους ἄλλους
αὐτῶν κατέστη καί ὁ ἀποτρόπαιος μιμητής.
(Ως ὁ Δημάρατος τῆς προδοσίας ἡ περίπου.
Παρεμφερές ἀντίγραφον τοῦ μιαροῦ ᾿Αλκιβιάδη.).
Τώρα οιονεί ριψάσπιδες καί οἱ τρεῖς
περιπλανώνται ὡς ἄδικη κατάρα
στα Τάρταρά μας τὰ ἐθνικά· φρικώδην ενοχή
μή στέργοντες ν' ἀποδεχθοῦν ἐπιβεβαιωμένη.
Κι᾿ ὁ λαός λέει : «Νὰ ὑπέθετε άρα
σοβαρά ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος,
πῶς δὲν θὰ ἐγίνετο κατάφωρος
το χίλια εννιακόσια είκοσι (1920),
ἡ πρόφασις τῶν Ἑκλογῶν γιά τή φυγή του
τὴν ἐν σπουδῇ πρός τη Γαλλίας».
Ὅμως ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ὡς ἔφεσις παράφορος
τὸ ἄκριτο καί ἄκρατο λιβάνισμα τοῦ «Εθνάρχη».
Πλήν ἀπό λίγους· μά για τους πολλούς ή τριανδρία
σὰν ἐφιαλτική φαντάζει· τῆς παρέας ὁ τρίτος
κερνάει στούς δυό ἄλλους τσικουδιές πικρές
(συμπότης τῆς ἀνεντιμότητος, τοῦ δόλου)
τές πράξεις πού καταδικάζει ἀπηνῶς ἡ Ἱστορία.


ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ


 
Πολυδύναμε Ναύαρχε μέ τό γαλήνιο βλέμμα
τό εἶχες ἐντός σου τον θυμόν ὡς προσταγή πού ἀνάβει
τὸ πῦρ στα τηλεβόλα μας ἀσίγαστο και πρώτο,
στα φυλλοκάρδια ἑνός θεοῦ τη ρότα σε καράβι.
Κι' ἔτσι ἔπραττες τὸ ἀπίθανον καταδρομέας θυέλλης:
Τῆς Λήμνου ὁ θαλασσάετος, λιόντας ὀρφνός τῆς Ἕλλης.


  
ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΔΙΔΥΜΩΝ


Κυκλοφοροῦν στις μυστικές διόδους τοῦ Εἶναι μας,
τοῦ ἑλισσομένου αἵματος δυό κύματα βιογονίας:
Ὑπόστασις ἡ ἄϋλη τοῦ ὀρχηστοῦ, ἐγκώμου Διονύσου
πού εὐόρκως ὀνομάσθηκε παλαίτατα, ὀρφική.
Το ἄλλο μας ἐγώ στήν ἔπαλξη μιᾶς μουσικῆς θρησκείας:
Ἡ ἔνυλος ὑπόστασις τοῦ ἀοιδοῦ, κιθαρωδοῦ Ὀρφέως
στη δίδυμη ἐνορχήστρωση πού ἀπεκλήθη βακχική
κι' ἐγράφη χρυσοπόρφυρη στούς πάπυρους τοῦ ὀνείρου:
Πά στις καρδιές, πα στις ψυχές, πά στον ρυθμό σου ὦ Γῆ!
 
ΙΚΕΣΙΑ
 
Ὁδόστρωμα σκεβρό, ἱερό, αδρό στή λεωφόρο τῶν λεόντων.
Τῆς Δήλου μιγνύεται ται ὁ πολυθέλγητρος χορός
μὲ τῶν κυμάτων τόν ἀνεμπόδιστο καταιγισμό.
Λάμψη τῆς μνήμης καί ὁ ψυχισμός τῶν ὄντων
ἑλλαδικός· καθώς πορεύεται καί δείχνει ἐπισταμένως
ἀτόμων καί λαῶν τήν φαεινή, κοσμοσώτειραν όδό.
Τοῦ Ἰάκχου σα να βλέπω τήν μεγαλειώδη πορεία,
μά τό ἀνεμοφτερωμένο βούϊσμά του τό ἀκούω, εἶν' ἐδῶ!
Εὐωδᾶ τοῦ ᾿Απόλλωνος ἡ ἁγαστή, πολυθρύλητη δαφνηφορία
τοὺς ἐγκόσμιους πόθους Δήλιε παιᾶνα ὑποδέξου, ἀποδέξου
την ταπεινότητά μου, ἐνορχήστρωνέ με ὡς μουσηγέτην Αοιδό.


 ΕΝΑ ΘΕΡΟΣ ΘΛΙΒΕΡΟ
 
Δἐν ἐπῆγα ἐφέτος ὅπως ἄλλοτε ν᾿ ἀνασάνω στὰ σπάρτα
χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῶ, ἔφυγες, ἄνοιξη.
Καὶ τώρα συλλογίζομαι τὴν ὀμορφιά σου
στὰ μάγια ἐκεῖνα, στὰ πλάγια τῶν κίτρινων λόφων
ποὺ μέσ' στὴν ἀγκάλη ἀπόσβησε τοῦ θέρους.
(Ὅταν γιὰ νὰ τὰ βρῶ ἔφτασα κι ἔψαξα
τῶν τάφων τους ἐσύλησα καὶ τὴν σιωπὴν ἀκόμη
κι ηὗρα κατάλοιπα σὰ ξεχασμένης ντυμασιᾶς
κεντήματα στὸ χῶμα ἐπά, κοσμήματα τῆς Κόρης˙
Καὶ τὴν βαθύπνοη εὐωδιά τους μνήμη,
τοῦ φευγαλέου ἀνέμου ἀπατηλὴ
ποὺ ἔφιππος τὴν πλάνεψε καὶ τὴν ἐπῆρε ἀλλοῦθε) .
Μέσα μου ὅμως, κάτι σὰ νὰ ἔχω κρατήσει καὶ πιστά:
Τῶν σπάρτων ὦ χοή, ποὺ κάποτε, σὲ πήλινο βάζο
κάποιου πληβείου τὸν αἰώνιον οἶκο εὐωδοῦσες·
κι αὐτός του εὐφραίνετο βαθιά καθὼς βασίλειος γόνος.
Στὴ ρεματιά κυλάει τώρα πιὰ ὁ ἥλιος καὶ ἡ αὔρα
πυρόξανθη κι αὐτὴ σὰν φλογερὸ κορμί
κι ἡ σαῦρα νέμεται τὸν ἴσκιο τῶν φρυγμένων πλαπανιῶν·
στὰ θάμνα τῶν ὑμνοδόξαστων ἀηδονιῶν οἱ φωλιὲς εἶν᾿ ἔρημες.


ΑΡΝΗΣΗ
 
Μετέβη καὶ ὁ Σεφέρης στὴ νομπελική Σουηδία
βραβεῖο λαβὼν ὑπὸ μάλης.
Κατὰ τὰ εἰωθότα λόγο ἀπηύθυνε καινό,
μὰ δυστυχῶς στὴ γλῶσσα τῶν Φραντσέζων·
γλωσσομαθείας ἐπίδειξη νὰ ἦτον, ἄραγε,
ἢ συγκατάβαση διὰ τοὺς μὴ εἰδώτας
τὰ γλωσσικά μας πράγματα; πάντως ὅ,τι ἂν ὑπῆρξε,
προσέβαλε τὴν μητρική λαλιά μας
κι ἐκείνη πλήρης λύπης ἀμερίστου,
στὸ σπήλαιο τῶν μακρινῶν ἐνιαυτῶν ἐκρύβη.
Τὸ εἶπαν ὀρθῶς: οὐκ ἀπογίγνονται τὰ γενόμενα.
Τὸ λάθος τῆς ζωῆς του εἶν᾿ αὐτὸ καὶ παραμένει˙
Κατάφωρον: ἔπρεπε νὰ εἶχεν ὁμιλήσει ἑλληνιστί.


ΗΔΟΝΗ


Eχεις ἰδεῖ κορίτσια ἐν κατόψει˙
πὼς φαίνωνται οἱ πύργοι τους πρωραῖοι
καὶ τῶν γλουτῶν αἱ θωρακίσεις
τὰ σκέλη ἀνάστροφα κατάρτια
τὰ χέρια κῶπες καὶ σὰν χέλυ, ἄ, ἡ ὀσφῦς!
᾿Ἀλλὰ καὶ σὺ ὁμιλία, λιγύμολπος αὐλός,
ἄνθος τῆς μελικῆς ποιήσεως·
τότε φαντάζεσαι τὴν εὐτυχία μεταξὺ τῶν δύο
σκελῶν· κι εἶναι ἡ στιγμή
ἡ σπουδαιότερη˙ νομίζεις πὼς διέρχεται,
ὡδεῖο, ἀπὸ τὴν παραδείσιαν ἁρμονία, μαγικό
μέσα σὲ δόγηκο πλοῖο, μὲ ρόδακες, μὲ ἀνθέμια.


ΓΝΩΜΙΚΟ

Πώς πλήττονται τα φρούρια και πέφτουν
παρά την άμυνα των υπερασπιστών τους·
οι εχθροί κ’ όταν ακόμη δεν εφορμήσουν
αν είναι να χαθή το φρούριο χάνεται
και χάνεται χωρίς μάχη καμμία·
σαπρία τού έχει φάει τα οχυρώματα
στα θεμέλια κ’ οι έγκλειστοι δεν το γνωρίζουν
και πιστεύουν πως η νίκη δεν θα φύγει
ενώ περνάς, ώ ήττα, όπως αόρατος
κάτω από τα βρύα ο υδάτινος λαός,
εν σιγή οδεύει προς την αμμοστέφανη παραλία.
Ω πόλεις, ω φρούρια και ω ψυχές
μελετάτε ακούραστα τα οχυρώματα
και τα θεμέλιά σας·
ό,τι νικιέται χάνεται εις το χθες
και τ’ αύριο καθόλου δεν χαράζει.

Από τη συλλογή «Πένθιμη δόξα»-1959

ΚΩΜΟΣ

Σαν αργυραμοιβός προβαίνει το φεγγάρι
και πράος και γελαστός και δολοπλόκος·
γύρω του οι πόκοι από ποίμνιο που εκάρη
θαρρείς το και που φύλαγε ο Πιτσικώκος.

Τίμια κρόνια κέρματα και αποζητούνε
μαύρα χάη να εξοφλήσουν, φίλια τ’ άστρα·
επαμειβόμενο το λαβείν και το δούναι
μιάς αιθέριας βαρβίτου στη ραβανάστρα.

Στην ψυχή μου πρωτόγνωρη δύναμι ας έμβη·
κι’ εύχου το κάλλος της, αρχαίο, να μοιάζη
με των χρυσών ονείρων μου τη θεία ρέμβη.

Σιμώνει, ακούω τη φωνή, συναρπάζε:
Μυθώδης έως τις κορφές δέντρων κι’ ορέων
Και μέθυσος και νυκτιπάτης ο Ανακρέων.

ΣΠΟΝΔΗ

Τα δρύινα βαρέλια να χτυπώ στο πόρτιασμα
κι’ εκείνων ν’ αντηχούν οι ως έμβιοι βόμβοι·
που σα δεχτούν το αίμα σου χοχλό, Διόνυσε,
τον πείρο ακούω, να μουγκανίζη, ως εκατόμβη.

ΜΟΝΟΣ


Εφέτος δεν αγόρασα, δεν επήρα
την λαμπάδα της μεγάλης
Παρασκευής· ήταν βαριές οι λύπες·
μηδέ την αναστάσιμη
σαν σύμβολο έστω και υπόσχεσι
κάποιας αισιοδοξίας ή πτήσεως,
προς το βασίλειο της χαράς
ἡ των ασπίλων χιμαιρών
εις ας προσβλέπω,
του καθ' ημέραν βίου·
[Σαν τέλειωσε η κάθε μια πομπή,
κι επέστρεφαν οι μετασχόντες
των αναπαραστάσεων,
ευχόμενοι, χαριεντιζόμενοι αλλήλοις
έκλεισα το φως κι αποκοιμήθήκα·
σαν ευτυχής, σα δυστυχής·
μάλλον αδιάφορος προς πάντα
τα συμβαίνοντα τα τόσο κυριώδη].


Ο ΓΕΡΩΣ ΤΟΥ ΛΙΒΑΡΙΟΥ

Στην καλαμένια του ετοιμόρροπη καλύβα,
σκυφτός ο Ζάφνος που για πάπιες ενεδρεύει·
κι’ αργοσαλεύουν μέσα του στριφνά τα ερέβη·
Μνήμη της φυλακής του ανήμπορη ο Σίβα.

Ένα τσιμπούκι αναμμένο πάντα σε θέση
που δάκνει κι’ είναι από ατόφυον αιματίτη·
σαράντα χρόνια η τιμωρία κι’ η Νεφερτίτη
του απαιτεί γονατιστός να της προσπέσει.

Μες στου καπνού την αποπνιχτική βραχνάδα,
περνάει ωχρό το θύμα του και σύζυγός της
που αδιάφορος φάνη γι’ αυτόν κι’ ο Άγιος Σώστης.

Φτερώνουν τα υδρόβια και η εννεάδα
των δεκαετιών του προκαλεί, κομπάζει
στην παγωνιά που φύεται σαν το ραγάζι.

ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Μες στη γαλήνη ωριοκεντάει το αηδονολάλημα
με φορτισμένους ακκισμούς την μυθική αμφιλύκη·
της νύχτας το αργοΰφαντο, πεποικιλμένο ένδυμα
μόλις που πάει για να φανή σα σκέπασμα ενός λίκνου
που χέρια κατεκόσμησαν με της στοργής τα μάθη·
[Ρεμβώδης πλούτος, άμωμος, πολύχρωμος που απλώνει
Έναν καινούργιον ουρανό, του πρώτου αντίπραξι,
Τριγύρω μας κι’ αστροφορεί τα μικρολούλουδά του·].
Πώς φτερουγούν ορίζοντες, δέντρων κορφές κι’ αισθήσεις
στη μυστική που εστρώσαμεν απόψε πανδαισία,
επά στον χλοοτάπητα που αβρός δωράει την δρόσο
για να χαρή την όλβητα ο εφήμερος εαυτός μας.

ΟΡΙΣΜΟΣ

Είναι ποίημα:
το ένθεο πουλί
του πνεύματος
που μέσα
στον απόλυτον
ουρανό πέτεται
της φαντασίας,
όλβιες φορές·
λαλώντας
τον αιθέριον,
εναρμόνιο Λόγο.

ΚΛΑΙΡΗ

Εφαίνοντο οι μαστοί σα βρύσες της ζωής,
όπου ροούσαν σιγηλά τον ευτύχιο πόθο·
[Στην προβολή του λυκαυγούς καθώς χρυσέλαμπε
το δωρητήριο πέπλο προς τη μέρα.].
Μιά έξαρσι από λύρα έπαλε μέσα μου·
τα δέντρα στοίχιζαν τη δροσινή πνοή τους
με μιά καρδιά που αρίστευε στης έλπισης
το φτέρωμα και στον ρυθμό του ερώτου.
Τώρα βυθάω προς το λυκόφως της απόγνωσης
κι’ η έλπιση έχει όνειρο απομείνει που σβήνει
για εκείνο το έαρ των τόσων υποσχέσεων.

Από τη συλλογή «Έπαθλα και Χάριτες», 1985.

ΜΝΗΣΤΕΙΑ


Πήγαν τα μάτια μου να δακρύσουν,
μα έμειναν τα δάκρυα σα γυαλιά
επάνω στους βολβούς,
όντας η μνηστεία διελύθη·
κι άπραγο το φλουρί στα χέρια
ως είδα της μητρός μου.
Το θέσαμε ύστερα στην κρύπτη του
κι ίσως οριστικά· τι, δεν γνωρίζω πλέον
πότε θα ευοδοθή μια νέα μνηστεία·
κι αν θα ευοδοθή·
κι αν κάποια θα έρθῃ για το ευκλεές
εκείνο δώρημά μας που σχολάζει,
έτσι τα εθιμικά να τηρηθούνε.
Όσο για τα μάτια μου: αλαλιασμένος
κύτταξα το δασομένο βουνό,
να τα σφογγίσω,
στη μακρυνή του βαθυγάλανη έρημιά.

 Η ΠΟΛΙΣ

᾿Αριστίωνος Ηγησίου ἐπιθυμία τὸν Δ΄ μ. Χ. αιώνα:

Ήθελα νὰ περνοῦσα μετημφιεσμένος
σε μία πόλι ἀρχαία ἑλληνική
τους δρόμους νὰ θωρῶ, τις ἀμφιέσεις
ν' ἀκούω τον λόγο
κανείς νὰ μὴ γνωρίζη πώς δὲν εἶμαι ἀρχαῖος
ἀλλὰ ἕνας νέος ἄνθρωπος μὲ ἀρχαία στολή
τὸ ναὸ νὰ ἐπισκεφθώ τοῦ Διονύσου
ντυμένον μὲ κισσούς· τὰ Ιστορικά συμβάντα
ν' ἀκούσω νὰ τὰ τραγουδοῦν οἱ ραψωδοί
μὲ ἄλλους λόγους τη ζωή της
ὡς ἦταν᾿ ὄχι ὅπως εἶνε στὰ βιβλία·
κι' ἀφοῦ παρακαλέσω τὸν γέροντα καιρό
νέος κι' αὐτὸς νὰ γίνῃ, νὰ μεταμφιεσθῇ,
νὰ ἐδῶ στο θέατρό της κάποιο δράμα
κι' ὕστερα σὲ μιὰ στήλη νὰ διαβάσω 
,τι θὰ ἔγραφαν λαμπρώς, λεπτοφυώς
 ΑΡΜΟΞΕΝΟΣ ΘΕΟΤΙΜΙΔΟΥ ΙΣΤΙΑΙΕΥΣΤΡΑΓΩΔΟΣ
κατενθουσιασμένος, καταγοητευμένος, 
κατασυγκινημένος κανείς δεν μ' άντελήφθη μόνο που 
θέλω ἕνα ἐνθύμιο βαρύ
καὶ πειστικό γιὰ ὅσους ἀμφιβάλλουν
ἐὰν ἐπῆγα ὄντως.
μήτε την βρήκα μὰ οὐδὲ τὴν ἔκλεψα
Τότε θὰ ἔλεγα: την πόλι ἀποχαιρετώ 
μόλις την αγόρασα στοῦ κεραμέως δεῖνα
μὲ ἀργυροῦν ὀκτόβολο, ένα νόμισμά της
 (θυμούμαι· στη μιάν όψι του είχε στεφανωμένη
 μορφὴ μὲ κλάδο αμπέλου· νύμφη στην άλλη
σε πρύμνη πλοίου κι' ἐκράτει Ικριο τροπαίου.)
 Ηύρα την πόλι ζώσα· κι' αγόρασα υδρία· Ιδέτε.
Διότι ἡ πόλις
ἂν ἤθελα ἠμπόρειε νὰ μοῦ τὴν δωρίση
ἀφοῦ ἐμάθαινε πώς φίλος της διατελώ
καὶ πώς ἐμετημφίεσα τον γέροντα καιρό.
 
ὦ ᾿Αριστίων, ὡς ἑτοιμάσουμε ζωοτροφίες, 
ἀποσκευές· ὅλα μας τα χρειώδη
καὶ τὰ εὐβοϊκά σου άλογα, εἶπε ὁ Λυκίας.

κι' ίσως μὲ γλύφανο καὶ· πιθανόν αὐτά:

Θέλω να φέρω μιαν ὑδρία καὶ νὰ πῶ:


ΟΙ ΘΕΣΠΙΕΙΣ ΣΤΙΣ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ


Κάποιοι ξέρουν καὶ λένε μεγάλα λόγια
ἡ ἡμποροῦν καὶ πράττουν τα μεγάλα.
Ὑπάρχουν ἄλλοι ποὺ δέν θέλουν νὰ εἶποῦν κανένα λόγο
μὰ τὰ μεγάλα πράττουν πάντα.
Λειψή γι' αὐτοὺς ἐστάθης, ὦ Ιστορία
μὰ οἱ Θεσπιεῖς δὲ νοιάζονται
κι' ἐπιγράμματα δέν θέλουν,
οὐδὲ τὴν ρικνοπρόσωπη γριά ὑστεροφημία.
Χωρίς τυμπανοκρουσίες, στεφάνους ἢ τὴν αίγλη
που ξέρουν κάποιοι πώς θὰ τοὺς ἀκολουθεῖ τὴν κάθε πράξι
ἐπειδή έχουν την καταγωγή περίβλεπτη, πλουσία
κι' ἀδιαφοροῦντες γιὰ τὸ τὶ θὰ εἶποῦν οἱ ἄλλοι
κι' οὐδέποτε τους άλλους ἐπιτιμοῦντες
σὰν τὰ σπουδαία καὶ πρέποντα δέν πράξουν,
ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ πράττουν ό,τι
κανείς δὲν τοὺς ἐπρόσταξε ἢ θέλησε ἢ ποὺ ἀποβλέπει,
καλό ή κακό κι' ἐκεῖνοι ἐξακολουθούν
σιωπώντες κι' ἀπλοί μέσ᾿ τὴν ἀπόφασί τους.
᾿Αλλ' οἱ Θεσπιεῖς δὲν ἦταν κακοὶ οὐδ᾽ ἁπλῶς καλοί·
ἐνδόμυχοι ὁδηγοῦντο στη θυσία·
δέν πῆγαν σαν πανούργοι ή σαν είλωτες
καὶ πάντα μία φωνή τους καλεῖ διαλαλώντας
πώς ἦταν ἡ ἔγιναν μὰ πάντα μένουν
τοῦ ἀριστεύειν ή κειν ἡ πανοπλία καὶ ἡ οὐσία ἡ ἀγαθή,
(στις πύλες τοῦ κόσμου οἰκοδόμησαν τὰ πλείω αὐτοί)
τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν λαῶν ἡ ἐλευθερία.
Οἱ Θεσπιεῖς στις Θερμοπύλες
ἔτσι που πήγαν φαίνεται νὰ ἐγγίζουν
τὸ μέγιστο καὶ τὸ εὐγενές·
γιατὶ ἂν εἶχαν οἱ ἄλλοι ἀποφασίσει
ἢ τοὺς τὸ εἴχανε προστάξει ἄλλοι πάλι,
αὐτοί ἔμειναν χωρίς κανείς νὰ τὸ ἀπαιτήση
κι' οὐδὲ νὰ τὸ παρακαλέση,
σεμνοί κι' ὡς ἀπαιτεῖ ἡ θυσία πλήρεις.
Μιὰ πόλις μέσ' τὸ τιμαλφές.
Καὶ Θεσπιεύς κανείς προδότης
ἡ βασιληᾶς ἢ ὁπλίτης ἢ τοῦ πνεύματος βλαστός,
αίφνης γλύπτης, σοφιστής, οἰκοδόμος, ζωγράφος, θεσπιωδός.


ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ


Αβέλλιος, Αθανάσιος, ΄Έπαθλα και χάριτες, 1985.
Από το πρώτο του βιβλίο («Ο μετημφιεσμένος καιρός», 1956) είχε αποσπάσει την προσοχή, ως ένας παράξενος ποιητής, ο οποίος, παρόλο που έφτανε συχνά πολύ κοντά στη μίμηση της γλώσσας του Καβάφη, διατηρούσε καθαρή τη φυσιογνωμία του. (Αυτό, το να μετουσιώνεις σε τελευταία ανάλυση σε προσωπική μια γλώσσα με φανερά ωστόσο τα δάνειά της, είναι απόδειξη ισχυρής ποιητικής ιδιοσυγκρασίας. Μια από τις πιο επιτυχείς κριτικές ρήσεις του Σεφέρη είναι η γνωστή, για τον Κάλβο και το Σολωμό: «Η επιτυχία του Κάλβου (ο Σολωμός από αυτή την άποψη δεν πει τυχε περισσότερα) είναι ότι μπόρεσε, με τα υλικά που είχε στη διάθεσή του, και μολο-νότι τα υλικά αυτά είταν αλλότρια και πολέμια, να διασώσει μια φυσιογνωμία».)
Προτάσσει εισαγωγή, θεωρητικά, θα έλεγα, ανεδαφική, στην οποία υπεραμύ νεται των τόνων και των πνευμάτων. Υποστηρίζει ακόμα, ότι η δημοτική, που δεν επαρκεί για την επιστήμη, δεν επαρκεί ούτε για την ποίηση. Έτσι το γλωσσικό υλικό του, με το οποίο εκφράζεται «σε καίριες στιγμές των βιωματικών παρορμήσεων, δέχεται τη δυναμική επικουρία λέξεων από όλες τις περιόδους της ιστορίας και της γλώσσης μας».
Βαθύτερα ελεγειακός, μιλεί για την «πένθιμη δόξαν (τίτλος της δεύτερης συλ λογής του, 1959), θέλει ωστόσο και το πένθος να το πνευματώσει, να το περάσει μέσα από τα φίλτρα μιας σεμνοπρεπούς ποίησης. Δίνει εικόνες αρτιωμένες, πνευματικά υποστασιωμένες, παρόλη τη συνειδητά επιλεγμένη νοηματική διαφάνεια των στί χων του.
Συγκερνά δημοτική μνήμη, καθαρεύουσα, λογιοσύνη και αρχαιότητα σε κρά ματα επιτυχή, συχνά.
 
ΤΟ ΥΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΔΟ
 
Ήπιος Νοέμβρης και περπατάς στην ακροποταμιά
πέρα κάποιου σιδηρουργού εἶναι το καλύβι·
μια ομίχλη αλαφριά σα ν' απειλή την καλωσύνη απόψε
του καιρού που ξέχασε το ντύμα των χειμώνων.
Δίπλα στου καλυβιού την πόρτα
ένας αείανθος και αυτοφυής και πολυκαιρισμένος
που αποβαίνει χρήσιμος.
Και ακούς στο αμόνι το σφυρί να συνδιαλέγεται,
επάνω στα καθέκαστα που η πείρα παραγγέλνει
του γεωργού με ησιόδεια προσταγή.
Κρέμεται απόξω ένα υνί πα σε κλαδί του δέντρου
μα στην αντίπεραν οπή και θηλυκώνει ο μίσχος,
βαμμένου ρόδου που έσμιξε, σε νοτισμένο ἀπόγευμα,
τὸ ἡλιόφως μὲ συγκίνησι στὸ βλέμμα του οδοιπόρου.
Κοσμεί τον μόχθο η ροδαυγή κι αναγαλλιάζει ο κόσμος.


Αθανασίου Αβέλλιου:
 
 "Αυλός ὁ ἐγκάρδιος " (ποίηση),
 "Φωταψία τοῦ πυρήνος τῶν μύθων" (ποίηση).
Εκδόσεις «Μαυρίδη».
Ένας γενικώτερος πολιτισμικός προβληματισμός
ἀναδύεται ἀπό τίς δύο ποιητικές συλλογές
πού κυκλοφόρησε φέτος ὁ κ. ᾿Αθανάσιος ᾿Αβέλλιος,
με τίτλους “Αυλός ὁ ἐγκάρδιος" (σελ. 70)
καὶ "Φωταψία τοῦ πυρήνος τῶν μύθων" (σελ. 86).


Γράφει στην πρώτη:


«Στην πλατεία τῆς Οὐράνιας Γαλήνης τοῦ Πεκίνου
 ἔσβησαν τα φούμαρα τοῦ Μάρξ, τοῦ Λένιν
[καὶ τοῦ Μάο
κι έγιναν τ' άστρα της, τοῦ πένθους, τῆς
[ἀπόγνωσης ανθάκια
Στυγνό το πρόσωπο τῶν τυράννων ἐφάνη
σαρδώνειο να γελάη στόν ἀβάσταχτο σκοπό
[ἑνός θρήνου
καθώς φώναζαν ὡς να σκότωναν τα
[φοιτητάκια Κινεζάκια:
Δυστυχισμένη μου κίτρινη πατρίδα τοῦ πόνου,
[σ' ἀγαπάω.


Προβληματίζεται στη δεύτερη:


Εἶναι καλύτερος ὁ θεός μας.
Χειρότερος εἶναι ὁ μέθ᾽ ὑμῶν
κι ἄντε νὰ βρῆς ποιός ἀποστρέφει
το πρόσωπό του ἀπ' τὸ ἐμόν.
Καὶ ἀκοῦς τὸν Ἱεροεξεταστή:
λύτρωση μόνον ἐπὶ τῆς πυρᾶς·
μέ προκυπτούσας τάς ᾿Αράς
πού ἀλυσσοδένουν χιαστί.
 
Εἶναι μιά ποίηση ἀξιώσεων, διαχρονικῶν
καί πανανθρώπινων στοχασμῶν καί λόγου.