Η ΠΟΛΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ
Mἐ
τὸν δεσμὸ γηγενή, μνήμη πενῆντα ἐτῶν·
στοχάζομαι
τὸν βίο μου καὶ τὸν δικό της,
ποὺ μαστίζεται σκληρὰ σὰ διχασμένη ἀλήθεια˙
ἡ πόλις αὐτὴ πῶς μ᾿ ἔχει ἀπὸ καιρὸ ἐγκλωβίσει
τὰ ἴδια κτίρια καὶ τὰ νέα καθὼς τὰ παλαιά
τίποτε
δὲν ἀλλάζει, τοὺς ἴδιους βλέπω ἀνθρώπους
κάθε
μέρα κι ὅμοια τῶν δρόμων εἶναι οἱ στροφές
ἀφίλιωτες οἱ πλατείες καὶ τὰ κηπάρια τοῦ δήμου
σὰ νὰ μὴ φέρνουνε τὴν εὐτυχία τῶν παραδείσων·
θὰ ἐπεθύμουν ἀπροσχηματίστως, θεία
συνάρσει,
ν᾿ ἀπαλλαγῶ τῶν φοβερῶν, παντοίων δεινῶν της
τῶν ἐγνωσμένων καὶ οἱονεὶ ἀπωθημένων,
ὁδῶν καὶ πλατειῶν καὶ κηπαρίων τῆς ἀναψυχῆς!
Μὲ κούρασεν ἡ ἔντονη ζωὴ ποὺ χάριν αὐτῆς ἔχω ζήσει·
διαπληκτιζόμενος μετὰ τῶν καθαρμάτων,
τὴν αἴσθηση ἐπιδιώκων τοῦ καθήκοντος νὰ φέρω·
διὰ τὰ ὀρθά, τὰ ἔντιμα καὶ τὰ ὠφέλιμα μαχόμενος
ὕβρεις ν' ἀκούω, προπηλακισμοὺς νὰ ὑφίσταμαι!
"Ὅθεν πολλές φορές
νομίζω πὼς τὰ κτίρια της μὲ ἀσπλαχνία,
μετακινούμενα
νὰ μὲ συνθλίψουν ἀποπειρῶνται˙
ἰδίως τὲς παγερές νυχτιὲς ὅταν τὰ φῶτα σὲ ὁμίχλες μονάζουν
Βέβαια
παραισθήσεις εἶν᾿ αὐτὰ καὶ τὸ γνωρίζω σαφῶς.
Ὅμως αὐτὴ δὲν ἔχει ἐμπειρίες, τίποτε δὲν αἰσθάνεται.
Τι
ἀδιάφορος ποὺ εἶναι καὶ ἀνοικτίρμων ἡ ἐν λόγῳ πόλις!
Δοκιμιακή Ανάλυση
«Η πόλις που δεν αλλάζει»
Το ποίημα συγκροτείται ως εσωτερικός μονόλογος μακράς πνοής, όπου η πόλη λειτουργεί όχι ως απλό σκηνικό, αλλά ως αντίπαλο υποκείμενο της ζωής του ομιλητή. Από τον πρώτο στίχο, η σχέση δηλώνεται ως δεσμός «γηγενής», δηλαδή οργανικός, σχεδόν μοιραίος. Η πόλη και ο βίος του ποιητικού υποκειμένου συνυφαίνονται σε μια κοινή χρονικότητα πενήντα ετών, χωρίς όμως αμοιβαιότητα: η πόλη παραμένει αμετάβλητη, ενώ ο άνθρωπος φθείρεται.
Η βασική ιδέα του ποιήματος είναι η στασιμότητα μέσα στη διάρκεια. Παρότι τα «νέα» συνυπάρχουν με τα «παλαιά», τίποτε ουσιαστικά δεν αλλάζει. Η επανάληψη των ίδιων ανθρώπων, των ίδιων στροφών των δρόμων, των ίδιων αφίλιωτων πλατειών δημιουργεί την αίσθηση ενός κλειστού κυκλώματος. Ο αστικός χώρος δεν εξελίσσεται· αναπαράγει τον εαυτό του, εγκλωβίζοντας όσους τον κατοικούν. Η πόλη γίνεται έτσι μηχανισμός επανάληψης και όχι ιστορικής κίνησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ηθική διάσταση του λόγου. Το ποιητικό υποκείμενο παρουσιάζεται ως άνθρωπος που έζησε «ἔντονη ζωή» χάριν της πόλης, όχι παθητικά αλλά αγωνιστικά. Η σύγκρουση με «καθάρματα», η εμμονή στο καθήκον, η μάχη για τα «ὀρθά, ἔντιμα καὶ ὠφέλιμα» συγκροτούν ένα ήθος ενεργού πολίτη. Ωστόσο, η ανταμοιβή δεν είναι η δικαίωση, αλλά η κόπωση, οι ύβρεις, ο προπηλακισμός. Η πόλη δεν λειτουργεί ως κοινότητα αξιών, αλλά ως χώρος ηθικής φθοράς.
Στο δεύτερο μισό του ποιήματος, η σχέση με την πόλη αποκτά σχεδόν παρανοϊκή ένταση. Τα κτίρια προσωποποιούνται και εμφανίζονται ως απειλητικές οντότητες που επιχειρούν να συνθλίψουν τον ομιλητή. Η εικόνα αυτή δεν παρουσιάζεται ως αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως συνειδητοποιημένη παραισθητική εμπειρία. Η αυτογνωσία του υποκειμένου («παραισθήσεις εἶν᾿ αὐτὰ καὶ τὸ γνωρίζω») δεν αναιρεί τη βιωματική αλήθεια του φόβου· αντίθετα, την ενισχύει. Η πόλη δεν χρειάζεται να επιτεθεί πραγματικά· αρκεί η αίσθηση της διαρκούς πίεσης.
Η τελική κρίση είναι αμείλικτη: η πόλη «δὲν ἔχει ἐμπειρίες, τίποτε δὲν αἰσθάνεται». Εδώ συμπυκνώνεται η υπαρξιακή τραγωδία του ποιήματος. Ο άνθρωπος βιώνει, παλεύει, θυμάται, φθείρεται· η πόλη παραμένει αδιάφορη και ανοικτίρμων. Δεν ανταποδίδει ούτε τον αγώνα ούτε τη μνήμη. Η ασυμμετρία αυτή καθιστά τον δεσμό όχι απλώς άδικο, αλλά οντολογικά άνισο.
Σε δοκιμιακό επίπεδο, το ποίημα λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στην εμπειρία της μακρόχρονης κατοίκησης: η πόλη που δεν αλλάζει δεν είναι απλώς στάσιμη, αλλά απορροφά τον χρόνο των ανθρώπων χωρίς να μετασχηματίζεται από αυτόν. Ο ομιλητής δεν ζητά εξιδανίκευση ούτε φυγή· ζητά απαλλαγή. Η επιθυμία αποδέσμευσης δεν είναι φυγομαχία, αλλά ύστατη πράξη αυτοσυντήρησης απέναντι σε έναν χώρο που εξάντλησε κάθε δυνατότητα ανταπόκρισης.
Έτσι, «Η πόλις που δεν αλλάζει» αναδεικνύεται σε ποίημα βαθιάς αστικής απογοήτευσης, όπου η μνήμη, η ηθική στράτευση και η προσωπική φθορά συγκρούονται με την απρόσωπη ακινησία του χώρου. Η πόλη δεν είναι εχθρός από πρόθεση· είναι εχθρός από αδιαφορία. Και αυτή ακριβώς η αδιαφορία συνιστά τη σκληρότερη μορφή βίας.
ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΟΣ ΙΗΣΟΥ
Ήσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων
ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ· οὗτοι οὖν προσῆλθον ·
Φιλίππω τῷ ἀπό Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας,
και ἠρώτων αὐτὸν
λέγοντες,
Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν·
ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ
᾿Ανδρέα·
καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καί Φίλιππος λέγουσι τῷ Ἰησοῦ·
ὁ δὲ Ἰησοῦς
ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων,
Ελήλυθεν ή ώρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου.
ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, Ιωάννης ΙΒ΄ 20-23
Ήρθα καθώς ὁ κεραυνός που μια γαλήνη ἐτάραξεν
ἀστείρευτη, ἀταλάντευτη μέσ'
στῶν καιρῶν τὸ διάβα
κι ἀπόμεινα ὁ διαφεντευτής στα τωρινά, στα μέλλοντα
δρόσος
στὰ ἔθνη, ἀναπαμός μα και πυρίπνοη λάβα.
Βρήκα σκληρούς στο δρόμο μου κάποιους μεγάλους ἄνακτες,
ἄνδρες ποὺ καὶ
στοχάστηκαν βουβά νὰ μὲ ἐμποδίσουν
κι ἀνίκητος ἐθώρησα, ὦ, τα μεγαλεπήβολα
σχεδιάσματά τους κι όνειρα ποὺ ἀκέρια πᾶν νὰ σβήσουν.
Μελετητής ἐπέρασα πρὸς τῆς ᾿Ασίας τα χώματα
κι ένθρονος καταστάθηκα στη γὴ
τῶν Σουμερίων
με κέντησε ἡ ἀπνοια καποίας ἐρήμου ποὺ ἀπραγη,
ἔμοιαζε καθώς
ἄβουλος φρουράρχης κεντυρίων.
Τούς Σίνες δὲν ἠγνόησα καί τούς Χετταίους ᾤκτειρα·
την Αίγυπτο πού ἀλλότρια
τῶν Φαραώ εἶχε γίνει,
σὰν ἀνημπόρετη ἔννοιωσα γυναῖκα πού δέν μπόρεσε
χρησμό να
φέρῃ τοῦ ᾿Αμμωνος ὡς ἄθραυστο λαγῆνι.
Τῆς Ρώμης τὴν αὐθαδική μορφήν δὲν ἐχαιρέτησα·
κι οὐδὲ σε σένα ὦ Καρχηδών
ἐστράφηκε ή ματιά μου.
Φοίνικες πορφυρότεχνοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι
ἄβιων
σμάρια πιά λαῶν, ἀφαντοι κόκκοι άμμου.
Πρός τήν Ινδία ταξίδεψα τῶν πάντων ὁ ἀταξίδευτος
μνήμες να πάρω καί ἀπό κεῖ
ὡς ὅτε ἡ πεταλούδα
μιλώντας στο ἄνθος νείρεται· ὅμως ὀλίγο μ' ἔθελξε
ἡ πλατεῖα
εἰδῆ τοῦ ἤρεμου, στητοῦ, μειλίχιου Βούδδα.
Δαυΐδ νοερά με κέρδισαν οἱ ψαλμικές σου ἀποστροφές,
ὅμως κι ἀποδειχτήκανε
μονομερῶς ἱουδαῖες·
Μόνο μιᾶς χώρας μὲ ἄγγιξε τὸ ἀνώτερο καί πιότερο,
μέγας,
πολύβιος ἀμητός που συγκομοῦν οἱ Ἰδέες.
Μὲ τοῦτες συγχρωτίζομαι ὡς εἶναι πανανθρώπινες
κι ἐπί παντός τοῦ ἐπιστητοῦ· τὸν ἀκηράσιον οἶνον
κερνώντας στα ποτήρια τους πού ὑπερηφανεύωνται:
Εἴμαστε ὁμήρειο καύχημα στο γιόρτος τῶν Ἑλλήνων.
Μὲ αὐτές κι ἐγώ πῆγα παντοῦ κήρυκας κι ολομόναχος·
ὦ πάτριο χῶμα τῆς ἱερῆς, φιλτάτης Παλαιστίνης·
κι ἀθέατος κι ἀσώματος τὰ θεϊκά τούς πίστωσα
κι ὅσα με προβλημάτισαν στο ἄγχος τῆς εὐθύνης.
Ναί, εἶχα πολλούς ἀγῶνες μέσα μου ὡς ἐξερεύνησα,
τήν δαιδαλώδη τῆς ψυχῆς μου ὑποδομή ὦ, οἴα·
κι ἀπίθωσα τον λόγο μου στα ίστορημένα·
ἐπίστεψη στο ἦθος καί στα οράματα τοῦ νοῦ σου ὦ Ἠσαΐα.
Τώρα πού οἱ μαθητάδες μου ὑπάρχουν, ἀγωνίζονται
καί ἀνάσανα καί μπόρεσα να θέσω ἐν συνειδήσει
ὅ,τι συνέβη τον καιρό πού ἤμουν ἀβοήθητος.
Σε Νότο καί σε Ανατολή καί σε Βορρᾶ ἡ σε Δύση.
Μα χθές καί μόλις έμαθα πώς ἦλθαν να θωρήσουν με
οἱ γυιοί πού ή παντάνασσα δωράει στον κόσμο Ἑλλάδα,
εἶπα τὸν ἔπαινο γιά τούς: πού κάποιον Μύστη ἐλάτρεψαν:
Ἐκειόν πού πάνθηρα ἵππευε ἤ λιόντα γιά φορβάδα.
Ἦταν αὐτοί πού ἀστέρωσαν τή σκέψη καί τὸ αἴσθημα,
δωρίζοντας στοῦ καθενός τήν ἔφεση, σειρήνων
ᾠδή τήν ἀπροσμάχητη, στο ὑπάρχειν καί στο γίγνεσθαι:
Ορφεύς, Ἡράκλειτος, Πυθαγόρας, Δημόκριτος, Ζήνων.
Ἐντεῦθεν κι ἀσταμάτητα εἶν' ἡ καρδιά ὑπερήφανη
κι οὐδέ κοντάρια σκιάζεται, σπαθιά ή φόνια τόξα.
Ἦρθαν οἱ Ἕλληνες μ' ἐμέ πού ὅλον τὸν κόσμον ἔσεισαν:
Πρωτοπορία, ἔρευνα, φήμη, ἐπιβολή, φῶς, ἀπρόσιτη Δόξα.
ΥΠΟΤΡΟΠΗ
Προέκυψε λοιπόν καί ἄλλος «Καππαδόκης».
Ὁ ᾿Αλεπουδέλης, κατά κόσμον.
Ἐλύτης εἰς τὰ καθ' ἡμᾶς.
Όστις απτόμενος τοῦ ἐπηρμένου Νόμπελ,
θωρόντας βασιλεῖς νεοβαρβάρους
τα γαλλικούλια του ἤρθρωσε ἀγωνιῶν
(ὑβριστική γιὰ μᾶς αὐτή του ἦτο ή στάσις
την γλωσσικήν ὑπεροχή μας έννοῶ
που εἰς μοῖρα δευτερεύουσαν ἑτέθη
με τίς σεφερικές ὀλέθριες μεταστάσεις)
κάθιδρως καί φοβούμενος
μήν πνεύσει αἰφνιδίως ἡ αύρα τοῦ Αἰγαίου
καί τόν διαψεύσει, τὸν ἀποδοκιμάσει.
Καθώς ἐκεῖνο, εἶναι γνωστόν: Έλληνιστί
καί φθέγγεται καί ὑπάρχει παγκοσμίως.
Μπορεῖς νὰ εἰπῇς ὅτι ἀκολουθώντας κάποιους ἄλλους
αὐτῶν κατέστη καί ὁ ἀποτρόπαιος μιμητής.
(Ως ὁ Δημάρατος τῆς προδοσίας ἡ περίπου.
Παρεμφερές ἀντίγραφον τοῦ μιαροῦ ᾿Αλκιβιάδη.).
Τώρα οιονεί ριψάσπιδες καί οἱ τρεῖς
περιπλανώνται ὡς ἄδικη κατάρα
στα Τάρταρά μας τὰ ἐθνικά· φρικώδην ενοχή
μή στέργοντες ν' ἀποδεχθοῦν ἐπιβεβαιωμένη.
Κι᾿ ὁ λαός λέει : «Νὰ ὑπέθετε άρα
σοβαρά ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος,
πῶς δὲν θὰ ἐγίνετο κατάφωρος
το χίλια εννιακόσια είκοσι (1920),
ἡ πρόφασις τῶν Ἑκλογῶν γιά τή φυγή του
τὴν ἐν σπουδῇ πρός τη Γαλλίας».
Ὅμως ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ὡς ἔφεσις παράφορος
τὸ ἄκριτο καί ἄκρατο λιβάνισμα τοῦ «Εθνάρχη».
Πλήν ἀπό λίγους· μά για τους πολλούς ή τριανδρία
σὰν ἐφιαλτική φαντάζει· τῆς παρέας ὁ τρίτος
κερνάει στούς δυό ἄλλους τσικουδιές πικρές
(συμπότης τῆς ἀνεντιμότητος, τοῦ δόλου)
τές πράξεις πού καταδικάζει ἀπηνῶς ἡ Ἱστορία.
ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ
Πολυδύναμε Ναύαρχε μέ τό γαλήνιο βλέμμα
τό εἶχες ἐντός σου τον θυμόν ὡς προσταγή πού ἀνάβει
τὸ πῦρ στα τηλεβόλα μας ἀσίγαστο και πρώτο,
στα φυλλοκάρδια ἑνός θεοῦ τη ρότα σε καράβι.
Κι' ἔτσι ἔπραττες τὸ ἀπίθανον καταδρομέας θυέλλης:
Τῆς Λήμνου ὁ θαλασσάετος, λιόντας ὀρφνός τῆς Ἕλλης.
ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΔΙΔΥΜΩΝ
Κυκλοφοροῦν στις μυστικές διόδους τοῦ Εἶναι μας,
τοῦ ἑλισσομένου αἵματος δυό κύματα βιογονίας:
Ὑπόστασις ἡ ἄϋλη τοῦ ὀρχηστοῦ, ἐγκώμου Διονύσου
πού εὐόρκως ὀνομάσθηκε παλαίτατα, ὀρφική.
Το ἄλλο μας ἐγώ στήν ἔπαλξη μιᾶς μουσικῆς θρησκείας:
Ἡ ἔνυλος ὑπόστασις τοῦ ἀοιδοῦ, κιθαρωδοῦ Ὀρφέως
στη δίδυμη ἐνορχήστρωση πού ἀπεκλήθη βακχική
κι' ἐγράφη χρυσοπόρφυρη στούς πάπυρους τοῦ ὀνείρου:
Πά στις καρδιές, πα στις ψυχές, πά στον ρυθμό σου ὦ Γῆ!
ΙΚΕΣΙΑ
Ὁδόστρωμα σκεβρό, ἱερό, αδρό στή λεωφόρο τῶν λεόντων.
Τῆς Δήλου μιγνύεται ται ὁ πολυθέλγητρος χορός
μὲ τῶν κυμάτων τόν ἀνεμπόδιστο καταιγισμό.
Λάμψη τῆς μνήμης καί ὁ ψυχισμός τῶν ὄντων
ἑλλαδικός· καθώς πορεύεται καί δείχνει ἐπισταμένως
ἀτόμων καί λαῶν τήν φαεινή, κοσμοσώτειραν όδό.
Τοῦ Ἰάκχου σα να βλέπω τήν μεγαλειώδη πορεία,
μά τό ἀνεμοφτερωμένο βούϊσμά του τό ἀκούω, εἶν' ἐδῶ!
Εὐωδᾶ τοῦ ᾿Απόλλωνος ἡ ἁγαστή, πολυθρύλητη δαφνηφορία
τοὺς ἐγκόσμιους πόθους Δήλιε παιᾶνα ὑποδέξου, ἀποδέξου
την ταπεινότητά μου, ἐνορχήστρωνέ με ὡς μουσηγέτην Αοιδό.
ΕΝΑ ΘΕΡΟΣ ΘΛΙΒΕΡΟ
Δἐν ἐπῆγα ἐφέτος ὅπως ἄλλοτε ν᾿ ἀνασάνω στὰ σπάρτα
χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῶ, ἔφυγες, ἄνοιξη.
Καὶ τώρα συλλογίζομαι τὴν ὀμορφιά σου
στὰ μάγια ἐκεῖνα, στὰ πλάγια τῶν κίτρινων λόφων
ποὺ μέσ' στὴν ἀγκάλη ἀπόσβησε τοῦ θέρους.
(Ὅταν γιὰ νὰ τὰ βρῶ ἔφτασα κι ἔψαξα
τῶν τάφων τους ἐσύλησα καὶ τὴν σιωπὴν ἀκόμη
κι ηὗρα κατάλοιπα σὰ ξεχασμένης ντυμασιᾶς
κεντήματα στὸ χῶμα ἐπά, κοσμήματα τῆς Κόρης˙
Καὶ τὴν βαθύπνοη εὐωδιά τους μνήμη,
τοῦ φευγαλέου ἀνέμου ἀπατηλὴ
ποὺ ἔφιππος τὴν πλάνεψε καὶ τὴν ἐπῆρε ἀλλοῦθε) .
Μέσα μου ὅμως, κάτι σὰ νὰ ἔχω κρατήσει καὶ πιστά:
Τῶν σπάρτων ὦ χοή, ποὺ κάποτε, σὲ πήλινο βάζο
κάποιου πληβείου τὸν αἰώνιον οἶκο εὐωδοῦσες·
κι αὐτός του εὐφραίνετο βαθιά καθὼς βασίλειος γόνος.
Στὴ ρεματιά κυλάει τώρα πιὰ ὁ ἥλιος καὶ ἡ αὔρα
πυρόξανθη κι αὐτὴ σὰν φλογερὸ κορμί
κι ἡ σαῦρα νέμεται τὸν ἴσκιο τῶν φρυγμένων πλαπανιῶν·
στὰ θάμνα τῶν ὑμνοδόξαστων ἀηδονιῶν οἱ φωλιὲς εἶν᾿ ἔρημες.
ΑΡΝΗΣΗ
Μετέβη καὶ ὁ Σεφέρης στὴ νομπελική Σουηδία
βραβεῖο λαβὼν ὑπὸ μάλης.
Κατὰ τὰ εἰωθότα λόγο ἀπηύθυνε καινό,
μὰ δυστυχῶς στὴ γλῶσσα τῶν Φραντσέζων·
γλωσσομαθείας ἐπίδειξη νὰ ἦτον, ἄραγε,
ἢ συγκατάβαση διὰ τοὺς μὴ εἰδώτας
τὰ γλωσσικά μας πράγματα; πάντως ὅ,τι ἂν ὑπῆρξε,
προσέβαλε τὴν μητρική λαλιά μας
κι ἐκείνη πλήρης λύπης ἀμερίστου,
στὸ σπήλαιο τῶν μακρινῶν ἐνιαυτῶν ἐκρύβη.
Τὸ εἶπαν ὀρθῶς: οὐκ ἀπογίγνονται τὰ γενόμενα.
Τὸ λάθος τῆς ζωῆς του εἶν᾿ αὐτὸ καὶ παραμένει˙
Κατάφωρον: ἔπρεπε νὰ εἶχεν ὁμιλήσει ἑλληνιστί.
ΗΔΟΝΗ
Eχεις ἰδεῖ κορίτσια ἐν κατόψει˙
πὼς φαίνωνται οἱ πύργοι τους πρωραῖοι
καὶ τῶν γλουτῶν αἱ θωρακίσεις
τὰ σκέλη ἀνάστροφα κατάρτια
τὰ χέρια κῶπες καὶ σὰν χέλυ, ἄ, ἡ ὀσφῦς!
᾿Ἀλλὰ καὶ σὺ ὁμιλία, λιγύμολπος αὐλός,
ἄνθος τῆς μελικῆς ποιήσεως·
τότε φαντάζεσαι τὴν εὐτυχία μεταξὺ τῶν δύο
σκελῶν· κι εἶναι ἡ στιγμή
ἡ σπουδαιότερη˙ νομίζεις πὼς διέρχεται,
ὡδεῖο, ἀπὸ τὴν παραδείσιαν ἁρμονία, μαγικό
μέσα σὲ δόγηκο πλοῖο, μὲ ρόδακες, μὲ ἀνθέμια.
ΜΟΝΟΣ
Εφέτος δεν αγόρασα, δεν επήρα
την λαμπάδα της μεγάλης
Παρασκευής· ήταν βαριές οι λύπες·
μηδέ την αναστάσιμη
σαν σύμβολο έστω και υπόσχεσι
κάποιας αισιοδοξίας ή πτήσεως,
προς το βασίλειο της χαράς
ἡ των ασπίλων χιμαιρών
εις ας προσβλέπω,
του καθ' ημέραν βίου·
[Σαν τέλειωσε η κάθε μια πομπή,
κι επέστρεφαν οι μετασχόντες
των αναπαραστάσεων,
ευχόμενοι, χαριεντιζόμενοι αλλήλοις
έκλεισα το φως κι αποκοιμήθήκα·
σαν ευτυχής, σα δυστυχής·
μάλλον αδιάφορος προς πάντα
τα συμβαίνοντα τα τόσο κυριώδη].
ΜΝΗΣΤΕΙΑ
Πήγαν τα μάτια μου να δακρύσουν,
μα έμειναν τα δάκρυα σα γυαλιά
επάνω στους βολβούς,
όντας η μνηστεία διελύθη·
κι άπραγο το φλουρί στα χέρια
ως είδα της μητρός μου.
Το θέσαμε ύστερα στην κρύπτη του
κι ίσως οριστικά· τι, δεν γνωρίζω πλέον
πότε θα ευοδοθή μια νέα μνηστεία·
κι αν θα ευοδοθή·
κι αν κάποια θα έρθῃ για το ευκλεές
εκείνο δώρημά μας που σχολάζει,
έτσι τα εθιμικά να τηρηθούνε.
Όσο για τα μάτια μου: αλαλιασμένος
κύτταξα το δασομένο βουνό,
να τα σφογγίσω,
στη
μακρυνή του βαθυγάλανη έρημιά.





