Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Τάσος Παπαποστόλου (1926-1996) : Συγγραφέας, Ποιητής-Άγιος Αιδηψού Ιστιαίας



Ο Τάσος Παπαποστόλου γεννήθηκε στον Άγιο της Αιδηψού. Εκεί τελείωσε το δημοτικό σχολεία. Ύστερα τον πρόλαβαν ο πόλεμος και η Κατοχή 1940-1945 και μόλις 17 χρόνων πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
Άρχισε να γράφει σε περιοδικά και εφημερίδες από το 1952. Το 1955 πήγε στη Χαλκίδα και, δουλεύοντας, φοίτησε στο εκεί νυχτερινό Γυμνάσιο.
Είναι ενεργό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών.
Έως τα σήμερα εκδόθηκαν 21 βιβλία του, ποίηση - λαογραφία - γλώσσα - μυθιστόρημα - διήγημα,
Διακρίθηκε 3 φορές από την Ακαδημία Αθηνών με ένα βραβείο και δύο επαίνους. Με το έργο του ασχολήθηκαν επανειλημμένα πολλές εφημερίδες και περιοδικά: «Ελευθεροτυπία» - «Τα Νέα» - «Έθνος» - «Ελ. Τύπος» - «Απογευματινή» - «Ριζοσπάστης» -«Εικόνες» - «Νέα του Τορόντο» - «Φιλ. Πρωτοχρονιά» κ.ά.
Παρουσίαση του συγγραφέα έγινε από την τηλεόραση ΕΤ-1 και ΕΤ-2, Seven X. κ.λπ. καθώς και από ραδιοφωνικούς σταθμούς ξένους: BBC - Βουδαπέστης -Στοκχόλμης - Σόφιας - Μόσχας, κ.ά.

Ποιήματα

Νύχτα του Φλεβάρη 

Νύχτα του Φλεβάρη 
μα γαληνεμένη 
με μισό φεγγάρι 
νύχτα μαγεμένη.

Ουρανός γαλήνιος 
λίγα συννεφάκια 
που στο σχήμα μοιάζουν
 σαν μικρά νησάκια.

Γη χορταριασμένη 
και μοσχοβολά 
ασπροφορεμένη 
η αμυγδαλιά.

Νύχτα όλο πόθους 
νύχτα όλο χάρη 
νύχτα με φεγγάρι 
νύχτα του Φλεβάρη!

Βουδαπέστη

Κόκκινα φύλλα του φθινοπώρου 
σκόρπια στη Βουδαπέστη 
και τα νερά του Δούναβη π' αργοκυλάνε: 
βαθιά μεσ' στην καρδιά μου τραγουδάνε!

Και τραγουδάνε οι Μαγιάροι και οι νομάδες, 
μέσα απ' του Δούναβη τα βάθη, τους αιώνες, 
τα τόσα πάθια τους, το αίμα, τους αγώνες: 
που κάναν για να στήσουνε την πόλη.

Και η Βουδαπέστη πια αρχόντισσα του κόσμου 
με το λαό της τον καλοσυνάτο 
τα γαλανά νερά του Δούναβη χαϊδεύει 
κι ο Στράους τραγουδάει στα κύματά του.

 Όνειρο (Της Αυγής)

Γέλαε τάχα τ' ακρογιάλι
τάχα ετρέχαμε κι οι δυο μας
κυνηγώντας τ' όνειρό μας
ο ένας στου άλλου την αγκάλη!
 
Κι ήτανε κι ένα φεγγάρι
κι ήταν κι ένας κήπος τάχα,
κι ήσουν συ λευκό λουλούδι
και το γιασεμί μονάχα.
 
Κι όπως έτρεχες ρωτούσα
τ' άστρο και το γιασεμί:
– Είδατε αλλού στην πλάση
τέτοιο ανάλαφρο κορμί;..
 
Ω! τι θαύμα, σ' αγκαλιάζω,
ξάφνου απ' τον ουρανό
πέφτει τ' άστρο, ανατριχιάζω,
λύεται τ' όνειρο, ξυπνώ!..


Μαγιάτικη νύχτα

Μάζεψ' ο Μάης τη δροσιά 
και σύννεφο την έκανε 
κι έβρεξε στο φεγγάρι!

Και ξέπλυνε μεσ' στη νυχτιά 
λίγο απ' την κοκκινάδα του 
κι έβαψε όλη την πλάση!

Ήπιανε οι ανθρώποι και τα ζα 
κι όλα ξεφρενιαστήκανε 
απ' το πολύ μεθύσι!..

Κι έστησ' ο έρωτας χορό!.. 
Κι απ' το φεγγάρι στράγγιζαν
 οι κόκκινες σταγόνες!..

Φεγγαροβασίλεμα
 
Πέρασες χαρούμενο
κόκκινο βαμμένο
άστρο ζηλεμένο
άστρο λαμπερό.
Κι άφησες στη νύχτα μας
μια χαρά κι ελπίδα
μόλις που σε είδα
γέλασα κι εγώ.
 
Κύλισες κι αλάργεψες
πλέοντας στ' αστέρια
τα χρυσά σου χέρια
τά 'κανες κουπιά
πιο πολύ κοκκίνισες
πριν μας χαιρετίσεις
ντράπηκες ν' αφήσεις
τούτη τη νυχτιά!..


ΑΠΟΣΤΕΙΛΑΤΕ ΙΠΠΟΝ

(Από την Ετήσια έκδοση της "Προοδευτικής Εύβοιας" 
"Εύβοια 1980" σελ:129)

Περβόλια δὲν εἶχε στὸ χωριὸ οὔτε κονομημένος ἦταν, εἶχε ὅμως στὴν καρδιά του τὸ καλύτερο περβόλι ποὺ δὲν τὸν παράβγαινε κανένας στὴ γούρνα μας.
Όμορφη ἡ ψυχή του καὶ πεντακάθαρη σὰν τὸ χιονάτο νερὸ ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὰ στουρναρένια χαλίκια στὸ ριζιμιὸ τοῦ βουνοῦ. Ψηλός, ροδοκόκκινος μὲ μακρύ τσιγκελωτό μουστάκι, στριμένο, μὲ παιδεξωσύνη, μαλλιά κατσαρὰ καὶ μαλακὰ σὰν τῆς καραμάνας προβατίνας. Κι' ἅμα φρεσκοξυρισμένος μὲ τὴν καινούρια φουστανέλλα του ἔβγαινε στὰ καφενεία, ἔμοιαζε ἴδιο γκεσέμι!.
Μπύλιο τὸν ἔλεγαν. Μπύλιος μὲ τ' ὄνομα ὅταν ζοῦσε, μὰ κι ὅταν πέθανε ἄφησε πίσω του, στὸ χωριό, μιὰ θύμηση, που, ποιὸς ξέρει ἴσως καὶ ποτὲ νὰ μὴ σβύσει.
῎Ανθρωπος τοῦ γλεντιοῦ ἦταν, ἀπὸ νέος μέχρι που πέθανε. Τόσο πετοῦσε ἡ καρδιά του γιὰ διασκέδαση: ποὺ κι ὅταν ἔπεφτε γιὰ ὕπνο κάτ᾿ ἀπ᾿ τὴν βελέτζα του, ἄρχιζε τὸ τραγούδι καὶ σήκωνε τὰ ποδάρια του ψηλά κάνοντας ἔτσι τὰ στρωσίδια σὰν τσαντήρι.
Κι' ἄκουγε ὁ τυχόντας, περαστικὸς τὴ νύχτα ἀπ᾿ τὸ σοκάκι τοῦ Μπύλιου: τὸ «σύρε γκιζέρα τὸν ντουνιὰ ᾿Αριστείδη μου!» Κι ὅταν τὸν γκρίνιαζαν ἡ μάνα ἢ ἡ γυναίκα του, γιατὶ δὲν τοὺς ἄφηνε νὰ κοιμηθοῦν: ἐκεῖνος ἄλλαζε ντουζένι κι' ἔλεγε τὸ «νᾶταν τὰ νειᾶτα δυὸ φορές». Κι ὕστερα σκεφτόταν: «τὶ νὰ τὸ κάνεις καὶ δυὸ καὶ τρεῖς καὶ δέκα φορὲς νάταν τὰ νειᾶτα, ἀφοῦ θὰ πεθάνουμε, ἄχρηστο θάτανε!...»
Ὅταν ήταν «τσιλικάρι», νεαρὸς ποὺ λέμε, δὲν παράταγε καθόλου τὸ τραγούδι ἀπ᾿ τὸ στόμα του. Μὲ τὴν τσουχτερή φωνή του, δὲν ἄφηνε ήσυχη τὴν γειτονιὰ σὰν ἦταν στο χωριό.
Κι ὅταν πήγαινε καβάλα στη μαύρη μούλα του, στὸ βουνὸ γιὰ ξύλα, (που αὐτὴ ἦταν ἡ δουλειά του) ἀνασηκώνονταν ἡδονικά, οἱ κουμαριές μὲ τὰ κοτσί κια ἀπ᾿ τὸ τραγούδι του! ᾿Απόγιαζαν οἱ ρεματιές κι ἀναδεύονταν τὰ πλατανόφυλλα στο διάβα του!
Δὲν εἶχε πατήσει τὰ εἴκοσι ἀκόμα, ὅταν τάμπλεξε μὲ τὴ Δρόσω του. Τη γυναίκα ποὺ τοῦ δρόσισε τὴ ζωή, καθὼς ἔλεγε. "Ομορφη, κοντούλα, στρουμπουλὴ ἡ Δροσούλα, τοῦχε σταθεί μεράκι νὰ τὴν κάνει δική του. Πολύ φτωχιὰ ἡταν, ὅμως τὶ σημασία εἶχε ἀφοῦ τὴ λαχταροῦσε;
Μόλις στὰ δεκάξι της ἦταν ἡ Δροσούλα. Τὰ μάτια της πετοῦσαν φλόγες ἐρωτικές, ποὺ, τὶς θάμπωναν λίγο, οἱ κρύες δροσιὲς τοῦ προσώπου της. Τῆς πρωτομίλησε σὲ μιὰ γιορτὴ τοῦ πατέρα της, στὸ σπίτι της. Ήταν μὲ τὴν μεγάλη κομπανία του, που συνήθιζε νὰ πηγαίνει σ' ὅλους ὅσους γιόρταζαν στὸ χωριό.
Εἶχε γερακουμπίσει κεῖνο τὸ βράδυ, ὁ Μπύλιος, πάνω στὸ σεντούκι τῆς ἀβέρτης κάμαρης καὶ τραγούδαγε τὰ κλέφτικα τραγούδια συνοδευόμενος κι ἀπ᾿ τὴν παρέα του, ὅταν τὸν πλησίασε ἡ Δροσούλο μὲ τὸν φτωχικό δίσκο της, προσφέροντάς του τὸ δεύτερο ποτήρι κοκκινέλι.
Ἦταν χωρίς τσεμπέρι κεῖνο τὸ βράδυ ἡ Δρόσω, γιόρταζαν βλέπεις, κι εἰχε τὰ μαλλιά μισοπλεγμένα, ριχμένα στὶς πλάτες, ποὺ φτάναν μέχρι τὴν οὐρίτσα της. Δυό ροδοκόκκινα μῆλα τὰ μάγουλά της! Βαμένα μὲ παραγινομένες φράουλες τὰ χείλια της. Δυὸ μεγάλες μαῦρες ἐλιὲς τὰ μάτια της καί, δυὸ μαυρογάϊτανα καμπυλωτά, πούχαν λὲς ξεκολλήσει ἀπ᾿ τὴν κεντημένη ποδιά της, τὰ φρύδια της! ...
Τὴν κοίταξε λαίμαργα ὁ Μπύλιος καὶ σκύβοντας νὰ πάρει τὸ ποτήρι, τῆς εἶπε βιαστικά:
– Θέλω κάτι νὰ σ' πὸ γιὰ καλό σ' Δρόσω μ', ταχιὰ τὸ σούρουπο θὰ σὲ περιμένω στὸ λιοστάσι...
Φαίνεται καὶ ἡ Δροσούλα ἔνοιωθε τὸ ἴδιο χτυποκάρδι γιὰ τὸν Μπύλιο, γιατὶ δὲν τοῦ ἀρνήθηκε τὸ ραντεβού.
Δὲν πρόλαβε νὰ περάσει χρόνος ἀπὸ τότε καὶ στεφανώθηκαν.
Τὸ πόσο εὐτυχισμένος ἦταν ὁ Μπύλιος μὲ τὴ γυναίκα του, φάνηκε καθαρά στὸ χωριό, γιατί καί, μετὰ τὸ γάμο τους, ὁ Μπύλιος ἦταν πάλι τὸ ἴδιο κεφάτος καὶ γλεντζές. Πολύ περισσότερο μάλιστα.
-Ἡ ζωὴ σὲ μᾶς τοὺς ἄντρες, ἔλεγε στοὺς φίλους του, εἶναι μιὰ πυρκαγιά, ἕνας πυρετός, ποὺ μονάχη δροσιὰ καὶ γιατριὰ ἔχει μιὰ καλὴ παντριά, μιὰ καλὴ γυναίκα!... Νά, σὰν τὴ Δρόσω μου, ποὺ πραγματικά μοῦ δρόσισε τὴ ζωή!...
Σὰν κάναν τὸ πρῶτο τους παιδὶ καὶ εἶχαν στὰ σκαριὰ τὸ δεύτερο, τὸν καλέσανε φαντάρο! Στενοχωρήθηκε πολύ!..
– Ακόμα δὲν γνώρισα τὴ γυναίκα μου, ἔλεγε, μὲ παίρνουν!... Τι διαβολεμένος μπελάς κι αὐτὸ τὸ χακί!.
Σὲ λίγες μέρες πῆρε τὸ πρῶτο του γράμμα ἡ Δρόσω, ποὺ τῆς ἔγραφε πώς ἔφτασε καλά, ντύθηκε τὸ χακὶ καὶ τὸν κράτησαν, ἔτσι, σὰν χωροφύλακα στὴν ᾿Αθήνα.
Σ' ἕνα ἄλλο του γράμμα ἀργότερα, τῆς ἔγραφε μαζὶ μὲ τ' ἄλλα:
«... "Αχ!... Δροσούλα μ' νὰ σ' εἶχα καὶ σένα ἀπὸ καμμιὰ μεριὰ νἄβλεπες τὴν ᾿Αθήνα!... Τι νὰ σ' πρωτογράψω σὲ τοῦτο τὸ χαρτί; Τὰ σπίτια που ‘ναι σὰν τοῦ β' νὸ μας ψηλά! Τὰ μαγαζιά ποῦναι γιομάτα καλούδια! ᾿Αλήθεια Δρόσω μ', ξέρεις τὶ εἶναι τὰ τράμ; Εἶναι κάτι πράματα σὰν ἀχελῶνες ποὺ κορδοκυλᾶνε πάνω σὲ κάτι σίδερα καὶ περνᾶνε μπροστὰ σ' σὰν ἀστραπή! Κάτι ρόδες σὰν κουβαρίστρες! ᾿Από πάνω καταμεσὴ φορᾶνε ἕνα κέρατο!.
Οἱ δρόμοι ἐδῶ στὴν ᾿Αθήνα Δρόσω μ', εἶναι σὰν τὴν πλατέα μας φαρδοί! Καί, κάτι πλατέες σὰν τοῦ μεγάλου μας χωράφ᾿ ἀπά' στὰ ἰσώματα!... Κόσ μους!... Σὰν νὰ χτυπᾶς τὴ κ᾿ φάλαι καὶ βγαίνει τσούχτρα!. Ζα σαμαρωμένα δὲν εἶδα πουθενά. Τι διάολου, πῶς ζεῖ τόσος κόσμος δίχως ζα!... Κι' Αστέρα σ' λένε πὼς τὰ ζὰ εἶναι ἡ ζωὴ τ' ἀνθρώπ᾿ Κολοκύθια!.
Ἡ Χιώνα ἡ γίδα μας τὶ κάνει; γέννησε; Νὰ κοιτᾶς σὰν τὰ μάτια σ' τὰ ζᾶ μας. Φιλιὰ στὸν κανακάρ᾽ μας, μεγάλωσε καμμιὰ στάλα; Καὶ τρίψε τὸ γράμ μα καταμεσή στ' μπροστοποδιὰ σ' νὰ πάρ᾽ χαμπέρ᾽ καὶ τ᾿ ἄλλο ζωντανό που χεις μέσα σ'!...»
Σὲ γλυκοφιλῶ Μπύλιος...
Ὅσο πήγαιναν ὅμως τὰ γράμματα τοῦ Μπύλιου κι ἄλλαζαν προφορά. Ετυχε βλέπεις νὰ ὑπηρετεῖ συνέχεια στὴν ᾿Αθήνα καὶ ἤθελε νὰ τὰ κόψει, νὰ μιλήσει κι αὐτὸς σὰν τοὺς ᾿Αθηναίους. Μέχρι ποὺ σὰν ἔφτασε ἡ ἡμέρα νὰ ἀπολυθεῖ᾽ ἔλαβε τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα ἡ Δρόσω: «Αποστείλατε ἵππον ἐν Ωρεοί, ἵνα ἱππεύσω καὶ νὰ καβαλικεύσω, Δρόσω μου νὰ φτάσω»!...
Ντόρος, σούσουρο, κουτσομπολιό, ἔγινε στὸ χωριὸ ἀπ᾿ τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ τοῦ Μπύλιου!
Μ᾿ ὅλα ταῦτα, ὁ Μπύλιος, γύρισε στὸ χωριὸ «διχαλά» στην μαύρη μούλα του, πάνω στ' ἄσπρο σεντόνι «ἐν πομπή» ἀπ᾿ τοὺς δικούς του!...
Καὶ δὲν εἶχε ἀλλάξει καθόλου ὁ τύπος του, μόνον ποὺ ἔλεγε καμμιὰ ἐλ ληνικοῦρα ὅπως: «τὶ δεντρὶ εἶναι τὸ πυρινάρι» ρώταγε, κάνοντας πὼς δὲν τὸ γνώριζε!...
"Όμως κατὰ τὰ ἄλλα, ἴδιος κι ἀπαράλλαχτος: πρῶτος πάντα στὸ γλέντι, πρῶτος στὰ πανηγύρια, πρῶτος στὸ χορό!... Ἔκανε δέκα παιδιά, κι ὅμως δὲν τὸν ἀποθάρρυνε ἡ ζωή. Γέρασε μὲ τὸ τραγούδι στο στόμα.
Ἔχασε τὴ γυναίκα του ποὺ τόσο ἀγάπησε κάπως πρώϊμα! καὶ δὲν δάκρυσε καθόλου! Μόνον τῆς ἔλεγε καὶ τῆς ξανάλεγε σὰν πήγαιναν νὰ τὴν κηδέψουν:
– Αντε Δροσούλα μ', νὰ μὲ καρτερεῖς κεῖ στὸν ἄλλο κόσμο. Θὰ ζοῦμε καὶ κεῖ τραγουδώντας ὅπως καὶ δω!.
Κι ὅταν ξεψυχοῦσε ὁ ἴδιος, εἶπε στὰ παιδιά του:
Θέλω νὰ μὲ πᾶτε μὲ τραγούδια. Δὲν θέλω νὰ κλάψει κανένας! Τραγουδᾶτε στὴν κηδεία μου, καὶ νὰ ξέρτε πὼς θὰ τραγουδάει κι ἡ ψυχή μου μαζί σας!...

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

(Από τον "Ευβοϊκό Λόγο"Τεύχος 74-76 Απρίλιος - Ιούνιος 1964)

Καθώς βαδίζαμε, γλύστραγαν τὸ πόδια μας πάνω στις ξερές πευκοβελόνες, πούχον γιομίσει τ' ανηφορικό μονοπάτι Τ' αδαμάντινο φῶς τῶν ἀστεριών σκιτσάριζε τα πεύκα στα τρυφερά ρίκια και τις ξεβλασταρωμένες κουμαριές. Ο ᾿Απριλιάτικος αέρας σπιρταρισμένος ἀπ' τὴν παρθένα μυρωδιὰ τῶν πεύκων γαργάλιζε τη μύτη μας καὶ ξελαμπικάριζε το μυαλό μας ἀπ' τὰ μελλούμενα καὶ τὰ περασμένα.
Το παρόν, σκέφτηκα, τὸ παρὸν ήταν όμορφο ἐκείνη την νύχτα. Είχαμε χορτάσει από κει που ξεκινήσαμε. Το χωριό μᾶς περιποιήθηκε παρ' όλο το κακό ποῦχε πάθει πρίν λίγες μέρες ἀπ' τοὺς ἄτιμους Γερμανοτσολιάδες. Μια μεγάλη ταμπέλα ἀπὸ τσίγκο που διάβασα καθώς φεύγαμε στην άκρη στο χωριό, έγραφε: «Απο Δω Περασε Ο Φασισμος – Εκαψε 15 Σπίτια – Σκοτωσε 10 Γυναι Κοπαιδα – Κρεμασε Απ' Τα Γενεια Ενα Παπα Ατιμασε 3 Κοπελες – Αρπαξε Ολα Τα Υπαρχοντα....
Μα κείνα ήταν περασμένα, γιὰ τὸ παρὸν θέλαμε να ποῦμε, γιὰ τὸ παρὸν ἐκείνης τῆς βραδιάς.
Βαδίζαμε λοιπόν κείνη τη νύχτα χορτάτοι, λεύτεροι, καὶ κεῖνα ἀκριβῶς τὰ μεσάνυχτα γιορτάζονταν ή ανάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Μιλούσα μόνος μου.
- Ήρθε πάλι Πάσχα, έλεγα, καὶ βρίσκει την Ελλαδα μας σκλάβα ! Μα έννοια σου, ήμαστε σίγουροι, πώς τούτο θάναι τὸ τελευταῖο Πάσχα που θα κάνουμε στο βουνό, φορτωμένοι τ' άρματα της λευτεριάς. Οι Γερμανοί χτυπιούνται παντοῦ καὶ παντού πισωδρομάνε. Τάλλο Πάσχα πια σπιτάκι μου... στο χωριό μου με τις «κατά γειτονία ψησταριές». Μὲ τὰ όργανα στην πλατεία καὶ τῆς γιορτινές στιμαστές», θα χορέψω κάνα τσάμικο του χρόνου, έτσι με την καρδιά μου, μιὰ καὶ ἡ λευτεριά λέμε θάναι παναθρώπινη τούτη, τη φορά Ένας αντάρτης πάρα πίσω ἀπὸ μένα, άρχισε ψιλό τραγούδι στη διαπασών
«Σ' Αητοφωλιά με τα πουλιά
τη λευτεριά σκορπάω,
καὶ στο βουνό καὶ στὸ κλαρί
δεν είναι πιὰ ντροπή...»
Τον έκοψε όμως κι' αὐτὸν ἡ φωνή του καπετάνιου ἀπὸ δίπλα μου!
– Παιδιά, σε λίγο φτάνουμε στο χωριό, πέστε στον σύνδεσμο μπροστά πώς στὸν αὐλόγυρο της Εκκλησιας, θα καταυλιστούμε, θὰ γίνῃ κι' ἡ ᾿Ανάσταση. Κολλάμε κι' ένα κερὶ καὶ ξεκινάμε σαν ξεφέξη.
Η εντολή του καπετάνιου στάλθηκε, όπως συνήθως ο ένας στον άλλον, γραμμή-κορδόνι πρὸς τὰ μπρός.
-Στην Εκκλησιά θα σταθούμε.
-Στὴν Ἐκκλησιά θὰ σταθοῦμε
Ο μπροστινός μου πήρε μπάλα μὲ τὴν κάνη του πολυβόλου μια σακούλα κάμπιες απ' ένα χαμηλά κλωνάρι του πεύκου καὶ καθώς, έσκυβα νὰ τοῦ πῶ τὴν ἐντολή του και πετάνιου, μούρθε στο κεφάλι καὶ γέμισα ολόκληρος ἀπὸ δαῦτες. "Ανατρίχιασα καὶ τινάχτηκα απότομα.
-Τι διάολο τάθελε ὁ Θεός... τοῦτα τὰ σιχαμένα βρωμοσκούλικα δεν συχαίνονταν ποὺ τάφιαχνε.
-Δη, στοῦ κερατά σαν τους Γερμανούς τὰ συχαίνομε καὶ τ' ἀνατριχιάζω είπε, ὁ πίσω μου, που φαίνεται νὰ τὸν πήραν κι' αὐτὸν τὰ σκάγια.
Φτάσαμε στα πρώτα σπίτια του χωριού. Εκεί μᾶς περίμενε σχεδόν όλο το χωριό, περίμεναν να κάνουμε μαζί τὴν ᾿Ανάσταση.
- Αίντε, παιδιὰ ἐσᾶς περίμενα να βάλω εὐλογητό, ἀργήσαμε, πάει να σκάση καὶ τὸ φεγγάρι, εἶπε ὁ παπᾶς,
-Δεν πειράζει παπούλη, κάνε καὶ μια φορά φεγγαρά τη "Ανάσταση μπάς κι' ἀλλάξει καὶ τὸ γούρι, είπε ένας διμοιρίτης
Χωριάτες κι' αντάρτες ανακατωθήκαμε μέσα στην νύχτα καὶ τραβήξαμε για την Εκκλησία που ήταν πρὸς τ' ᾿Αλώνια του χωριού. Μπροστά στην πόρτα, δίπλα στα δυο μανάλια τῆς Ἐκκλησιάς μᾶς περίμεναν δυό τσιμπεροφορεμένες κοπέλες βαστώντας δυό μεγάλα πανέρια καὶ ὀμέσως άρχισαν νὰ μοιράζουν σ' όλους τοὺς ἀντάρτες ἀπὸ δυο κόκκινα αυγά, κι' ἀπ' ένα κομμάτι «Πάσχα» (γλυκό ψωμί).
Ένας ηλικιωμένος που παρακολουθούσε την μοιρασιά, υπεύθυνος φαινόταν τῆς ὀργάνωσης, είπε:
-Άμα περισέψουνε, συναγωνίστρια Κατίγκω, νὰ δώσουμε "κόμα 'πὸ ἵνα
- Βγάλε το τσιμπέρι να σε καμαρώσουμε, συναγωνίστρια Πασχαλιά απόψε:.... ᾿Απούστηκε μια φωνή.
- Δὲν μπορεῖς, ὅμα δὲν πεῖς, τις Χαλκιδέϊκες σαχλαμά ρες σου 'Αναξαγόρα, φώναξε ο καπετάνιος, θυμωμένα. Κι' όλοι γέλασαν.
Η Εκκλησιά γιόμωσε κόσμο. Κατά μεριά οἱ χωριάτες, κατὰ μεριά οἱ ἀντάρτες. Ο παπάς έβαλε ευλογητό, κι' ήν τον για γέλαια ή παράξενη κατσαρή φωνή του, λὲς καὶ λάλαγε πετειναρόπουλο....
Ένας ψάλτης (ας πούμε) είπε δυό φορές το τροπάρι «κύματι θαλάσσης» τραγουδιστὰ στὸ σκοπό, «τοῦ Κίτσου ή μάνα κάθεται. » Δυο γυναίκες έσβυσαν τα μονόλια καὶ τα κεριά κι' άφησαν μόνο τα καντήλια. Κι' ύστερα φάνηκε ὁ παπᾶς μὲ τὴν άσπρη πουκαμίσα του, στο «δεύτε λάβετε φῶς... » Ἡ αὐλὴ τῆς Ἐκκλησιάς πλημμύρισε φῶς καὶ κόσμο! Ο παπάς, διάβασε τὸ Εὐαγγέλιο σὰν παπαγάλος κι' ὕστερα τράβηξε τις μανίκες του ψηλά καὶ σηκώνοντας το Εύαγ γέλιο, τιμάζονταν γιὰ τὸ «Χριστός Ανέστη» Την στιγ μή, ὅμως ἐκείνη ένας αλαφιασμένος χωριάτης, έσκισε τὸν κόσμο βιαστικά καὶ στάθηκε μπροστά στον νειάτο καπετάνιο, πούταν δίπλα στον παπά. -Και πει τα μπει φώναξε λαχανιασμένα. Πέστο μωρό, συναγωνιστή.
-Να πάρε καὶ τοῦτο τὸ σημείωμα. Εγώ καπετάνια μου, ήρθα απ' άλλον δρόμο. Το χάραμα, μάθαμε πώς θα βαρέσουν ἀπὸ παντοῦ, τοῦτο τὸ χωριό, μάθαν πῶς θὰ πασχάσετε, δῶ.
Ο καπετάνιος έβαλε τὸ κερὶ που κρατοῦσε κοντὰ στὸ σημείωμα. Βουβαμάρα έπεσε, σ' όλον ἐκεῖνον τὸν κόσμο. Ύστερα ὁ καπετάνιος φάνηκε να συνοφρυώνεται καὶ νὰ κουνάει ἀπειλητικά το κεφάλι του. Μετά, έσκυψε στ' αὐτὸ τοῦ παπά, που στέκονταν σὰν ἄγαλμα, κάτι τοῦπε, κι' ύστερα τραβήχτηκε στὰ σκοτεινά μὲ τὸν ἡλικιωμένο υπεύθυνο τοῦ χωριού, κι' άλλους δυο τρείς. Ο παπάς, αφού έμεινε λίγο συλλογισμένος, σήκωσε το Εύαγγέλιο ψηλότερα, έβαλε στην αρχή ένα «καταραμένους – καὶ συνέχεια, άρχισε να μισοψέλνη το «Χριστός "Ανέστη», ο κόσμος σταυροκοπήθηκε, είπε κι' ὁ ψάλτης κανα δυό φορές το «Χριστός ᾿Ανέστης καὶ μετὰ ὁ ποπᾶς μὲ κάμποσους χωριάτες μπήκαν στην Εκκλησιά να τελειώσουν την λειτουργία.
Ο καπετάνιος σφύριξε τρείς φορές. Σ' ένα λεπτό ήμασταν όλοι γύρω του. Ήταν ἐκεῖ καὶ ἔξη ἀπὸ τὸν ἔφεδρικό ΕΛΑΣ τοῦ χωριοῦ ὁπλισμένοι.
-Λοιπόν, εἶπε ὁ καπετάνιος, ή κάθε ομάδα θα πάρη κι' ἀπ' έναν συναγωνιστή τοῦ ἐφεδρικοῦ καὶ θὰ πιάσει κατάλληλες θέσεις στο μέρος που θα τους πῆ ὁ συναγωνιστής. Μόλις θα μπάσουμε στην στρούγγα τους φουστανελάτους με τους Γερμανούς, θα ριχτεί το σύνθημα, μια πιστολιά, καὶ τότε πιστεύω να κάνουμε την δεύτερη ᾿Ανάσταση. Δὲν πρέπει νὰ μείνη κανένας ἀπὸ δαύτους! Εμπρός λοιπόν ξεκινάμε - Περπάτημα στις μύτες, τσιγάρα κανένας καὶ στ' ἀπόσκια ὅσο μπορείτε γιατί, τοῦτο είναι ήλιος δὲν εἶναι φεγγάρι που βγαίνει ἀπόψε.
Η ομάδα μας πήρε την ρευματιά για να περάση στην ἀπέναντι πλαγιά Βαδίζαμε στις μύτες τῶν ποδιών μας, μας, φορτωμένοι τὰ πολυβόλα καὶ τὰ κιβωτίδια. Ένα ἀηδόνι γλυ κότραγούδαγε μέσα ἀπ' τὰ πλατάνια, μια κουκουβάγια ξελαρυγγιάστηκε να διαλαλόη την "Ανοιξη, πότε – πότε ἀκούγονταν κάνα παφλασμα ἀπὸ τὸ νερο τοῦ ποταμιού καὶ τὰ βατράχια κρατοῦσαν τὸ «ἴσο» βγάζοντας τὰ κεφαλάκια τους έξω απ' τὸ νερὸ. Σωστή Πασχαλιάτικη συναυλία !

ΓΡΙΑ ΦΩΚΙΑ

("Ευβοϊκός Λόγος" Τεύχος 2 Απρίλης 1958)

Καθισμένες ἢ μισοξαπλωμένες στο μοναδικό προσήλιο τοῦ χωριοῦ οἱ δυὸ γνωστές γιὰ τ' ὄνομα λαχανούδες ἢ χορταροπουλήτρες 'λιάζονταν στον ζεστό ᾿Απριλιάτικον ήλιο.
Ήταν οἱ μέρες τῆς Μεγάλης Εβδομάδας, Μεγάλη Πέμτη. Οὔτε ἡ Παντοκώσταινα εἶχε πάει για χόρτα που μάζευε κάθε μέρα καὶ τὰ πούλαγε στην κοντινή ἀπ' τὸ χωριό λουτρόπολη, στούν Ήδηψό, ὅπως τὴν ὀνομάτιζε, οὔτε ἡ Τρακάδαινα, γιατί εἶχε κουτσαθεί. Τὴν εἶχε τσιμπίσει μιὰ ὀχιά, καὶ θάμα ἦταν πώς γλύτωσε καὶ τὴ ζωή της.
Καθισμένες λοιπὸν στη ρίζα μιᾶς χοντρῆς ἐλιᾶς ἀγνάντευαν σιωπηλὲς τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς φύσης ποὺ ἀπλώνονταν μπροστά τους ἀνεξήγητη. Η Τρακάδαινα μὲ τὰ μαλλιά της λυτά κι' ἀνακατωμένα σὰ φώκια, ὅπως τὴν παραγκώμιαζαν στο χωριό. Κι' ή Παντοκώσταινα ποὺ εἶχε τὸ ἰδίωμα καὶ τὴν παιδιξιωσύνη νὰ ξύνη τὴν πλάτη της που πάντα τὴν ἔτρωγε μὲ τρεῖς ρυθμικές κινήσεις τοῦ κορμιοῦ της μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ ροῦχα της, χωρὶς νὰ ξυστῆ μὲ τὸ χέρι.
Εἶχαν ταιριάσει καὶ οἱ δυὸ γριές στην καθαριότητα. Η Φώκια προπάντων ἦταν ἀπελπιστικά βρωμερή, ἡ παλιαρούτα της κάτω ἀπ᾿ τη χωριάτικη παλιά τσούχινη φορεσιά της είχε χάσει τελείως τὸ ἀρχικό ἄσπρο χρώμα της κι' εἶχε γίνει καφεδιά χωρίς μπογιά, ἀπ' τὴ λέρα! Το πρωί, όταν σηκώνονταν ἀπ' τὸν ὕπνο έτριβε μιὰ μὲ τις ἀπαλάμες τῶν χεριών της τὰ μάτια της, κι' αὐτὴ ἦταν όλη ἡ πρωϊνή καθαριότητα, ποιός ξέρει πόσον καιρό θάχε να βάλη νερὸ καὶ σαπούνι στὰ μούτρα της ...
Η Παντοκώσταινα ήταν κάπως πιο καθαρή. Στὸ μόνο ποὺ δὲν ταίριαζαν οἱ δυὸ γριές ἦταν ἡ μανία τοῦ καυγά. Η Φώκια θάπρεπε νὰ μαλώση ἄγρια καὶ μανιασμένα τουλάϊστο δυό φορές την ἡμέρα με τις γειτόνισες, ἢ μὲ τὸν τυχόντα περαστικό ποὺ ἔστω θὰ τὴν κύταζε κάπως περίεργα, κι' μοιαζε κείνη τὴν ὥρα σὰν πραγματική φώκια! Σβαρνιέταν μὲ τὰ ὀπίσθια νὰ βρεῖ πέτρες, νὰ πετάξη! Τα μάτια της γυρισμένα ἀνάποδα φαίνονταν μέσ᾿ ἀπ᾿ τ᾿ ἀσπροκόκκινα μαλλιά της σὰ μάτια κακορίζικου θεριού! Τρόμος καὶ φόβος έπιανε τον καθένα που τυχὸν δὲν ἤξερε τὴ γριὰ φώκια.
Η Παντοκώσταινα όμως ήταν φιλήσυχη γριά. Δὲν εἶχε ποτέ μαλώσει με κανέναν. Τώρα...πῶς κάναν παρέα; Κι' αὐτὸ ἦταν πιὰ τὸ παράξενο.
Κεῖ ποὺ κάθονταν λοιπὸν ἀμίλητες γιὰ κάμποσην ώρα, γιὰ μιὰ στιγμή πετάγεται ή Τρακάδαινα, ἡ Φώκια, λέγοντας φωναχτά:
–᾿Αρὴ Μαριώ, τι πάει νὰ πῆ: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας κέντρις-κέντρις μνήμασι ζωή χαρισάμενος» ;
Κι' ἡ Παντοκώσταινα ἀπάντησε μὲ τὸν ἴδιο τόνο φωνῆς:
-Ξέρου γὼ ἀρή Μορφούλα; Θμίς τ' λαμπρή να ρουτίσουμε τοὺν παπᾶ...
Μιὰ κοπέλα τῆς παντρειᾶς κείνη τὴν ώρα περνοῦσε ἀπὸ κοντά τους, κι᾿ ἀκούγοντας τὸν διάλογο αὐτόν ἀπ' τις δυὸ λαχανοῦδες γέλασε δυνατὰ ποὺ φαίνεται τὸ γέλιο να ἔφτασε ὡς τ' αὐτιὰ τῆς Φώκιας, γιατί ἡ Φώκια φάνηκε ν' αλλάζη ὕφος καὶ νὰ τοιμάζεται γιὰ τὴ συνηθισμένη της ἐπίθεση. Κείνη τὴν ὥραν ὅμως ἀκριβῶς ἀκούστηκε ή καμπάνα τῆς ἐκκλησιᾶς που 'ταν κεί κοντά, καὶ ἔτσι ἡ Φώκια κρατήθηκε μόνο στὸ νὰ πῆ:
-" Αει μουρὴ ἀσμάζουχτην νάχς χάρ' τ' μέρα πούν' σήμερα άλλοιώς.....
Κι' ὕστερα πάλι οἱ δυὸ γριές φαίνονταν ἀσάλευτες καὶ ἀμίλητες στὸ ἴδιο μέρος μέχρι ποὺ τις τύλιξε το σούρουπο.
Την άλλη μέρα ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Όλες οι κοπέλες τοῦ χωριοῦ ἄφησαν κάθε δουλειά τοῦ σπιτιοῦ ποὺ εἶχαν, κι' ἔτρεξαν ἀπ' τὸ πρωί πρωί στὴν ἐκκλησια, πιὰ θὰ πιάση πρώτη νὰ στολίση τὸν Ἐπιτάφιο. Τα μικρά -μικρά κοριτσάκια ἦταν ὅλα έπιστρατευμένα ἀπ' τὸς μεγάλες καὶ γύριζαν μὲ τὰ πανεράκια τους δυο-δυό ἀπὸ σπίτι σε σπίτι μαζεύοντας λουλούδια. Καὶ ἡ κάθε νοικοκυρά, ἀκόμα κι' ἡ πιὸ ἀνάπόδη κι' ἡ πιὸ τσιγκούνα, ἔδινε τὰ καλλίτερα λουλούδια ποὔχε στὴν αὐλή της, για χάρη τοῦ Χριστοῦ.
Η μέρα ήταν κάπως μελαγχολική, λὲς καὶ κάθε τέτοια μέρα τὴν κάνει ὁ μεγάλος Θεὸς σύμφωνα μὲ τον πόνο που νοιώθει γιὰ τὸ πάθημα τοῦ παιδιοῦ του. Οι καμπάνες τοῦ χωριοῦ χτύπαγαν ἀπ᾿ τὸ πρωί-πρωΐ λυπητερά.
Ξάφνου μια ταραχὴ καὶ μιὰ γυναικομάζεψη ἔγινε στο σπίτι τῆς Τρακάδαινας ποὺ ἦταν πολύ κοντὰ στὴν ἐκκλησιὰ καὶ δὲν ἄργησε νὰ κυκλοφορήση πὼς ἡ Τρακά δαινα ἢ Φώκια πέθανε ξαφνικά χωρίς καμμιὰ ἀρρώστια !..
Οι γυναικούλες πίστεψαν όλες πὼς ὁ Χριστὸς τῆς συγχώρεσε τ᾽ ἁμαρτήματα καὶ τὴν πῆρε μαζί του. Τὸ ἴδιο ἔλεγε καὶ ξανάλεγε κι' ή Παντοκώσταινα, ποὺ σαν ἔμαθε τὸν ξαφνικό θάνατο τῆς φιλενάδας της, ἄφησε τις μετάνοιες καὶ τὰ γονατίσματα που κανε συνέχεια κείνη τη μέρα μπρὸς στὸν Εσταυρωμένο, κι' ἔτρεξε, μ' ὅλα τὰ γηρατιά της, στη νεκρή φίλη της. Πρίν πατήση τὸ παράστομα τῆς νεκρῆς, ἡ Παντοκώσταινα άπευθυνόμενη πρὸς τῆς συγκεντρωμένες περίεργες γυναίκες εἶπε :
-Ας εἶχαμι κι᾿ ἐμεῖς τέτοια τύχη νὰ πεθάνουμι μαζί μὲ τὸν Χριστό !! Μπράβου σ' Μουρφούλα, δὲν ἠξιρα π' θὰ λ' ἀγιάσης!
Κάνα δυο κοπέλλες δίπλα της, που φαίνονταν κάπως τοῦ κόσμου, γέλασαν δυνατά, αὐτὴ ὅμως, βαρύκοη, δὲν ἄκουσε τὰ κοριτσίστικα ἐκεῖνα γέλοια. "Εξισε το κορμί της μὲ τὰ ροῦχα της ρυθμικά τρεῖς φορές καθώς συνήθιζε, καὶ κάνοντας το σταυρό της ἀνέβηκε τὰ δυὸ μεγάλα σκαλοπάτια τοῦ σπιτιοῦ τῆς νεκρῆς καὶ μπῆκε.
Τι ἦταν ὅμως ἐκεῖνο !.. Βρέθηκε στὸ χείλωμα μιᾶς μεγάλης άνοιχτῆς καταπακτῆς καὶ παρὰ λίγο νὰ πέση μέσα να τσακιστή !! Τόσο φοβήθηκε, που μια δυνατή τρομαγμένη άγρια φωνή βγῆκ ἀπ' τὸ στόμα της:
-Πωπώ!.. Χριστιανούλις μου τι θὰλὰ πάθου!.. Ποιὰ ἄφησι τ' γκλαβανή ἀνοιχτή ; !... Πώς δὲ σκουτώθηκα σήμερα χρουνιάρα μέρα;...
Όλοι στὴν αὐλὴ γέλασαν.
-Αμ εἶναι γλυκειά ἡ ζωή, ἀκόμα κι' όταν κανεὶς πεθαίνει μαζί μὲ τὸ Χριστό!... εἶπε μιὰ ἀπ' τις κοπέλες ποὺ τὴν πείραξαν πρωτύτερα.














Νίκος Καραγιάννης (1919- ): Ζωγράφος - Χαλκίδα








Αθανάσιος Βασιλείου (1884- ): Ζωγράφος, Αγιογράφος - Χαλκίδα

 





Απὸ τοὺς παλιούς Εὐβοεῖς καλλιτέχνες, εἶναι ὁ ἁγιογράφος κ. Αθανάσιος Βασιλείου τοῦ Γ. ἀπὸ τη Χαλκίδα ὅπου γεννήθηκεστά 1884. Τὴν ζωγραφική διδάχτηκε κοντά στο ζωγράφο Γ. 'Αντωνιάδη (Αθήνα), συνεχόμενα δὲ σπούδασε αγιογραφία για μια 3ε-τία στη σκήτη τῶν Ἱωασαφαίων τῶν γνωστῶν ἁγιογράφων τοῦ Αγίου Όρους, όπου στα 1880-1885 δούλεψε ὡς ἁπλός λιθοξόος-μαρμαρᾶς καὶ ὁ κατόπιν διάσημος Ελληνας ζωγράφος Νικηφόρος Λύτρας. Ο κ. Βασιλείου με την τεχνοτροπία τῶν Ἰωασαφαίων καὶ ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν μελέτη που ἔκαμε σε ἔργα τῆς ᾿Αναγέννησης στα Μουσεία καὶ πινακοθήκες τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς ᾿Αμερικής, μᾶς έφερε σε φῶς ἐνδιαφέροντα ἁγιογραφικά ἔργα καθώς εἶναι: Μιὰ μεγάλη τειχογραφία, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὸν «Ἰησοῦ διδάσκοντα τους Ιουδαίους» «πολυσύνθετον καὶ ὑψηλὸν ἐν τῇ συλλήψει του σύμπλεγμα» στην Αγία Ειρήνη τῶν ᾿Αθηνῶν. Οἱ τοιχογραφίες καὶ οἱ εἰκόνες στὸν ᾿Αγ. Νικόλαο τοῦ Πτωχοκομείου (Βασιλίσσης Σοφίας – Αθηνῶν), τις ὁποῖες διακρίνει «βαθύ θρησκευτικόν αἴσθημα»("). Οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου τοῦ ἁγ. Νικολάου - Αμαρουσίου, οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου τῆς ἐκκλησιᾶς τοῦ χωριοῦ Σταυρὸς τῆς Ἰθάκης καὶ ᾿Αμβροσία τῆς Κομοτινῆς καὶ πολ λές άλλες φορητές εἰκόνες σε διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Στα 1937 διοργάνωσε στο μοναστήρι τῆς Λογγοβάρδας - Πάρου ἐργαστήριο ἁγιογραφίας ὅπου ἐδίδαξε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο. Έγραψε διάφορες μελέτες καὶ τώρα σε θαλερά γηρατειά ζη στο «Ευγηρίας Πρόνοια» όπου ἐξακολουθεί να ζωγραφίζη εἰκόνες καὶ νὰ συντάση το έργο του «Οι Έλληνες ζωγράφοι ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον», ποὺ μὲ τὴν ἔκδοσή του θέλει συμπληρωθή ένα σχετικό κενό που ὑπάρχει μέχρι σήμερα.