Χαράλαμπος Γ. Αθανασιάδης: Ακόμη μια δημιουργική Ευβοϊκή μορφή που μας την παρουσιάζει, πριν από 60 χρόνια, ο Δημήτρης Δεμερτζής! Δεν προσθέτω τίποτα μόνο τα κείμενα καθαρά και αυτούσια, όπως τα έγραψε στον "Ευβοϊκό Λόγο" στις 10 Δεκέμβρη 1958. Ναι, και την φωτογραφία του...Τι όμορφος ο "Βαλκανικός Ύμνος"!
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ
ΕΝΑΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΣ ΧΑΛΚΙΔΕΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
(ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ)
Ο Χαράλαμπος Γ. ᾿Αθανασιάδης ὡς ποιητής ἔχει
ξεχαστεί, ἂν καὶ μὲ τὸ ποσοτικά λίγο ἔργο του κερδίζει άνετα θέση ανάμεσα
στους τεχνίτες τοῦ στίχου. Ἡ ἀναρχία που βασιλεύει παντοῦ σ' αὐτοὺς τοὺς
ταραγμένους καιρούς δὲν ήτανε δυνατό νὰ μὴ σκεπάσει μὲ λήθη τὸ εὐγενικό παιδί
που έφυγε με τη θέλησή του από τη ζωή στα 24 χρόνια του. Ἡ ἀγχώδης ἐποχή μας μὲ
τὴν ἔξω ἀπὸ τ' ἀνθρώπινα μέτρα-άπροσάρμοστα, ἴσως για καιρό ακόμη- κίνησή της
μαθητεύει να ξεχωρίζει τις κορυφές, κι' αὐτὲς ἀκόμη σὰ δείχτες μόνο τοῦ καιροῦ
τους. Μὲ τὴν ἀσταμάτητη ἀναζήτηση, μὲ τὸ γκρέμισμα καθημερινὰ τῶν χθεσινῶν Θεῶν
δὲν βρίσκει καιρό - δὲ θὰ βρεῖ ποτέ - να «ταχτοποιήσει», ἂν εἶναι αὐτὸ δυνατό, με
κάποια λογική στο Πάνθεο τῆς ποίησης τοὺς διακόνους της, κι' έκεῖ νὰ βρεῖ τὴ
θέση του - δίκαια- ὁ με- λαγχολικός μεταφραστής τοῦ Μπωντελαίρ Χαρ. ᾿Αθανασιάδης.
Γεννήθηκε στη Χαλκίδα, στα 1907. Έμαθε ἐδῶ τὰ πρῶτα
γράμματα κι' ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο αὐτῆς τῆς πόλης πῆρε απολυτήριο. Μετά σπούδασε
νομικά. Άρχισε νὰ γράφει από μικρός. Στις ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ὑπάρχουν ἄρθρα,
μελέτες, μεταφράσεις δικές του. Γερό κριτικό μυαλό ἔγραψε μὲ ἀντίληψη πλατειὰ
ἄρθρα γιὰ τὴ διγλωσσία μὲ χαρακτηριστική ὀρθὴ ἀνάπτυξη του μεγάλου γιὰ τὸ λαό
μας προβλήματος. Ταξίδεψε στη Γαλλία καὶ στὴν Ἐλβετία. Όταν γύρισε, ἀναπάντεχα
έβαλε τέρμα στη ζωή του με πιστόλι. Ήτανε το 1931.
Τοῦ πρώτου
μεγάλου πολέμου τότε δὲν εἴχανε - ἀκόμη δεν έχουνε - σβύσει τ' ἀποτελέσματα.
Η αἱματοχυσία ἐκείνη δὲν εἶχε λύσει κανένα πρόβλημα. Δὲν ητανε ἀπὸ τις
γεννετήσιες αιτίες της ίκανὴ νὰ τὰ λύσει. Κι᾿ ἂν τὴν ἐπαύριο τῆς ἀνακωχῆς γιὰ
ὅλους ὁ πόλεμος ήτανε κάτι ποὺ ἔμενε πιὰ ὁριστικά στο παρελθὸν τῆς ἀνθρωπότητας,
ἐν τούτοις ή κατάσταση ἔδειξε σε λίγο το γνήσιο πρόσωπό της. Ο άνθρωπος είχε
μείνει μὲ τὰ χέρια γεμάτα μόνο όργὴ καὶ ἀπελπισία. Συγκομιδή αξια μιᾶς ἀνθρωποσφαγής. Ο κόσμος τοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς στάθηκε για τη κρισιμότητὰ της, ἀνίκανος
νὰ γίνει ὁδηγός, ν' αγγαλιάσει τους παλμοὺς τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ τοὺς
βρεῖ λύση στα προβλήματά τους. Καὶ ἤτανε τραγικό. Αὐτὸ στάθηκε σχεδόν παγκόσμιο
φαινόμενο. Μετὰ τὸ παραλήρημα τῆς τότε «νίκης» τὸ πνεῦμα έπεσε στην αντίθετη
άκρη. Νικημένο ἀπὸ τὴν ἴδια του άδυναμία, τὸ κυρίεψε μιὰ ἀρρωστημένη μελαγχολία. Κι' ἐδῶ στη πατρίδα μας που πλήρωσε όσο κανείς ἄλλος τη τρέλλα τῆς
σφαγής τὰ προβλήματα ήτανε περισσότερα καὶ πιὸ δύσκολα. Τότε βασίλεψε ὁ
Καρυωτάκης καὶ ἡ πλειάδα του. Γνήσια παιδιὰ τῆς ἐποχῆς. Φαντα σία νικημένη, ὁ
Καρυωτάκης μὲ σβυσμένα Ιδανικά, έγινε ὁ σημαιοφόρος τοῦ ἀποτυχημένου
κόσμου. Κι' όταν έδωσε στη Πρέβεζα τη «λύση» συνεκλόνισε την εποχή του. Σ' αυτό το «κλίμα» το Λογοτεχνικό καὶ τῆς ἐποχῆς ἔζησε ὁ Χαράλαμπος Αθανασιάδης. Σ'
αυτό πλάστηκε ὁ χαρακτήρας καὶ τὸ ἔργο του. Οι Ιδέες μυρίζανε θάνατο χωρίς
λόγο. Τις ἀγγάλιασε. Βρήκε το ιδανικό του κόσμο στη ποίηση του Μπωντελαίρ.
Ποιήματα δικά του δὲν βρέθηκαν... Ένας ποιητής με τόσο όγγο εργασίας
μεταφραστικής που ἄρχισε ἀπὸ μικρὸς νὰ γράφει, είναι άδύνατο να μην είχε
δικούς του στίχους. Στα χειρόγραφά του είναι μόνο το ποιημα που έστειλε γιὰ τὸ
διαγωνισμό που έγινε μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς Α΄ Βαλκανικής Διασκέψεως τοῦ
Οκτωβρίου 1930 στην Αθήνα. Ισως από τη κριτική, νὰ μὴ περάσει «άβρόχοις
ποσί». Είχε όμως δεί μακρινά ὁ Χ. Α. Οι ρυτίδες είναι πολλές στο «Βαλκανικό
Ύμνος του· ἀλλὰ οἱ ἰδέες του περνάνε πάνω ἀπὸ τὰ μυωπικά γυαλιά της κριτικής.
«Βαλκανικός Ύμνος»
Ολόγυρα στὸν Αίμο ένα χορό θα στήσουμε,
γειτονοπούλες χώρες, θὰ πιοῦμε τῆς ἀγάπης τὸ νερό, σ' ολόδροσες πηγές, εἰρηνοφόρες.᾿Απάνω ἀπ' τοὺς βωμούς ένα βωμό, ἀπάνω απ'
Πατρίδες, μια Πατρίδα. Καὶ μὲ λαχτάρα μια, κοινό παλμό, μιᾶς νέας αὐγῆς νὰ ἰδοῦμε
τὴν ἀχτίδα.Στῆς δύναμίς μας πάνου το βουνό, τὸ κάθε τι θὰ
γίνεται συντρίμμι, καὶ μέσα στῆς Εἰρήνης τὸ ναό, Ιέρειες ή Τέχνη κι' ή
Επιστήμη.Κι' ἡ δόξα μὲ τὰ χέρια της τα δυό θὰ πλέκει γιὰ τὴν
κόμη μας στεφάνια, μὲ ὠδὲς καὶ ὕμνους ὡς τὸν οὐρανὸ, θὰ διαλαλεῖ τ᾿ ἀθάνατα
Βαλκάνια.
Μετὰ τὸ θάνατό του ἀπὸ τὸ σύνολο σχεδόν τοῦ ἔργου
το "Καρ. Μπωντλαίρ" που μετέφρασε ἐξεδόθησαν το 1933 σε περιωρισμένο – 75 – ἀριθμὸ
ἀντιτύπων, δώδεκα ἀπὸ τὰ σοννέτα τοῦ Γάλλου ποιητὴ μὲ τίτλο «'Εκλογὴ ἀπὸ τὰ ᾿Ανθη τοῦ Κακού». Τον πρόλογο τὸν εἶχε γράψει ὁ. Κωστής Παλαμᾶς που σημείωνε μέσα
στ' ἄλλα. «᾿Αλλά φαίνεται πως ἔτσι ἄρχισε νὰ ἐκδηλώνεται το ποιητικό του
τάλαντο αν κρίνουμε ἀπὸ τις πρώτες του προσπάθειες νὰ μᾶς μεταφράζει σε
στίχους καὶ ἔργα ποιητῶν ποὺ ἀγαποῦσε, να στιχουργεί καὶ δικές του συγκινήσεις,
ἂν καὶ φαίνεται πὼς δὲν τὴν ἀγαποῦσε πολὺ τὴ δημοσιότητα.. Αλλά γιὰ τὴν
ποιότητα καὶ γιὰ τὴν σταθερότητα τῆς φαντασίας του μαρτυρεῖ ἡ ἐπιμονή του στη
μετάφραση όλων σχε- δὸν τῶν «'Ανθῶν τοῦ Κακού». Προσπάθεια ποὺ αὐτὴ καὶ μόνη θὰ
ἔφτανε να τὸν τοποθετήσει άνετα κι' εξαιρετικά ἀνάμεσά μας». «Η μετάφραση τοῦ ᾿Αθανασιάδη μᾶς δίνει τὸ μέτρο μιᾶς
ὑπεροχής που δὲν πρέπει νὰ μένει ἀγνώριστη καὶ πρέπει επάξια νὰ ἐκτιμηθεί».
Ύστερα ἀπὸ 27 χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του το έργο
του μένει σχεδόν αγνωστο. Η εξέλιξη τῆς ἀνθρώπινης προσπάθειας γιὰ τὴν
αύριο, τα γιγαντιαία βήματα πρὸς τὴν ἐπίτευξη τῶν προσδοκιών του έχουνε
συντρίψει τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς ποὺ τοῦ ἔδωσε τη θέληση να μεταφράζει ποιήματα όπως αὐτὸ τοῦ Κ. Μπωντλαίρ.
Ο ΕΧΘΡΟΣ
Όλη μου ή νιότη στάθηκε μια καταιγίδα μαύρη, ποὺ ἀχτίδες ἥλιου λαμπερές, ἐδῶ κι' ἐκεῖ τὴ σκιάζαν· τόσο ἡ βροχή κι᾿ ὁ κεραυνός το χαλασμό σκορπίζαν ποὺ μεσ' τὸν κήπο μου κανείς χρυσόμηλα δὲ θὰ βρει.Φθινόπωρο τῶν ἰδεῶν τώρα που σ' έχω ἀγγίξει, θὰ πρέπει εὐθὺς φιάρι, τσαπί, στο χέρι μου ν' ἀδράξω καὶ τὴν πλημμυρισμένη γῆ ξανὰ νὰ τῆνε σκάψω, γιατὶ ὅλο τρύπες τὸ νερὸ σαν τάφους ἔχει ἀνοίξει.Μὰ τ᾿ ἄνθη ποὺ ὀνειρεύουμε καινούργια κι' ἀνοιγμένα, τάχα σ' αὐτὰ τὰ χώματα σὰν ἀμμουδιά πλυμένη, τὴ μυστική τροφὴ θὰ βροῦν, ποὺ θὰ τὰ δυναμώνει;Φρίκη! Ο χρόνος τη ζωή, τὴν τρώει, τη σακατεύει, καὶ ὁ ἀόρατος ἐχθρὸς ποὺ τὴν καρδιά πληγώνει, ἀπὸ τὸ ἴδιο αίμα μας, τρανεύει καὶ ἀντριεύει,
Γυρίζοντας ὅμως τις σελίδες τῶν χειρογράφων του με το σφιχτό κομψό γράψιμο καὶ τὴ σχολαστική τάξη ἀκοῦς τὸ μίλημα ἑνὸς ἀνθρώπου. Τους ήρεμους τόνους τῶν θλιμμένων στοχασμῶν του ὅταν ἀντίκρυζε μὲ θέληση τσακισμένη τὴν ἀνθρώπινη μοίρα, ἡ καρδιά σου νοιώθει τη συγγένειά της σε πολλές στιγμές γιὰ καταστάσεις που δὲν ἔχουν ἐποχὴ καὶ τόπο.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ
ΕΝΑΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΣ ΧΑΛΚΙΔΕΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
(ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ)
Ο Χαράλαμπος Γ. ᾿Αθανασιάδης ὡς ποιητής ἔχει
ξεχαστεί, ἂν καὶ μὲ τὸ ποσοτικά λίγο ἔργο του κερδίζει άνετα θέση ανάμεσα
στους τεχνίτες τοῦ στίχου. Ἡ ἀναρχία που βασιλεύει παντοῦ σ' αὐτοὺς τοὺς
ταραγμένους καιρούς δὲν ήτανε δυνατό νὰ μὴ σκεπάσει μὲ λήθη τὸ εὐγενικό παιδί
που έφυγε με τη θέλησή του από τη ζωή στα 24 χρόνια του. Ἡ ἀγχώδης ἐποχή μας μὲ
τὴν ἔξω ἀπὸ τ' ἀνθρώπινα μέτρα-άπροσάρμοστα, ἴσως για καιρό ακόμη- κίνησή της
μαθητεύει να ξεχωρίζει τις κορυφές, κι' αὐτὲς ἀκόμη σὰ δείχτες μόνο τοῦ καιροῦ
τους. Μὲ τὴν ἀσταμάτητη ἀναζήτηση, μὲ τὸ γκρέμισμα καθημερινὰ τῶν χθεσινῶν Θεῶν
δὲν βρίσκει καιρό - δὲ θὰ βρεῖ ποτέ - να «ταχτοποιήσει», ἂν εἶναι αὐτὸ δυνατό, με
κάποια λογική στο Πάνθεο τῆς ποίησης τοὺς διακόνους της, κι' έκεῖ νὰ βρεῖ τὴ
θέση του - δίκαια- ὁ με- λαγχολικός μεταφραστής τοῦ Μπωντελαίρ Χαρ. ᾿Αθανασιάδης.
Γεννήθηκε στη Χαλκίδα, στα 1907. Έμαθε ἐδῶ τὰ πρῶτα γράμματα κι' ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο αὐτῆς τῆς πόλης πῆρε απολυτήριο. Μετά σπούδασε νομικά. Άρχισε νὰ γράφει από μικρός. Στις ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ὑπάρχουν ἄρθρα, μελέτες, μεταφράσεις δικές του. Γερό κριτικό μυαλό ἔγραψε μὲ ἀντίληψη πλατειὰ ἄρθρα γιὰ τὴ διγλωσσία μὲ χαρακτηριστική ὀρθὴ ἀνάπτυξη του μεγάλου γιὰ τὸ λαό μας προβλήματος. Ταξίδεψε στη Γαλλία καὶ στὴν Ἐλβετία. Όταν γύρισε, ἀναπάντεχα έβαλε τέρμα στη ζωή του με πιστόλι. Ήτανε το 1931.
Τοῦ πρώτου μεγάλου πολέμου τότε δὲν εἴχανε - ἀκόμη δεν έχουνε - σβύσει τ' ἀποτελέσματα. Η αἱματοχυσία ἐκείνη δὲν εἶχε λύσει κανένα πρόβλημα. Δὲν ητανε ἀπὸ τις γεννετήσιες αιτίες της ίκανὴ νὰ τὰ λύσει. Κι᾿ ἂν τὴν ἐπαύριο τῆς ἀνακωχῆς γιὰ ὅλους ὁ πόλεμος ήτανε κάτι ποὺ ἔμενε πιὰ ὁριστικά στο παρελθὸν τῆς ἀνθρωπότητας, ἐν τούτοις ή κατάσταση ἔδειξε σε λίγο το γνήσιο πρόσωπό της. Ο άνθρωπος είχε μείνει μὲ τὰ χέρια γεμάτα μόνο όργὴ καὶ ἀπελπισία. Συγκομιδή αξια μιᾶς ἀνθρωποσφαγής. Ο κόσμος τοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς στάθηκε για τη κρισιμότητὰ της, ἀνίκανος νὰ γίνει ὁδηγός, ν' αγγαλιάσει τους παλμοὺς τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ τοὺς βρεῖ λύση στα προβλήματά τους. Καὶ ἤτανε τραγικό. Αὐτὸ στάθηκε σχεδόν παγκόσμιο φαινόμενο. Μετὰ τὸ παραλήρημα τῆς τότε «νίκης» τὸ πνεῦμα έπεσε στην αντίθετη άκρη. Νικημένο ἀπὸ τὴν ἴδια του άδυναμία, τὸ κυρίεψε μιὰ ἀρρωστημένη μελαγχολία. Κι' ἐδῶ στη πατρίδα μας που πλήρωσε όσο κανείς ἄλλος τη τρέλλα τῆς σφαγής τὰ προβλήματα ήτανε περισσότερα καὶ πιὸ δύσκολα. Τότε βασίλεψε ὁ Καρυωτάκης καὶ ἡ πλειάδα του. Γνήσια παιδιὰ τῆς ἐποχῆς. Φαντα σία νικημένη, ὁ Καρυωτάκης μὲ σβυσμένα Ιδανικά, έγινε ὁ σημαιοφόρος τοῦ ἀποτυχημένου κόσμου. Κι' όταν έδωσε στη Πρέβεζα τη «λύση» συνεκλόνισε την εποχή του. Σ' αυτό το «κλίμα» το Λογοτεχνικό καὶ τῆς ἐποχῆς ἔζησε ὁ Χαράλαμπος Αθανασιάδης. Σ' αυτό πλάστηκε ὁ χαρακτήρας καὶ τὸ ἔργο του. Οι Ιδέες μυρίζανε θάνατο χωρίς λόγο. Τις ἀγγάλιασε. Βρήκε το ιδανικό του κόσμο στη ποίηση του Μπωντελαίρ. Ποιήματα δικά του δὲν βρέθηκαν... Ένας ποιητής με τόσο όγγο εργασίας μεταφραστικής που ἄρχισε ἀπὸ μικρὸς νὰ γράφει, είναι άδύνατο να μην είχε δικούς του στίχους. Στα χειρόγραφά του είναι μόνο το ποιημα που έστειλε γιὰ τὸ διαγωνισμό που έγινε μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς Α΄ Βαλκανικής Διασκέψεως τοῦ Οκτωβρίου 1930 στην Αθήνα. Ισως από τη κριτική, νὰ μὴ περάσει «άβρόχοις ποσί». Είχε όμως δεί μακρινά ὁ Χ. Α. Οι ρυτίδες είναι πολλές στο «Βαλκανικό Ύμνος του· ἀλλὰ οἱ ἰδέες του περνάνε πάνω ἀπὸ τὰ μυωπικά γυαλιά της κριτικής.
«Βαλκανικός Ύμνος»
Ολόγυρα στὸν Αίμο ένα χορό θα στήσουμε,
γειτονοπούλες χώρες, θὰ πιοῦμε τῆς ἀγάπης τὸ νερό, σ' ολόδροσες πηγές, εἰρηνοφόρες.᾿Απάνω ἀπ' τοὺς βωμούς ένα βωμό, ἀπάνω απ'
Πατρίδες, μια Πατρίδα. Καὶ μὲ λαχτάρα μια, κοινό παλμό, μιᾶς νέας αὐγῆς νὰ ἰδοῦμε
τὴν ἀχτίδα.Στῆς δύναμίς μας πάνου το βουνό, τὸ κάθε τι θὰ
γίνεται συντρίμμι, καὶ μέσα στῆς Εἰρήνης τὸ ναό, Ιέρειες ή Τέχνη κι' ή
Επιστήμη.Κι' ἡ δόξα μὲ τὰ χέρια της τα δυό θὰ πλέκει γιὰ τὴν
κόμη μας στεφάνια, μὲ ὠδὲς καὶ ὕμνους ὡς τὸν οὐρανὸ, θὰ διαλαλεῖ τ᾿ ἀθάνατα
Βαλκάνια.
Μετὰ τὸ θάνατό του ἀπὸ τὸ σύνολο σχεδόν τοῦ ἔργου το "Καρ. Μπωντλαίρ" που μετέφρασε ἐξεδόθησαν το 1933 σε περιωρισμένο – 75 – ἀριθμὸ ἀντιτύπων, δώδεκα ἀπὸ τὰ σοννέτα τοῦ Γάλλου ποιητὴ μὲ τίτλο «'Εκλογὴ ἀπὸ τὰ ᾿Ανθη τοῦ Κακού». Τον πρόλογο τὸν εἶχε γράψει ὁ. Κωστής Παλαμᾶς που σημείωνε μέσα στ' ἄλλα. «᾿Αλλά φαίνεται πως ἔτσι ἄρχισε νὰ ἐκδηλώνεται το ποιητικό του τάλαντο αν κρίνουμε ἀπὸ τις πρώτες του προσπάθειες νὰ μᾶς μεταφράζει σε στίχους καὶ ἔργα ποιητῶν ποὺ ἀγαποῦσε, να στιχουργεί καὶ δικές του συγκινήσεις, ἂν καὶ φαίνεται πὼς δὲν τὴν ἀγαποῦσε πολὺ τὴ δημοσιότητα.. Αλλά γιὰ τὴν ποιότητα καὶ γιὰ τὴν σταθερότητα τῆς φαντασίας του μαρτυρεῖ ἡ ἐπιμονή του στη μετάφραση όλων σχε- δὸν τῶν «'Ανθῶν τοῦ Κακού». Προσπάθεια ποὺ αὐτὴ καὶ μόνη θὰ ἔφτανε να τὸν τοποθετήσει άνετα κι' εξαιρετικά ἀνάμεσά μας». «Η μετάφραση τοῦ ᾿Αθανασιάδη μᾶς δίνει τὸ μέτρο μιᾶς ὑπεροχής που δὲν πρέπει νὰ μένει ἀγνώριστη καὶ πρέπει επάξια νὰ ἐκτιμηθεί».
Ύστερα ἀπὸ 27 χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του το έργο
του μένει σχεδόν αγνωστο. Η εξέλιξη τῆς ἀνθρώπινης προσπάθειας γιὰ τὴν
αύριο, τα γιγαντιαία βήματα πρὸς τὴν ἐπίτευξη τῶν προσδοκιών του έχουνε
συντρίψει τὸ πνεῦμα
Ο ΕΧΘΡΟΣ
Όλη μου ή νιότη στάθηκε μια καταιγίδα μαύρη, ποὺ ἀχτίδες ἥλιου λαμπερές, ἐδῶ κι' ἐκεῖ τὴ σκιάζαν· τόσο ἡ βροχή κι᾿ ὁ κεραυνός το χαλασμό σκορπίζαν ποὺ μεσ' τὸν κήπο μου κανείς χρυσόμηλα δὲ θὰ βρει.Φθινόπωρο τῶν ἰδεῶν τώρα που σ' έχω ἀγγίξει, θὰ πρέπει εὐθὺς φιάρι, τσαπί, στο χέρι μου ν' ἀδράξω καὶ τὴν πλημμυρισμένη γῆ ξανὰ νὰ τῆνε σκάψω, γιατὶ ὅλο τρύπες τὸ νερὸ σαν τάφους ἔχει ἀνοίξει.Μὰ τ᾿ ἄνθη ποὺ ὀνειρεύουμε καινούργια κι' ἀνοιγμένα, τάχα σ' αὐτὰ τὰ χώματα σὰν ἀμμουδιά πλυμένη, τὴ μυστική τροφὴ θὰ βροῦν, ποὺ θὰ τὰ δυναμώνει;Φρίκη! Ο χρόνος τη ζωή, τὴν τρώει, τη σακατεύει, καὶ ὁ ἀόρατος ἐχθρὸς ποὺ τὴν καρδιά πληγώνει, ἀπὸ τὸ ἴδιο αίμα μας, τρανεύει καὶ ἀντριεύει,
Γυρίζοντας ὅμως τις σελίδες τῶν χειρογράφων του με το σφιχτό κομψό γράψιμο καὶ τὴ σχολαστική τάξη ἀκοῦς τὸ μίλημα ἑνὸς ἀνθρώπου. Τους ήρεμους τόνους τῶν θλιμμένων στοχασμῶν του ὅταν ἀντίκρυζε μὲ θέληση τσακισμένη τὴν ἀνθρώπινη μοίρα, ἡ καρδιά σου νοιώθει τη συγγένειά της σε πολλές στιγμές γιὰ καταστάσεις που δὲν ἔχουν ἐποχὴ καὶ τόπο.









