Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Γιώργος Βουτσής (1953- ): Αμερικανική Συνείδηση-Αριστουργήματα Παγκόσμιας Λογοτεχνίας

 




Πρόλογος

Υπάρχουν έργα που δεν ξεκινούν επειδή έχεις έτοιμο ένα σχέδιο από την αρχή. Ξεκινούν επειδή κάτι μέσα σου σε σπρώχνει, χωρίς να ξέρεις ακόμη πού θα σε πάει. Έτσι άρχισαν και οι μεγάλες εργασίες, οι δικές μου, που παρουσιάζω εδώ, στο blog. Εννοώ εκτός της παρουσίασης των άλλων Ευβοέων δημιουργών. Δεν γεννήθηκαν από φιλοδοξία έκδοσης, ούτε από επαγγελματικό πρόγραμμα, ούτε από κάποια εξωτερική ανάθεση. Γεννήθηκαν από την ανάγκη να καταλάβω βαθύτερα τον άνθρωπο, την ιστορία του, τα έργα του, τις αντιφάσεις του, τις πτώσεις και τις υπερβάσεις του.
Τα τελευταία χρόνια συνέβη κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να το περιγράψει χωρίς να φανεί υπερβολικός. Οι νέες τεχνολογίες, και ειδικά η Τεχνητή Νοημοσύνη, άνοιξαν μπροστά μας δυνατότητες που πριν από λίγο καιρό έμοιαζαν αδιανόητες. Ένας άνθρωπος, μόνος του, από το σπίτι του, μπορεί σήμερα να αναζητήσει πηγές, να συγκρίνει κείμενα, να μεταφράσει, να οργανώσει υλικό, να συνθέσει τόμους, να επεξεργαστεί εικόνες, να φτιάξει βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή, να χτίσει αρχεία που άλλοτε θα απαιτούσαν βιβλιοθήκες, συνεργεία, γραμματείς, ταξίδια και μια ολόκληρη ζωή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μηχανή αντικαθιστά τον άνθρωπο. Στη δική μου περίπτωση συνέβη το αντίθετο. Η Τεχνητή Νοημοσύνη έγινε εργαλείο, συνομιλητής, επιταχυντής, βιβλιοθηκάριος, γραμματέας, καθρέφτης και μερικές φορές σπινθήρας. Το έργο όμως δεν γεννιέται από μόνο του. Χρειάζεται ο άνθρωπος που ρωτά, που επιμένει, που διορθώνει, που απορρίπτει, που ξαναγυρίζει, που συγκινείται, που θυμώνει, που ζητά ακρίβεια, που θέλει να καταλάβει. Χωρίς αυτή την ανθρώπινη επιμονή, θα υπήρχαν μόνο λέξεις. Με αυτήν, οι λέξεις μπορούν να γίνουν έργο.

Ανήκω σε εκείνους που αποφάσισαν να αρπάξουν αυτές τις καινούργιες δυνάμεις στον αέρα. Όχι για να παραδοθούν σε αυτές, αλλά για να τις καθοδηγήσουν. Όχι για να σταματήσουν να δημιουργούν, αλλά για να δημιουργήσουν περισσότερο. Σε μια ηλικία που πολλοί θεωρούν ότι τα μεγάλα σχέδια ανήκουν πια στο παρελθόν, εγώ βρέθηκα να ανοίγω νέους τόμους, νέα πεδία, νέες αναζητήσεις. Έχω ήδη δημιουργήσει χιλιάδες σελίδες λογοτεχνικής, ιστορικής και πολιτισμικής εργασίας και ευελπιστώ να συνεχίσω.

Αυτό, για μένα, δεν είναι απλώς τεχνικό επίτευγμα. Είναι ανθρώπινο γεγονός. Είναι απόδειξη ότι ο άνθρωπος μπορεί να πάρει το καινούργιο εργαλείο και να το κάνει προέκταση της ανάγκης του να μιλήσει, να θυμηθεί, να ερμηνεύσει, να αφήσει κάτι πίσω του. Ο παλιός γραφέας βρήκε καινούργιο μελάνι. Η φυσαρμόνικα έγινε πληκτρολόγιο, χωρίς να χάσει την ανάσα της. Το άλογο, επί χιλιετίες σχεδόν μοναδικό μέσο μετακίνησης, δεν ακυρώθηκε από την πρόοδο· ξεπεράστηκε ως βασική ανάγκη από τον σιδηρόδρομο, το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, το διαστημόπλοιο. Δεν θα αρνηθούμε την πρόοδο στη μετακίνηση χάριν μιας ρομαντικής διάθεσης ή από αγάπη προς τα τετράποδα. Θα αγαπούμε το άλογο για ό,τι υπήρξε, αλλά δεν θα αρνηθούμε το τρένο, το αυτοκίνητο ή το αεροπλάνο, το διαστημόπλοιο επειδή κάποτε ο άνθρωπος ταξίδευε αλλιώς. Το ίδιο ισχύει και με τις νέες τεχνολογίες της γνώσης και της δημιουργίας. Το κρίσιμο δεν είναι να τις φοβηθούμε ούτε να τις λατρέψουμε. Το κρίσιμο είναι να τις κρατήσει ο άνθρωπος στα χέρια του. Όλα αυτά τα εξελιγμένα μέσα, από το όχημα μέχρι το ψηφιακό εργαλείο, αποκτούν νόημα μόνο όταν καθοδηγούνται από ανθρώπινη κρίση, ανάγκη, ευθύνη και σκοπό.
Η Αμερικανική Συνείδηση, το μεγαλύτερο ίσως από τα έργα αυτά το οποίο είναι σε εξέλιξη, ξεκίνησε ως προσπάθεια κατανόησης της Αμερικής μέσα από τα κείμενα, τους ανθρώπους, τις ιδέες και τις αντιφάσεις της. Γρήγορα όμως έγινε κάτι πολύ ευρύτερο. Δεν ήταν πια μόνο οι Πουριτανοί, οι Πατέρες, τα Συντάγματα, οι Διακηρύξεις, οι στοχαστές, οι συγγραφείς, οι σκλάβοι, οι αβολονιστές, οι ποιητές, οι πολιτικοί. Ήταν ο άνθρωπος μέσα στην Ιστορία. Ο άνθρωπος που φοβάται, πιστεύει, αδικεί, αδικείται, χτίζει, γκρεμίζει, ξαναδοκιμάζει.

Δεν με ενδιαφέρει η Αμερική ως είδωλο. Δεν γράφω για να τη δοξάσω ούτε για να τη δαιμονοποιήσω. Με ενδιαφέρει η Αμερική ως πεδίο όπου η ανθρώπινη ύπαρξη φάνηκε σε τρομακτική ένταση: ελευθερία και δουλεία, δικαιώματα και αποκλεισμός, θρησκεία και υποκρισία, μουσική και φτώχεια, δρόμος και ερείπιο, όνειρο και βία. Εκεί, μέσα στις μεγάλες της αντιφάσεις, βλέπει κανείς καθαρά ότι η Ιστορία δεν είναι ποτέ καθαρή. Είναι ανθρώπινη. Άρα πληγωμένη, αντιφατική, μεγαλειώδης και ντροπιασμένη μαζί.

Επιμένω όμως ότι στην Αμερική η ανθρωπότητα επιχείρησε κάτι που μοιάζει με επανεκκίνηση. Όχι σε άδεια γη, γιατί καμία μεγάλη γη δεν είναι πραγματικά άδεια από ανθρώπους, μνήμη και δικαιώματα· αλλά σε έναν απέραντο χώρο που, για τους κυνηγημένους, τους απόκληρους, τους ανήσυχους, τους φτωχούς, τους τολμηρούς και τους απελπισμένους της Ευρώπης, φάνηκε σαν δυνατότητα νέας αρχής. Μακριά από παλιούς διώκτες, παλιές ιεραρχίες, παλιές απαγορεύσεις και παλιές κοινωνικές φυλακές, προσπάθησαν να χτίσουν ένα καινούργιο σπίτι.

Αυτό το σπίτι χτίστηκε με πίστη, κόπο, όνειρο και απίστευτη δημιουργική ενέργεια. Χτίστηκε όμως και με βία, εκτοπισμό, δουλεία, αρπαγή και αίμα. Γι’ αυτό η Αμερική είναι τόσο μεγάλη και τόσο τραγική μαζί. Δεν είναι απλώς χώρα. Είναι το μεγάλο νεωτερικό πείραμα του ανθρώπου να ξαναρχίσει — και ταυτόχρονα η απόδειξη ότι ο άνθρωπος κουβαλά μαζί του, ακόμη και στη νέα αρχή, τις παλιές του σκιές.

Αυτό το πείραμα δεν έχει τελειώσει ακόμη.

Παράλληλα με την Αμερικανική Συνείδηση υπάρχει και μια άλλη μεγάλη εργασία, με γενικό τίτλο Αριστουργήματα Παγκόσμιας Λογοτεχνίας. Εκεί εντάσσονται τόμοι αφιερωμένοι σε μεγάλες λογοτεχνικές παραδόσεις, από τη Ρωσία και τον σκανδιναβικό κόσμο, προς το παρόν, ως και άλλες περιοχές που θα ακολουθήσουν. 
Δεν πρόκειται για απλή ανθολόγηση ονομάτων. Είναι προσπάθεια να έρθει ο αναγνώστης σε επαφή με τους μεγάλους συγγραφείς, με έργα που άντεξαν στον χρόνο επειδή είπαν κάτι ουσιαστικό για τον άνθρωπο.
Το σκεπτικό μου είναι απλό και ίσως αυστηρό: ο ανθρώπινος χρόνος είναι περιορισμένος
. Δεν περισσεύει. Γι’ αυτό, ο άνθρωπος που πρόκειται να αφιερώσει ώρες από τη ζωή του στο διάβασμα, αξίζει πρώτα να σταθεί μπροστά στα μεγάλα έργα. Να διαβάσει εκείνους που άνοιξαν δρόμους, που βάθυναν την ψυχή, που είδαν την κοινωνία, την ενοχή, την αγάπη, την πίστη, την ήττα, την επανάσταση, την τρέλα, τον θάνατο, την αξιοπρέπεια. Από αυτά τα έργα θα ωφεληθεί σίγουρα και θα ανακαλύψει την πυξίδα για το ταξίδι της ζωής. Αν του περισσέψει χρόνος, ας διαβάσει και άλλα. Αλλά επειδή συνήθως δεν περισσεύει, είναι κρίμα να σπαταλιέται η αναγνωστική ζωή σε έργα που θορυβούν πρόσκαιρα και σβήνουν γρήγορα.

Αυτά γράφονται από σεβασμό στον αναγνώστη. Ο άνθρωπος αξίζει να έρχεται σε επαφή με τα καλύτερα που δημιούργησε. Αξίζει να συναντά μεγάλους αφηγητές, ποιητές και δραματουργούς που δεν έγραψαν απλώς ιστορίες, αλλά άνοιξαν πληγές, συνειδήσεις και ορίζοντες. Η λογοτεχνία, όταν είναι μεγάλη, δεν είναι διασκέδαση της ώρας. Είναι τρόπος να μετρηθεί ο άνθρωπος με τον εαυτό του.
Με αυτή την έννοια, η Αμερικανική Συνείδηση και τα Αριστουργήματα Παγκόσμιας Λογοτεχνίας ανήκουν στο ίδιο βαθύτερο σχέδιο. Το ένα έργο αναζητά τον άνθρωπο μέσα στην ιστορική και πολιτισμική περιπέτεια της Αμερικής. Το άλλο τον αναζητά μέσα στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα του κόσμου. Και τα δύο υπηρετούν την ίδια ανάγκη: να μη χαθεί ο αναγνώστης μέσα στον θόρυβο, αλλά να βρει δρόμους προς κείμενα που αξίζουν τον κόπο, τον χρόνο και την εσωτερική του προσοχή.
Μετά την Αμερικανική Συνείδηση αυτή η προσπάθεια με τα Αριστουργήματα Παγκόσμιας Λογοτεχνίας θα συνεχιστεί. Ως διάθεση να συγκεντρωθεί, να οργανωθεί και να παρουσιαστεί υλικό που μπορεί να βοηθήσει έναν αναγνώστη να πλησιάσει μεγάλα έργα χωρίς φόβο, χωρίς ακαδημαϊκή ψυχρότητα, αλλά και χωρίς ευκολίες. Γιατί τα μεγάλα έργα δεν χρειάζονται διαφήμιση. Χρειάζονται ανθρώπους που να τα πλησιάζουν με σοβαρότητα, αγάπη και σεβασμό. 
Κάποια στιγμή, δουλεύοντας αυτά τα θέματα, κατάλαβα ότι δεν αγαπούσα μόνο τα μεγάλα κείμενα. Άρχισα να αγαπώ και τα κατεστραμμένα στέκια της Route 66. Τα παλιά diners, τα ξεθωριασμένα motel, τις πινακίδες νέον που έσβησαν, τα βενζινάδικα που έμειναν στην άκρη του δρόμου. Δεν το περίμενα! Ξεκίνησα από κείμενα και έφτασα σε τοπία! Από τις διακηρύξεις και τις βιογραφίες πέρασα στη σκόνη, στο ραγισμένο τζάμι, στο παλιό VACANCY που δεν περιμένει πια κανέναν. Εκεί κατάλαβα ότι η Ιστορία δεν ζει μόνο στα μνημεία. Ζει και στα ερείπια.
Το ίδιο ένιωσα και με την αμερικανική μουσική. Εκεί όπου η ελευθερία δεν εκφράστηκε πρώτα με μεγάλες αίθουσες και ακαδημίες, αλλά με μια φυσαρμόνικα, ένα κιθαρόνι, ένα μπάντζο, μια φωνή ραγισμένη, έναν ρυθμό δρόμου ή χωραφιού. Από τα ελάχιστα βγήκαν αριστουργήματα. Όχι επειδή ήταν απλοϊκά, αλλά επειδή ήταν συμπυκνωμένα. Μια φυσαρμόνικα δεν είναι φτωχό όργανο όταν φυσά μέσα της ένας άνθρωπος που κουβαλά μοναξιά, πίστη, δρόμο, φυγή, απώλεια και αξιοπρέπεια.
Αυτό συνδέθηκε μέσα μου με το βαθύτερο νόημα όλων αυτών των εργασιών: είμαι υπέρ του ανθρώπου. Αυτού του υπερ-ήρωα. Όχι επειδή είναι άτρωτος. Το αντίθετο. Επειδή είναι τρωτός και συνεχίζει. Τον χτυπούν πόλεμοι, αρρώστιες, φτώχειες, αδικίες, μοναξιές, προδοσίες, θάνατοι, ερείπια — και αυτός πάλι κάτι κάνει. Γράφει. Τραγουδά. Χτίζει. Θυμάται. Ανάβει φωτιά. Φτιάχνει δρόμο. Σώζει ένα πρόσωπο, μια λέξη, μια φωτογραφία, ένα τραγούδι, μια αλήθεια.
Αυτός ο άνθρωπος «δεν χαμπαριάζει με τίποτα». Όχι γιατί δεν πονά. Πονά μέχρι το κόκαλο. Αλλά δεν παραδίδει εύκολα το νόημα. Ακόμη και μέσα στη φθορά ψάχνει κάτι να σώσει. Αυτό είναι που με κινεί. Όχι η ψυχρή συσσώρευση γνώσεων, αλλά η αναζήτηση αυτής της επίμονης ανθρώπινης σπίθας μέσα στα κείμενα, στις βιογραφίες, στα τραγούδια, στις εικόνες, στις ήττες και στις μικρές νίκες.
Οι εργασίες που παρουσιάζονται εδώ δεν είναι τέλεια έργα. Είναι έργα ενός ανθρώπου που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της εποχής του για να δημιουργήσει όσο ακόμη μπορεί. Δεν γράφονται για να διορθώσουν την Ιστορία. Η Ιστορία δεν διορθώνεται εκ των υστέρων. Γράφονται για να μη μένουν οι άνθρωποι της Ιστορίας αζήτητοι. Για να ακουστούν ξανά φωνές, να ανασυρθούν μορφές, να φωτιστούν διαδρομές, να δοθεί στον αναγνώστη ένα υλικό ανοιχτό, ελεύθερο, χρήσιμο.
Χωρίς τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν θα μπορούσα να κάνω αυτές τις δουλειές ούτε αν είχα τρεις ζωές. Αυτό το λέω καθαρά. Αλλά επίσης καθαρά λέω ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αντικατέστησε τη δική μου απόφαση. Την υπηρέτησε. Δεν μου έδωσε το γιατί. Μου έδωσε εργαλεία για να κυνηγήσω το γιατί που ήδη υπήρχε μέσα μου.
Και το γιατί είναι απλό: να συνεχίσω να δημιουργώ. Να σεβαστώ τον χρόνο που μου απομένει. Να χρησιμοποιήσω ό,τι μου δίνει η εποχή μου. Να αφήσω ελεύθερα έργα σε όσους θελήσουν να τα διαβάσουν. Να σταθώ, όσο μπορώ, υπέρ του ανθρώπου: αυτού του πλάσματος που πέφτει, σηκώνεται, ξαναπέφτει, ξαναδοκιμάζει, και μέσα στο χάος επιμένει να δίνει μορφή, φωνή και νόημα στη ζωή του.
Ο  ά γ ν ω σ τ ο ς  α ν α γ ν ώ σ τ η ς  κ α ι  τ ο π έ ρ α σ μ α  τ ο υ  χ ρ ό ν ο υ.
Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη. Κάτι που δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, ούτε μόνο την έκταση αυτών των έργων. Αφορά τον λόγο για τον οποίο ένας άνθρωπος κάθεται και γράφει, οργανώνει, μεταφράζει, παρουσιάζει, διορθώνει, επιμένει. 
Αφορά τον άγνωστο αναγνώστη.
Σε μια από τις εργασίες για την Αμερικανική Συνείδηση στάθηκα ιδιαίτερα στο ποίημα του Walt Whitman "Διασχίζοντας το Φέρι του Μπρούκλιν – Crossing Brooklyn Ferry". 
Το ποίημα ξεκινά από μια απλή σκηνή: ο ποιητής βρίσκεται στο φέρι ανάμεσα στο Μπρούκλιν και το Μανχάταν. Γύρω του υπάρχουν άνθρωποι, νερό, σύννεφα, πλοία, φως, κίνηση. Όμως πολύ γρήγορα η σκηνή ανοίγει. Ο Whitman δεν βλέπει μόνο τους ανθρώπους της δικής του στιγμής. Βλέπει και όσους θα περάσουν από το ίδιο σημείο χρόνια και αιώνες αργότερα. Ανάμεσά τους βάζει και εμάς.
Το ποίημα αρχίζει με μια πράξη όρασης, αλλά αυτή η όραση δεν μένει εξωτερική. 
Ο Whitman κοιτάζει την πλημμυρίδα, τα σύννεφα της δύσης, τον ήλιο που βρίσκεται ακόμη μισή ώρα πάνω από τον ορίζοντα, τα πλήθη των ανδρών και των γυναικών που περνούν με το φέρι. Όμως δεν τα αντιμετωπίζει σαν απλό τοπίο, σαν σκηνικό ή σαν φυσική περιγραφή. Η πρώτη του φράση, «σε βλέπω πρόσωπο με πρόσωπο», αλλάζει αμέσως τη φύση της εικόνας. Το νερό δεν είναι απλώς νερό· γίνεται συνομιλητής. Τα σύννεφα δεν είναι απλώς σύννεφα· γίνονται παρουσία. Ο κόσμος δεν απλώνεται απέναντί του αδιάφορος, αλλά στέκεται μπροστά του σαν κάτι που μπορεί να απαντήσει.
Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό του Whitman. Η όραση δεν είναι παθητική καταγραφή. Είναι σχέση. Ο ποιητής δεν λέει απλώς «βλέπω». Λέει ουσιαστικά: είμαι εδώ, απέναντί σας, μαζί σας, μέσα στην ίδια στιγμή. Η πλημμυρίδα, τα σύννεφα, το φως, το πλήθος, το φέρι, όλα γίνονται μέρος μιας κοινής εμπειρίας. Δεν υπάρχει αυστηρό όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο. Ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα νιώθει ότι ο κόσμος τον κοιτάζει πίσω. Γι’ αυτό το «πρόσωπο με πρόσωπο» έχει τόσο μεγάλη δύναμη. Μετατρέπει τη θέα σε συνάντηση.
Στο επόμενο βήμα, ο Whitman στρέφεται προς τους ανθρώπους. Τα πλήθη των ανδρών και των γυναικών που φορούν τα καθημερινά τους ρούχα, που γυρίζουν στο σπίτι, που περνούν από τη μία όχθη στην άλλη, του φαίνονται «παράξενα», αξιοθαύμαστα, πιο σημαντικά απ’ όσο οι ίδιοι υποθέτουν. Εδώ η καθημερινότητα αποκτά βαρύτητα. Δεν πρόκειται για ηρωική σκηνή, για μάχη, για ιστορική τελετή ή για επίσημη δημόσια στιγμή. Είναι μια απλή μετακίνηση ανθρώπων μέσα στην πόλη. Κι όμως, ο Whitman τη βλέπει σαν μυστήριο. Η κοινή ζωή, επειδή είναι κοινή, δεν είναι ασήμαντη. Αντίθετα, ακριβώς εκεί βρίσκεται η ποίησή του.
Το αποφασιστικό άνοιγμα έρχεται όταν ο ποιητής απευθύνεται σε εκείνους που θα περάσουν «χρόνια αργότερα» από την ίδια όχθη στην άλλη. Εκεί το ποίημα σπάει τα όρια της στιγμής του. Δεν απευθύνεται μόνο στους ανθρώπους που βρίσκονται μαζί του πάνω στο φέρι. Απευθύνεται και σε ανθρώπους που δεν υπάρχουν ακόμη. Ο Whitman γράφει σαν να προαισθάνεται τον μελλοντικό αναγνώστη. Σαν να ξέρει ότι κάποιος, πενήντα, εκατό ή και περισσότερα χρόνια αργότερα, θα σταθεί μπροστά στο ίδιο νερό, θα κοιτάξει τον ίδιο ουρανό, θα αισθανθεί την ίδια κίνηση της πόλης, και θα μπορεί να αναγνωρίσει κάτι από εκείνον.
Έτσι, η καθημερινή μετακίνηση με το φέρι γίνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από αστική συγκοινωνία. Γίνεται γέφυρα χρόνου. Το πέρασμα από όχθη σε όχθη γίνεται πέρασμα από γενιά σε γενιά. Το νερό, που κανονικά χωρίζει, εδώ ενώνει. Η απόσταση δεν καταργείται πραγματικά, αλλά χάνει την απόλυτη δύναμή της. Οι άνθρωποι παραμένουν ξένοι μεταξύ τους· δεν γνωρίζονται, δεν ζουν στην ίδια εποχή, δεν έχουν τα ίδια ονόματα, τις ίδιες εργασίες, τις ίδιες αγωνίες. Κι όμως, μοιράζονται ορισμένες βασικές εμπειρίες: βλέπουν, ακούν, περνούν, επιστρέφουν, κουράζονται, θαυμάζουν, περιμένουν, στέκονται μέσα στο πλήθος.
Αυτό είναι το βαθύτερο δημοκρατικό στοιχείο του ποιήματος. Η δημοκρατία του Whitman δεν είναι μόνο πολιτειακή μορφή ούτε μόνο δικαίωμα ψήφου. Είναι αίσθηση κοινής συμμετοχής στην ύπαρξη. Ο άγνωστος άνθρωπος που περνά δίπλα μου δεν είναι απλώς ένας άλλος. Είναι κάποιος που με αφορά, επειδή έχει σώμα, βλέμμα, ακοή, μνήμη, επιθυμία, προορισμό. Ακόμη και αν δεν του μιλήσω ποτέ, συμμετέχουμε στην ίδια μεγάλη κίνηση. Το φέρι, λοιπόν, γίνεται ένας μικρός δημοκρατικός κόσμος: κανείς δεν είναι μόνος του απόλυτα, γιατί όλοι περνούν μαζί.
Για την Αμερικανική Συνείδηση, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Μέχρι εδώ έχουμε δει την Αμερική ως εκλεκτή γη, ως αποικιακό πείραμα, ως δημοκρατική υπόσχεση, ως επαναστατική θεωρία, ως πολιτικό σύνταγμα, ως μεθόριο, ως ατομική αυτοπεποίθηση. Στον Whitman, όμως, η Αμερική γίνεται και κοινή εμπειρία χρόνου. Δεν είναι μόνο οι ιδρυτές, οι θεσμοί, οι νόμοι, οι μεγάλοι άνδρες ή οι μεγάλες συγκρούσεις. Είναι και οι ανώνυμοι άνθρωποι που περνούν καθημερινά από τη μία όχθη στην άλλη, που εργάζονται, που γυρίζουν στο σπίτι, που κοιτούν το φως πάνω στο νερό.
Το ποίημα, επομένως, δημιουργεί μια κοινότητα που δεν περιορίζεται στους ζωντανούς της ίδιας στιγμής. Είναι κοινότητα παρόντων και μελλοντικών ανθρώπων. Ο Whitman ενώνει τον εαυτό του με όσους θα έρθουν μετά από αυτόν, όχι μέσω δόγματος ή ιδεολογίας, αλλά μέσω αισθητηριακής εμπειρίας. Όπως εκείνος είδε το νερό, έτσι θα το δουν και οι άλλοι. Όπως εκείνος στάθηκε μέσα στο πλήθος, έτσι θα σταθούν και οι άλλοι. Όπως εκείνος ένιωσε την πόλη, το ρεύμα, το φως, την κίνηση, έτσι κάτι ανάλογο θα νιώσουν και οι μελλοντικοί άνθρωποι.
Γι’ αυτό το Crossing Brooklyn Ferry είναι τόσο σημαντικό. Δείχνει ότι η ποίηση μπορεί να νικήσει, όχι τον χρόνο ως φυσική φθορά, αλλά την απομόνωση που επιβάλλει ο χρόνος. Ο Whitman δεν θα γνωρίσει τους ανθρώπους του μέλλοντος. Κι όμως τους μιλά. Δεν θα δει τα πρόσωπά τους. Κι όμως τους φαντάζεται. Δεν θα σταθεί δίπλα τους πραγματικά. Κι όμως το ποίημα δημιουργεί έναν τόπο όπου αυτή η συνάντηση γίνεται δυνατή. Το φέρι δεν μεταφέρει μόνο επιβάτες. Μεταφέρει ανθρώπινες παρουσίες από εποχή σε εποχή.
Έτσι, το βλέμμα της αρχής καταλήγει σε μια βαθιά πράξη σύνδεσης. Από την πλημμυρίδα και τα σύννεφα, ο Whitman περνά στο πλήθος· από το πλήθος του παρόντος, περνά στους ανθρώπους του μέλλοντος· από την καθημερινή σκηνή, περνά σε μια ολόκληρη ποιητική θεωρία της ανθρώπινης συγγένειας. Το ποίημα λέει ότι οι άνθρωποι μπορεί να μη γνωρίζονται, αλλά δεν είναι εντελώς ξένοι. Κάτι τους συνδέει: το πέρασμα, το βλέμμα, το νερό, ο ουρανός, η πόλη, η επιστροφή, ο χρόνος. Και αυτή η σύνδεση είναι μία από τις πιο λεπτές, αλλά και πιο ουσιαστικές μορφές της δημοκρατικής φαντασίας του Whitman.
Σε εκείνο το σημείο της εργασίας ένιωσα ότι το ποίημα μιλούσε και για τη δική μου προσπάθεια. Όχι από αυταρέσκεια. Όχι επειδή συγκρίνω τον εαυτό μου με τον Whitman. Αλλά επειδή αναγνώρισα μέσα στο ποίημα κάτι από τη βαθύτερη ανάγκη αυτών των τόμων: να στηθεί μια γέφυρα προς έναν άγνωστο αναγνώστη.
Δεν είναι μόνο για να υπάρχουν αρχεία. Δεν είναι μόνο για να συγκεντρωθεί υλικό. Είναι για να στηθεί ένα πέρασμα. Από εμένα προς κάποιον άλλον. Από τη δική μου αναζήτηση προς έναν αναγνώστη που μπορεί να μη γνωρίσω ποτέ. Από τον χρόνο που μου δόθηκε προς έναν χρόνο που θα έρθει χωρίς εμένα.
Αν αυτά τα έργα έχουν κάποιο νόημα, βρίσκεται εκεί. Στην προσπάθεια να μη χαθεί η ανθρώπινη συνέχεια. Στην πίστη ότι κάποιος, κάποτε, μπορεί να σταθεί μπροστά σε μια σελίδα, όπως ο άνθρωπος του Whitman μπροστά στο νερό, και να νιώσει ότι δεν είναι εντελώς μόνος. Ότι κάποιος άλλος πέρασε πριν από αυτόν, κοίταξε, αγωνίστηκε να καταλάβει, και άφησε πίσω του μια γέφυρα.

Crossing Brooklyn Ferry

1
...
And you that shall cross from shore to shore years hence are more to me, and more in my meditations, than you might suppose.

Και εσείς που θα περάσετε από όχθη σε όχθη χρόνια αργότερα είστε για μένα, και μέσα στους στοχασμούς μου, περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσατε να υποθέσετε.

3
...
It avails not, time nor place—distance avails not,
I am with you, you men and women of a generation, or ever so many generations hence,
Just as you feel when you look on the river and sky, so I felt,
Just as any of you is one of a living crowd, I was one of a crowd,

Δεν ωφελεί, ούτε ο χρόνος ούτε ο τόπος — η απόσταση δεν ωφελεί,
Είμαι μαζί σας, άνδρες και γυναίκες μιας γενιάς, ή όσων γενεών κι αν έρθουν,
Όπως ακριβώς αισθάνεστε εσείς όταν κοιτάζετε το ποτάμι και τον ουρανό, έτσι αισθάνθηκα κι εγώ,
Όπως ακριβώς καθένας από εσάς είναι ένας μέσα σε ζωντανό πλήθος, έτσι ήμουν κι εγώ ένας μέσα σε πλήθος.

5
...
What is it then between us?
What is the count of the scores or hundreds of years between us?

Τι είναι λοιπόν αυτό ανάμεσά μας;
Τι μετράει ο αριθμός των δεκάδων ή εκατοντάδων χρόνων ανάμεσά μας;

7
...
Closer yet I approach you,
What thought you have of me now, I had as much of you—I laid in my stores in advance,
I consider’d long and seriously of you before you were born.

Who was to know what should come home to me?
Who knows but I am enjoying this?
Who knows, for all the distance, but I am as good as looking at you now, for all you cannot see me?

Πιο κοντά ακόμη σας πλησιάζω,
Όποια σκέψη έχετε τώρα για μένα, τόση είχα κι εγώ για εσάς — είχα αποθηκεύσει από πριν τα εφόδιά μου,
Σας συλλογίστηκα πολύ και σοβαρά πριν ακόμη γεννηθείτε.

Ποιος μπορούσε να ξέρει τι θα επέστρεφε σε μένα;
Ποιος ξέρει αν δεν απολαμβάνω αυτό;
Ποιος ξέρει, παρ’ όλη την απόσταση, αν δεν είναι σαν να σας κοιτάζω τώρα, έστω κι αν εσείς δεν μπορείτε να με δείτε;

9
...
Consider, you who peruse me, whether I may not in unknown ways be looking upon you;

Συλλογίσου, εσύ που με διαβάζεις, μήπως με άγνωστους τρόπους μπορεί κι εγώ να σε κοιτάζω·


(Αποσπάσματα από τις αριθμημένες στροφές)

Γιώργος Μ. Βουτσής



Θα αναρτήσω τα έως τώρα έργα μου συνοδεύοντάς τα με τους αντίστοιχους συνδέσμους για το κάθε ένα. Πατώντας στους συνδέσμους κάτωθεν των εικόνων τα βιβλία, σε μορφή pdf, είναι ελεύθερα για κατέβασμα και αποθήκευση στον υπολογιστή σας. Απαγορεύεται η τροποποίηση καθώς και η αντιγραφή των κειμένων.




























Η προσπάθεια είναι συνεχής.