Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Θανάσης Αβέλλιος (1924–2007): Ποιητής, Νομικός – Ιστιαία Ευβοίας




Θανάσης Αβέλλιος: Από τους πλέον αξιοσημείωτους Ευβοείς ποιητές.
Γεννήθηκε το 1924 στην Ιστιαία Ευβοίας. Σπούδασε Νομικά. Η ποίηση του επιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή. Ο τόπος του, που τον αγαπά, η φύση, οι ανθρώπινες φάσεις της ζωής του, τροφοδοτούν τις εμπνεύσεις του, μεστές από μια διαυγή στοχαστικότητα. Κυρίως όμως, στο υπόστρωμα, ρέει η ελληνική αρχαιότητα, με το πνεύμα της και τη δρόσο της, που δίνει στην ποίηση του μια ατμόσφαιρα από την Παλατηνή Ανθολογία. Η βαθειά ιστορική και φιλολογική γνώση του τον επικουρούν σ' αυτό, επιτρέποντας συγχρόνως να τεχνουργεί μια ιδιότυπη γλώσσα. Το γλωσσικό υλικό του συντίθεται, αισθητικά ελεγχόμενο, από την πρόσμιξη δημοτικής, καθαρευούσης και αρχαίας.
(Ανθολογία Περάνθη τόμος 5 σελ.584)


Εργογραφία: 
" Ο μετημφιεσμένος καιρός " 1957,  " Η πένθιμη δόξα" 1959, " Το βιός του απολύτου " 1976,  «Έπαθλα και Χάριτες»  1985, " Αυλός ο εγκάρδιος " 1995, " Φωταψία του πυρήνος των μύθων " 1996, 
Επίσης:
" Οι ποιηταί της Ιστιαίας : Κώστας Ζαμπούνης 1880-1954, Άγγελος Δρόσος 1896-1966, Νίκος Λίσβας 1899-1933 /" 1990 
" Πολιτιστικές σελίδες της Ιστιαίας " 1997


ΤΑ ΠΛΟΙΑ

Ημέρες μου σαν τα πλοία φεύγετε
στη θάλασσα του χρόνου γοργά ή αργά·
καθώς οργά η φαντασία μου
ματαίως σας αναζητεί και κράζει:
Μην είδατε τα πλοία μου τ’ αγαπημένα
Των γεγονότων τα βαρύφορτα σκαριά·
Μέσα εις αυτά εκάθηντο και δη πλησίον
η κάθε μου χαρά και η κάθε λύπη·
α, τώρα πια δεν γνωρίζω πού ταξιδεύουν
κι αν ταξιδεύουν· κι αν υπάρχουν πια.
Ω, της αιωνιότητος λατρεία
για τις ημέρες μου, για τα πλοία.


ΓΕΡΜΑ

Έτσι όπως περνά το υπεραστικό
λεωφορείο λέω να κατέβω
στο χωριό σου κι ας έχεις φύγει
πάμπολλα χρόνια πια.
Να μπω στο καφενείο του Συρίγου
και μέσ' από την τζαμαρία,
συνεπαρμένος, σιωπηλός
ν' αγναντέψω τη θάλασσά σου'
με βλέμμα εφηβικό σαν μετατόπιση
στα περασμένα, τότε που αγαπιόμασταν'
κι ύστερα πίνοντας
έναν καφέ μ' ένα τσιγάρο
κι άλλο τσιγάρο, τσιγάρο κι άλλο,
να φύγω την ώρα που θα σιγοβραδυάζει.


Από τη συλλογή «Πένθιμη δόξα»-1959


Η ΠΟΛΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ 


M τν δεσμ γηγενή, μνήμη πενντα τν·
στοχάζομαι τν βίο μου κα τν δικό της,
πο μαστίζεται σκληρ σ διχασμένη λήθεια˙
πόλις ατ πς μ᾿ χει π καιρ γκλωβίσει


τ δια κτίρια κα τ νέα καθς τ παλαιά
τίποτε δν λλάζει, τος διους βλέπω νθρώπους
κάθε μέρα κι μοια τν δρόμων εναι ο στροφές
φίλιωτες ο πλατείες κα τ κηπάρια το δήμου
σ ν μ φέρνουνε τν ετυχία τν παραδείσων·


θ πεθύμουν προσχηματίστως, θεία συνάρσει,
ν᾿ παλλαγ τν φοβερν, παντοίων δεινν της
τν γνωσμένων κα οονε πωθημένων,
δν κα πλατειν κα κηπαρίων τς ναψυχς!


Μ κούρασεν ντονη ζω πο χάριν ατς χω ζήσει·
διαπληκτιζόμενος μετ τν καθαρμάτων,
τν ασθηση πιδιώκων το καθήκοντος ν φέρω·
δι τ ρθά, τ ντιμα κα τ φέλιμα μαχόμενος
βρεις ν' κούω, προπηλακισμος ν φίσταμαι!


"θεν πολλές φορές νομίζω πς τ κτίρια της μ σπλαχνία,
μετακινούμενα ν μ συνθλίψουν ποπειρνται˙
δίως τς παγερές νυχτις ταν τ φτα σ μίχλες μονάζουν
Βέβαια παραισθήσεις εν᾿ ατ κα τ γνωρίζω σαφς.
μως ατ δν χει μπειρίες, τίποτε δν ασθάνεται.
Τι διάφορος πο εναι κα νοικτίρμων ν λόγ πόλις!


Δοκιμιακή Ανάλυση

«Η πόλις που δεν αλλάζει»

Το ποίημα συγκροτείται ως εσωτερικός μονόλογος μακράς πνοής, όπου η πόλη λειτουργεί όχι ως απλό σκηνικό, αλλά ως αντίπαλο υποκείμενο της ζωής του ομιλητή. Από τον πρώτο στίχο, η σχέση δηλώνεται ως δεσμός «γηγενής», δηλαδή οργανικός, σχεδόν μοιραίος. Η πόλη και ο βίος του ποιητικού υποκειμένου συνυφαίνονται σε μια κοινή χρονικότητα πενήντα ετών, χωρίς όμως αμοιβαιότητα: η πόλη παραμένει αμετάβλητη, ενώ ο άνθρωπος φθείρεται.

Η βασική ιδέα του ποιήματος είναι η στασιμότητα μέσα στη διάρκεια. Παρότι τα «νέα» συνυπάρχουν με τα «παλαιά», τίποτε ουσιαστικά δεν αλλάζει. Η επανάληψη των ίδιων ανθρώπων, των ίδιων στροφών των δρόμων, των ίδιων αφίλιωτων πλατειών δημιουργεί την αίσθηση ενός κλειστού κυκλώματος. Ο αστικός χώρος δεν εξελίσσεται· αναπαράγει τον εαυτό του, εγκλωβίζοντας όσους τον κατοικούν. Η πόλη γίνεται έτσι μηχανισμός επανάληψης και όχι ιστορικής κίνησης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ηθική διάσταση του λόγου. Το ποιητικό υποκείμενο παρουσιάζεται ως άνθρωπος που έζησε «ἔντονη ζωή» χάριν της πόλης, όχι παθητικά αλλά αγωνιστικά. Η σύγκρουση με «καθάρματα», η εμμονή στο καθήκον, η μάχη για τα «ὀρθά, ἔντιμα καὶ ὠφέλιμα» συγκροτούν ένα ήθος ενεργού πολίτη. Ωστόσο, η ανταμοιβή δεν είναι η δικαίωση, αλλά η κόπωση, οι ύβρεις, ο προπηλακισμός. Η πόλη δεν λειτουργεί ως κοινότητα αξιών, αλλά ως χώρος ηθικής φθοράς.

Στο δεύτερο μισό του ποιήματος, η σχέση με την πόλη αποκτά σχεδόν παρανοϊκή ένταση. Τα κτίρια προσωποποιούνται και εμφανίζονται ως απειλητικές οντότητες που επιχειρούν να συνθλίψουν τον ομιλητή. Η εικόνα αυτή δεν παρουσιάζεται ως αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως συνειδητοποιημένη παραισθητική εμπειρία. Η αυτογνωσία του υποκειμένου («παραισθήσεις εἶν᾿ αὐτὰ καὶ τὸ γνωρίζω») δεν αναιρεί τη βιωματική αλήθεια του φόβου· αντίθετα, την ενισχύει. Η πόλη δεν χρειάζεται να επιτεθεί πραγματικά· αρκεί η αίσθηση της διαρκούς πίεσης.

Η τελική κρίση είναι αμείλικτη: η πόλη «δὲν ἔχει ἐμπειρίες, τίποτε δὲν αἰσθάνεται». Εδώ συμπυκνώνεται η υπαρξιακή τραγωδία του ποιήματος. Ο άνθρωπος βιώνει, παλεύει, θυμάται, φθείρεται· η πόλη παραμένει αδιάφορη και ανοικτίρμων. Δεν ανταποδίδει ούτε τον αγώνα ούτε τη μνήμη. Η ασυμμετρία αυτή καθιστά τον δεσμό όχι απλώς άδικο, αλλά οντολογικά άνισο.

Σε δοκιμιακό επίπεδο, το ποίημα λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στην εμπειρία της μακρόχρονης κατοίκησης: η πόλη που δεν αλλάζει δεν είναι απλώς στάσιμη, αλλά απορροφά τον χρόνο των ανθρώπων χωρίς να μετασχηματίζεται από αυτόν. Ο ομιλητής δεν ζητά εξιδανίκευση ούτε φυγή· ζητά απαλλαγή. Η επιθυμία αποδέσμευσης δεν είναι φυγομαχία, αλλά ύστατη πράξη αυτοσυντήρησης απέναντι σε έναν χώρο που εξάντλησε κάθε δυνατότητα ανταπόκρισης.

Έτσι, «Η πόλις που δεν αλλάζει» αναδεικνύεται σε ποίημα βαθιάς αστικής απογοήτευσης, όπου η μνήμη, η ηθική στράτευση και η προσωπική φθορά συγκρούονται με την απρόσωπη ακινησία του χώρου. Η πόλη δεν είναι εχθρός από πρόθεση· είναι εχθρός από αδιαφορία. Και αυτή ακριβώς η αδιαφορία συνιστά τη σκληρότερη μορφή βίας.

ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΟΣ ΙΗΣΟΥ

Ήσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων 
ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ· οὗτοι οὖν προσῆλθον · 
Φιλίππω τῷ ἀπό Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας, 
και ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες, 
Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν· 
ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ ᾿Ανδρέα· 
καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καί Φίλιππος λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· 
ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων,
Ελήλυθεν ή ώρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου.

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, Ιωάννης ΙΒ΄ 20-23

Ήρθα καθώς ὁ κεραυνός που μια γαλήνη ἐτάραξεν 
ἀστείρευτη, ἀταλάντευτη μέσ' στῶν καιρῶν τὸ διάβα 
κι ἀπόμεινα ὁ διαφεντευτής στα τωρινά, στα μέλλοντα 
δρόσος στὰ ἔθνη, ἀναπαμός μα και πυρίπνοη λάβα.

Βρήκα σκληρούς στο δρόμο μου κάποιους μεγάλους ἄνακτες, 
ἄνδρες ποὺ καὶ στοχάστηκαν βουβά νὰ μὲ ἐμποδίσουν 
κι ἀνίκητος ἐθώρησα, ὦ, τα μεγαλεπήβολα 
σχεδιάσματά τους κι όνειρα ποὺ ἀκέρια πᾶν νὰ σβήσουν.

Μελετητής ἐπέρασα πρὸς τῆς ᾿Ασίας τα χώματα 
κι ένθρονος καταστάθηκα στη γὴ τῶν Σουμερίων 
με κέντησε ἡ ἀπνοια καποίας ἐρήμου ποὺ ἀπραγη, 
ἔμοιαζε καθώς ἄβουλος φρουράρχης κεντυρίων.

Τούς Σίνες δὲν ἠγνόησα καί τούς Χετταίους ᾤκτειρα· 
την Αίγυπτο πού ἀλλότρια τῶν Φαραώ εἶχε γίνει, 
σὰν ἀνημπόρετη ἔννοιωσα γυναῖκα πού δέν μπόρεσε 
χρησμό να φέρῃ τοῦ ᾿Αμμωνος ὡς ἄθραυστο λαγῆνι.

Τῆς Ρώμης τὴν αὐθαδική μορφήν δὲν ἐχαιρέτησα· 
κι οὐδὲ σε σένα ὦ Καρχηδών ἐστράφηκε ή ματιά μου. 
Φοίνικες πορφυρότεχνοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι 
ἄβιων σμάρια πιά λαῶν, ἀφαντοι κόκκοι άμμου.

Πρός τήν Ινδία ταξίδεψα τῶν πάντων ὁ ἀταξίδευτος 
μνήμες να πάρω καί ἀπό κεῖ ὡς ὅτε ἡ πεταλούδα 
μιλώντας στο ἄνθος νείρεται· ὅμως ὀλίγο μ' ἔθελξε 
ἡ πλατεῖα εἰδῆ τοῦ ἤρεμου, στητοῦ, μειλίχιου Βούδδα.

Δαυΐδ νοερά με κέρδισαν οἱ ψαλμικές σου ἀποστροφές, 
ὅμως κι ἀποδειχτήκανε μονομερῶς ἱουδαῖες· 
Μόνο μιᾶς χώρας μὲ ἄγγιξε τὸ ἀνώτερο καί πιότερο, 
μέγας, πολύβιος ἀμητός που συγκομοῦν οἱ Ἰδέες.

Μὲ τοῦτες συγχρωτίζομαι ὡς εἶναι πανανθρώπινες
κι ἐπί παντός τοῦ ἐπιστητοῦ· τὸν ἀκηράσιον οἶνον
κερνώντας στα ποτήρια τους πού ὑπερηφανεύωνται:
Εἴμαστε ὁμήρειο καύχημα στο γιόρτος τῶν Ἑλλήνων.
 
Μὲ αὐτές κι ἐγώ πῆγα παντοῦ κήρυκας κι ολομόναχος·
ὦ πάτριο χῶμα τῆς ἱερῆς, φιλτάτης Παλαιστίνης·
κι ἀθέατος κι ἀσώματος τὰ θεϊκά τούς πίστωσα
κι ὅσα με προβλημάτισαν στο ἄγχος τῆς εὐθύνης.
 
Ναί, εἶχα πολλούς ἀγῶνες μέσα μου ὡς ἐξερεύνησα,
τήν δαιδαλώδη τῆς ψυχῆς μου ὑποδομή ὦ, οἴα·
κι ἀπίθωσα τον λόγο μου στα ίστορημένα·
ἐπίστεψη στο ἦθος καί στα οράματα τοῦ νοῦ σου ὦ Ἠσαΐα.
 
Τώρα πού οἱ μαθητάδες μου ὑπάρχουν, ἀγωνίζονται
καί ἀνάσανα καί μπόρεσα να θέσω ἐν συνειδήσει
ὅ,τι συνέβη τον καιρό πού ἤμουν ἀβοήθητος.
Σε Νότο καί σε Ανατολή καί σε Βορρᾶ ἡ σε Δύση.
 
Μα χθές καί μόλις έμαθα πώς ἦλθαν να θωρήσουν με
οἱ γυιοί πού ή παντάνασσα δωράει στον κόσμο Ἑλλάδα,
εἶπα τὸν ἔπαινο γιά τούς: πού κάποιον Μύστη ἐλάτρεψαν:
Ἐκειόν πού πάνθηρα ἵππευε ἤ λιόντα γιά φορβάδα.
 
Ἦταν αὐτοί πού ἀστέρωσαν τή σκέψη καί τὸ αἴσθημα,
δωρίζοντας στοῦ καθενός τήν ἔφεση, σειρήνων
ᾠδή τήν ἀπροσμάχητη, στο ὑπάρχειν καί στο γίγνεσθαι:
Ορφεύς, Ἡράκλειτος, Πυθαγόρας, Δημόκριτος, Ζήνων.
 
Ἐντεῦθεν κι ἀσταμάτητα εἶν' ἡ καρδιά ὑπερήφανη
κι οὐδέ κοντάρια σκιάζεται, σπαθιά ή φόνια τόξα.
Ἦρθαν οἱ Ἕλληνες μ' ἐμέ πού ὅλον τὸν κόσμον ἔσεισαν:
Πρωτοπορία, ἔρευνα, φήμη, ἐπιβολή, φῶς, ἀπρόσιτη Δόξα.

ΥΠΟΤΡΟΠΗ
 
Προέκυψε λοιπόν καί ἄλλος «Καππαδόκης».
Ὁ ᾿Αλεπουδέλης, κατά κόσμον.
Ἐλύτης εἰς τὰ καθ' ἡμᾶς.
Όστις απτόμενος τοῦ ἐπηρμένου Νόμπελ,
θωρόντας βασιλεῖς νεοβαρβάρους
τα γαλλικούλια του ἤρθρωσε ἀγωνιῶν
(ὑβριστική γιὰ μᾶς αὐτή του ἦτο ή στάσις
την γλωσσικήν ὑπεροχή μας έννοῶ
που εἰς μοῖρα δευτερεύουσαν ἑτέθη
με τίς σεφερικές ὀλέθριες μεταστάσεις)
κάθιδρως καί φοβούμενος
μήν πνεύσει αἰφνιδίως ἡ αύρα τοῦ Αἰγαίου
καί τόν διαψεύσει, τὸν ἀποδοκιμάσει.
Καθώς ἐκεῖνο, εἶναι γνωστόν: Έλληνιστί
καί φθέγγεται καί ὑπάρχει παγκοσμίως.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Μπορεῖς νὰ εἰπῇς ὅτι ἀκολουθώντας κάποιους ἄλλους
αὐτῶν κατέστη καί ὁ ἀποτρόπαιος μιμητής.
(Ως ὁ Δημάρατος τῆς προδοσίας ἡ περίπου.
Παρεμφερές ἀντίγραφον τοῦ μιαροῦ ᾿Αλκιβιάδη.).
Τώρα οιονεί ριψάσπιδες καί οἱ τρεῖς
περιπλανώνται ὡς ἄδικη κατάρα
στα Τάρταρά μας τὰ ἐθνικά· φρικώδην ενοχή
μή στέργοντες ν' ἀποδεχθοῦν ἐπιβεβαιωμένη.
Κι᾿ ὁ λαός λέει : «Νὰ ὑπέθετε άρα
σοβαρά ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος,
πῶς δὲν θὰ ἐγίνετο κατάφωρος
το χίλια εννιακόσια είκοσι (1920),
ἡ πρόφασις τῶν Ἑκλογῶν γιά τή φυγή του
τὴν ἐν σπουδῇ πρός τη Γαλλίας».
Ὅμως ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ὡς ἔφεσις παράφορος
τὸ ἄκριτο καί ἄκρατο λιβάνισμα τοῦ «Εθνάρχη».
Πλήν ἀπό λίγους· μά για τους πολλούς ή τριανδρία
σὰν ἐφιαλτική φαντάζει· τῆς παρέας ὁ τρίτος
κερνάει στούς δυό ἄλλους τσικουδιές πικρές
(συμπότης τῆς ἀνεντιμότητος, τοῦ δόλου)
τές πράξεις πού καταδικάζει ἀπηνῶς ἡ Ἱστορία.

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ
 
Πολυδύναμε Ναύαρχε μέ τό γαλήνιο βλέμμα
τό εἶχες ἐντός σου τον θυμόν ὡς προσταγή πού ἀνάβει
τὸ πῦρ στα τηλεβόλα μας ἀσίγαστο και πρώτο,
στα φυλλοκάρδια ἑνός θεοῦ τη ρότα σε καράβι.
Κι' ἔτσι ἔπραττες τὸ ἀπίθανον καταδρομέας θυέλλης:
Τῆς Λήμνου ὁ θαλασσάετος, λιόντας ὀρφνός τῆς Ἕλλης.
  
ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΔΙΔΥΜΩΝ

Κυκλοφοροῦν στις μυστικές διόδους τοῦ Εἶναι μας,
τοῦ ἑλισσομένου αἵματος δυό κύματα βιογονίας:
Ὑπόστασις ἡ ἄϋλη τοῦ ὀρχηστοῦ, ἐγκώμου Διονύσου
πού εὐόρκως ὀνομάσθηκε παλαίτατα, ὀρφική.
Το ἄλλο μας ἐγώ στήν ἔπαλξη μιᾶς μουσικῆς θρησκείας:
Ἡ ἔνυλος ὑπόστασις τοῦ ἀοιδοῦ, κιθαρωδοῦ Ὀρφέως
στη δίδυμη ἐνορχήστρωση πού ἀπεκλήθη βακχική
κι' ἐγράφη χρυσοπόρφυρη στούς πάπυρους τοῦ ὀνείρου:
Πά στις καρδιές, πα στις ψυχές, πά στον ρυθμό σου ὦ Γῆ!
 
ΙΚΕΣΙΑ
 
Ὁδόστρωμα σκεβρό, ἱερό, αδρό στή λεωφόρο τῶν λεόντων.
Τῆς Δήλου μιγνύεται ται ὁ πολυθέλγητρος χορός
μὲ τῶν κυμάτων τόν ἀνεμπόδιστο καταιγισμό.
Λάμψη τῆς μνήμης καί ὁ ψυχισμός τῶν ὄντων
ἑλλαδικός· καθώς πορεύεται καί δείχνει ἐπισταμένως
ἀτόμων καί λαῶν τήν φαεινή, κοσμοσώτειραν όδό.
Τοῦ Ἰάκχου σα να βλέπω τήν μεγαλειώδη πορεία,
μά τό ἀνεμοφτερωμένο βούϊσμά του τό ἀκούω, εἶν' ἐδῶ!
Εὐωδᾶ τοῦ ᾿Απόλλωνος ἡ ἁγαστή, πολυθρύλητη δαφνηφορία
τοὺς ἐγκόσμιους πόθους Δήλιε παιᾶνα ὑποδέξου, ἀποδέξου
την ταπεινότητά μου, ἐνορχήστρωνέ με ὡς μουσηγέτην Αοιδό.

 ΕΝΑ ΘΕΡΟΣ ΘΛΙΒΕΡΟ
 
Δἐν ἐπῆγα ἐφέτος ὅπως ἄλλοτε ν᾿ ἀνασάνω στὰ σπάρτα
χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῶ, ἔφυγες, ἄνοιξη.
Καὶ τώρα συλλογίζομαι τὴν ὀμορφιά σου
στὰ μάγια ἐκεῖνα, στὰ πλάγια τῶν κίτρινων λόφων
ποὺ μέσ' στὴν ἀγκάλη ἀπόσβησε τοῦ θέρους.
(Ὅταν γιὰ νὰ τὰ βρῶ ἔφτασα κι ἔψαξα
τῶν τάφων τους ἐσύλησα καὶ τὴν σιωπὴν ἀκόμη
κι ηὗρα κατάλοιπα σὰ ξεχασμένης ντυμασιᾶς
κεντήματα στὸ χῶμα ἐπά, κοσμήματα τῆς Κόρης˙
Καὶ τὴν βαθύπνοη εὐωδιά τους μνήμη,
τοῦ φευγαλέου ἀνέμου ἀπατηλὴ
ποὺ ἔφιππος τὴν πλάνεψε καὶ τὴν ἐπῆρε ἀλλοῦθε) .
Μέσα μου ὅμως, κάτι σὰ νὰ ἔχω κρατήσει καὶ πιστά:
Τῶν σπάρτων ὦ χοή, ποὺ κάποτε, σὲ πήλινο βάζο
κάποιου πληβείου τὸν αἰώνιον οἶκο εὐωδοῦσες·
κι αὐτός του εὐφραίνετο βαθιά καθὼς βασίλειος γόνος.
Στὴ ρεματιά κυλάει τώρα πιὰ ὁ ἥλιος καὶ ἡ αὔρα
πυρόξανθη κι αὐτὴ σὰν φλογερὸ κορμί
κι ἡ σαῦρα νέμεται τὸν ἴσκιο τῶν φρυγμένων πλαπανιῶν·
στὰ θάμνα τῶν ὑμνοδόξαστων ἀηδονιῶν οἱ φωλιὲς εἶν᾿ ἔρημες.

ΑΡΝΗΣΗ
 
Μετέβη καὶ ὁ Σεφέρης στὴ νομπελική Σουηδία
βραβεῖο λαβὼν ὑπὸ μάλης.
Κατὰ τὰ εἰωθότα λόγο ἀπηύθυνε καινό,
μὰ δυστυχῶς στὴ γλῶσσα τῶν Φραντσέζων·
γλωσσομαθείας ἐπίδειξη νὰ ἦτον, ἄραγε,
ἢ συγκατάβαση διὰ τοὺς μὴ εἰδώτας
τὰ γλωσσικά μας πράγματα; πάντως ὅ,τι ἂν ὑπῆρξε,
προσέβαλε τὴν μητρική λαλιά μας
κι ἐκείνη πλήρης λύπης ἀμερίστου,
στὸ σπήλαιο τῶν μακρινῶν ἐνιαυτῶν ἐκρύβη.
Τὸ εἶπαν ὀρθῶς: οὐκ ἀπογίγνονται τὰ γενόμενα.
Τὸ λάθος τῆς ζωῆς του εἶν᾿ αὐτὸ καὶ παραμένει˙
Κατάφωρον: ἔπρεπε νὰ εἶχεν ὁμιλήσει ἑλληνιστί.

ΗΔΟΝΗ

Eχεις ἰδεῖ κορίτσια ἐν κατόψει˙
πὼς φαίνωνται οἱ πύργοι τους πρωραῖοι
καὶ τῶν γλουτῶν αἱ θωρακίσεις
τὰ σκέλη ἀνάστροφα κατάρτια
τὰ χέρια κῶπες καὶ σὰν χέλυ, ἄ, ἡ ὀσφῦς!
᾿Ἀλλὰ καὶ σὺ ὁμιλία, λιγύμολπος αὐλός,
ἄνθος τῆς μελικῆς ποιήσεως·
τότε φαντάζεσαι τὴν εὐτυχία μεταξὺ τῶν δύο
σκελῶν· κι εἶναι ἡ στιγμή
ἡ σπουδαιότερη˙ νομίζεις πὼς διέρχεται,
ὡδεῖο, ἀπὸ τὴν παραδείσιαν ἁρμονία, μαγικό
μέσα σὲ δόγηκο πλοῖο, μὲ ρόδακες, μὲ ἀνθέμια.

ΓΝΩΜΙΚΟ

Πώς πλήττονται τα φρούρια και πέφτουν
παρά την άμυνα των υπερασπιστών τους·
οι εχθροί κ’ όταν ακόμη δεν εφορμήσουν
αν είναι να χαθή το φρούριο χάνεται
και χάνεται χωρίς μάχη καμμία·
σαπρία τού έχει φάει τα οχυρώματα
στα θεμέλια κ’ οι έγκλειστοι δεν το γνωρίζουν
και πιστεύουν πως η νίκη δεν θα φύγει
ενώ περνάς, ώ ήττα, όπως αόρατος
κάτω από τα βρύα ο υδάτινος λαός,
εν σιγή οδεύει προς την αμμοστέφανη παραλία.
Ω πόλεις, ω φρούρια και ω ψυχές
μελετάτε ακούραστα τα οχυρώματα
και τα θεμέλιά σας·
ό,τι νικιέται χάνεται εις το χθες
και τ’ αύριο καθόλου δεν χαράζει.

Από τη συλλογή «Πένθιμη δόξα»-1959

ΚΩΜΟΣ

Σαν αργυραμοιβός προβαίνει το φεγγάρι
και πράος και γελαστός και δολοπλόκος·
γύρω του οι πόκοι από ποίμνιο που εκάρη
θαρρείς το και που φύλαγε ο Πιτσικώκος.

Τίμια κρόνια κέρματα και αποζητούνε
μαύρα χάη να εξοφλήσουν, φίλια τ’ άστρα·
επαμειβόμενο το λαβείν και το δούναι
μιάς αιθέριας βαρβίτου στη ραβανάστρα.

Στην ψυχή μου πρωτόγνωρη δύναμι ας έμβη·
κι’ εύχου το κάλλος της, αρχαίο, να μοιάζη
με των χρυσών ονείρων μου τη θεία ρέμβη.

Σιμώνει, ακούω τη φωνή, συναρπάζε:
Μυθώδης έως τις κορφές δέντρων κι’ ορέων
Και μέθυσος και νυκτιπάτης ο Ανακρέων.

ΣΠΟΝΔΗ

Τα δρύινα βαρέλια να χτυπώ στο πόρτιασμα
κι’ εκείνων ν’ αντηχούν οι ως έμβιοι βόμβοι·
που σα δεχτούν το αίμα σου χοχλό, Διόνυσε,
τον πείρο ακούω, να μουγκανίζη, ως εκατόμβη.

ΜΟΝΟΣ

Εφέτος δεν αγόρασα, δεν επήρα
την λαμπάδα της μεγάλης
Παρασκευής· ήταν βαριές οι λύπες·
μηδέ την αναστάσιμη
σαν σύμβολο έστω και υπόσχεσι
κάποιας αισιοδοξίας ή πτήσεως,
προς το βασίλειο της χαράς
ἡ των ασπίλων χιμαιρών
εις ας προσβλέπω,
του καθ' ημέραν βίου·
[Σαν τέλειωσε η κάθε μια πομπή,
κι επέστρεφαν οι μετασχόντες
των αναπαραστάσεων,
ευχόμενοι, χαριεντιζόμενοι αλλήλοις
έκλεισα το φως κι αποκοιμήθήκα·
σαν ευτυχής, σα δυστυχής·
μάλλον αδιάφορος προς πάντα
τα συμβαίνοντα τα τόσο κυριώδη].

Ο ΓΕΡΩΣ ΤΟΥ ΛΙΒΑΡΙΟΥ

Στην καλαμένια του ετοιμόρροπη καλύβα,
σκυφτός ο Ζάφνος που για πάπιες ενεδρεύει·
κι’ αργοσαλεύουν μέσα του στριφνά τα ερέβη·
Μνήμη της φυλακής του ανήμπορη ο Σίβα.

Ένα τσιμπούκι αναμμένο πάντα σε θέση
που δάκνει κι’ είναι από ατόφυον αιματίτη·
σαράντα χρόνια η τιμωρία κι’ η Νεφερτίτη
του απαιτεί γονατιστός να της προσπέσει.

Μες στου καπνού την αποπνιχτική βραχνάδα,
περνάει ωχρό το θύμα του και σύζυγός της
που αδιάφορος φάνη γι’ αυτόν κι’ ο Άγιος Σώστης.

Φτερώνουν τα υδρόβια και η εννεάδα
των δεκαετιών του προκαλεί, κομπάζει
στην παγωνιά που φύεται σαν το ραγάζι.

ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Μες στη γαλήνη ωριοκεντάει το αηδονολάλημα
με φορτισμένους ακκισμούς την μυθική αμφιλύκη·
της νύχτας το αργοΰφαντο, πεποικιλμένο ένδυμα
μόλις που πάει για να φανή σα σκέπασμα ενός λίκνου
που χέρια κατεκόσμησαν με της στοργής τα μάθη·
[Ρεμβώδης πλούτος, άμωμος, πολύχρωμος που απλώνει
Έναν καινούργιον ουρανό, του πρώτου αντίπραξι,
Τριγύρω μας κι’ αστροφορεί τα μικρολούλουδά του·].
Πώς φτερουγούν ορίζοντες, δέντρων κορφές κι’ αισθήσεις
στη μυστική που εστρώσαμεν απόψε πανδαισία,
επά στον χλοοτάπητα που αβρός δωράει την δρόσο
για να χαρή την όλβητα ο εφήμερος εαυτός μας.

ΟΡΙΣΜΟΣ

Είναι ποίημα:
το ένθεο πουλί
του πνεύματος
που μέσα
στον απόλυτον
ουρανό πέτεται
της φαντασίας,
όλβιες φορές·
λαλώντας
τον αιθέριον,
εναρμόνιο Λόγο.

ΚΛΑΙΡΗ

Εφαίνοντο οι μαστοί σα βρύσες της ζωής,
όπου ροούσαν σιγηλά τον ευτύχιο πόθο·
[Στην προβολή του λυκαυγούς καθώς χρυσέλαμπε
το δωρητήριο πέπλο προς τη μέρα.].
Μιά έξαρσι από λύρα έπαλε μέσα μου·
τα δέντρα στοίχιζαν τη δροσινή πνοή τους
με μιά καρδιά που αρίστευε στης έλπισης
το φτέρωμα και στον ρυθμό του ερώτου.
Τώρα βυθάω προς το λυκόφως της απόγνωσης
κι’ η έλπιση έχει όνειρο απομείνει που σβήνει
για εκείνο το έαρ των τόσων υποσχέσεων.

Από τη συλλογή «Έπαθλα και Χάριτες», 1985.

ΜΝΗΣΤΕΙΑ

Πήγαν τα μάτια μου να δακρύσουν,
μα έμειναν τα δάκρυα σα γυαλιά
επάνω στους βολβούς,
όντας η μνηστεία διελύθη·
κι άπραγο το φλουρί στα χέρια
ως είδα της μητρός μου.
Το θέσαμε ύστερα στην κρύπτη του
κι ίσως οριστικά· τι, δεν γνωρίζω πλέον
πότε θα ευοδοθή μια νέα μνηστεία·
κι αν θα ευοδοθή·
κι αν κάποια θα έρθῃ για το ευκλεές
εκείνο δώρημά μας που σχολάζει,
έτσι τα εθιμικά να τηρηθούνε.
Όσο για τα μάτια μου: αλαλιασμένος
κύτταξα το δασομένο βουνό,
να τα σφογγίσω,
στη μακρυνή του βαθυγάλανη έρημιά.



"Φιλολογική Πρωτοχρονιά" 1996 σελ: 518



            


 

ΟΙ ΘΕΣΠΙΕΙΣ ΣΤΙΣ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Κάποιοι ξέρουν καὶ λένε μεγάλα λόγια
ἡ ἡμποροῦν καὶ πράττουν τα μεγάλα.
Ὑπάρχουν ἄλλοι ποὺ δέν θέλουν νὰ εἶποῦν κανένα λόγο
μὰ τὰ μεγάλα πράττουν πάντα.
Λειψή γι' αὐτοὺς ἐστάθης, ὦ Ιστορία
μὰ οἱ Θεσπιεῖς δὲ νοιάζονται
κι' ἐπιγράμματα δέν θέλουν,
οὐδὲ τὴν ρικνοπρόσωπη γριά ὑστεροφημία.
Χωρίς τυμπανοκρουσίες, στεφάνους ἢ τὴν αίγλη
που ξέρουν κάποιοι πώς θὰ τοὺς ἀκολουθεῖ τὴν κάθε πράξι
ἐπειδή έχουν την καταγωγή περίβλεπτη, πλουσία
κι' ἀδιαφοροῦντες γιὰ τὸ τὶ θὰ εἶποῦν οἱ ἄλλοι
κι' οὐδέποτε τους άλλους ἐπιτιμοῦντες
σὰν τὰ σπουδαία καὶ πρέποντα δέν πράξουν,
ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ πράττουν ό,τι
κανείς δὲν τοὺς ἐπρόσταξε ἢ θέλησε ἢ ποὺ ἀποβλέπει,
καλό ή κακό κι' ἐκεῖνοι ἐξακολουθούν
σιωπώντες κι' ἀπλοί μέσ᾿ τὴν ἀπόφασί τους.
᾿Αλλ' οἱ Θεσπιεῖς δὲν ἦταν κακοὶ οὐδ᾽ ἁπλῶς καλοί·
ἐνδόμυχοι ὁδηγοῦντο στη θυσία·
δέν πῆγαν σαν πανούργοι ή σαν είλωτες
καὶ πάντα μία φωνή τους καλεῖ διαλαλώντας
πώς ἦταν ἡ ἔγιναν μὰ πάντα μένουν
τοῦ ἀριστεύειν ή κειν ἡ πανοπλία καὶ ἡ οὐσία ἡ ἀγαθή,
(στις πύλες τοῦ κόσμου οἰκοδόμησαν τὰ πλείω αὐτοί)
τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν λαῶν ἡ ἐλευθερία.
Οἱ Θεσπιεῖς στις Θερμοπύλες
ἔτσι που πήγαν φαίνεται νὰ ἐγγίζουν
τὸ μέγιστο καὶ τὸ εὐγενές·
γιατὶ ἂν εἶχαν οἱ ἄλλοι ἀποφασίσει
ἢ τοὺς τὸ εἴχανε προστάξει ἄλλοι πάλι,
αὐτοί ἔμειναν χωρίς κανείς νὰ τὸ ἀπαιτήση
κι' οὐδὲ νὰ τὸ παρακαλέση,
σεμνοί κι' ὡς ἀπαιτεῖ ἡ θυσία πλήρεις.
Μιὰ πόλις μέσ' τὸ τιμαλφές.
Καὶ Θεσπιεύς κανείς προδότης
ἡ βασιληᾶς ἢ ὁπλίτης ἢ τοῦ πνεύματος βλαστός,
αίφνης γλύπτης, σοφιστής, οἰκοδόμος, ζωγράφος, θεσπιωδός.

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
Αβέλλιος, Αθανάσιος, ΄Έπαθλα και χάριτες, 1985.
Από το πρώτο του βιβλίο («Ο μετημφιεσμένος καιρός», 1956) είχε αποσπάσει την προσοχή, ως ένας παράξενος ποιητής, ο οποίος, παρόλο που έφτανε συχνά πολύ κοντά στη μίμηση της γλώσσας του Καβάφη, διατηρούσε καθαρή τη φυσιογνωμία του. (Αυτό, το να μετουσιώνεις σε τελευταία ανάλυση σε προσωπική μια γλώσσα με φανερά ωστόσο τα δάνειά της, είναι απόδειξη ισχυρής ποιητικής ιδιοσυγκρασίας. Μια από τις πιο επιτυχείς κριτικές ρήσεις του Σεφέρη είναι η γνωστή, για τον Κάλβο και το Σολωμό: «Η επιτυχία του Κάλβου (ο Σολωμός από αυτή την άποψη δεν πει τυχε περισσότερα) είναι ότι μπόρεσε, με τα υλικά που είχε στη διάθεσή του, και μολο-νότι τα υλικά αυτά είταν αλλότρια και πολέμια, να διασώσει μια φυσιογνωμία».)
Προτάσσει εισαγωγή, θεωρητικά, θα έλεγα, ανεδαφική, στην οποία υπεραμύ νεται των τόνων και των πνευμάτων. Υποστηρίζει ακόμα, ότι η δημοτική, που δεν επαρκεί για την επιστήμη, δεν επαρκεί ούτε για την ποίηση. Έτσι το γλωσσικό υλικό του, με το οποίο εκφράζεται «σε καίριες στιγμές των βιωματικών παρορμήσεων, δέχεται τη δυναμική επικουρία λέξεων από όλες τις περιόδους της ιστορίας και της γλώσσης μας».
Βαθύτερα ελεγειακός, μιλεί για την «πένθιμη δόξαν (τίτλος της δεύτερης συλ λογής του, 1959), θέλει ωστόσο και το πένθος να το πνευματώσει, να το περάσει μέσα από τα φίλτρα μιας σεμνοπρεπούς ποίησης. Δίνει εικόνες αρτιωμένες, πνευματικά υποστασιωμένες, παρόλη τη συνειδητά επιλεγμένη νοηματική διαφάνεια των στί χων του.
Συγκερνά δημοτική μνήμη, καθαρεύουσα, λογιοσύνη και αρχαιότητα σε κρά ματα επιτυχή, συχνά.
 
ΤΟ ΥΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΔΟ
 
Ήπιος Νοέμβρης και περπατάς στην ακροποταμιά
πέρα κάποιου σιδηρουργού εἶναι το καλύβι·
μια ομίχλη αλαφριά σα ν' απειλή την καλωσύνη απόψε
του καιρού που ξέχασε το ντύμα των χειμώνων.
Δίπλα στου καλυβιού την πόρτα
ένας αείανθος και αυτοφυής και πολυκαιρισμένος
που αποβαίνει χρήσιμος.
Και ακούς στο αμόνι το σφυρί να συνδιαλέγεται,
επάνω στα καθέκαστα που η πείρα παραγγέλνει
του γεωργού με ησιόδεια προσταγή.
Κρέμεται απόξω ένα υνί πα σε κλαδί του δέντρου
μα στην αντίπεραν οπή και θηλυκώνει ο μίσχος,
βαμμένου ρόδου που έσμιξε, σε νοτισμένο ἀπόγευμα,
τὸ ἡλιόφως μὲ συγκίνησι στὸ βλέμμα του οδοιπόρου.
Κοσμεί τον μόχθο η ροδαυγή κι αναγαλλιάζει ο κόσμος.





Ζήσης Οικονόμου (1911-2005): Ποιητής, Συγγραφέας, Δοκιμιογράφος – Σκιάθος

 



( Ο δεύτερος ξάδερφός μου Γιάννης Βουτσής (1946-2010) με τον Ζήση Οικονόμου

στο κατάστημά του με φωτογραφικά είδη, λίγο πριν το κλείσιμο του αιώνα.)


Ο Ζήσης Οικονόμου (Σκιάθος, 25 Απριλίου 1911 - Σκιάθος, 3 Αυγούστου 2005) ήταν Έλληνας ποιητής  και συγγραφέας. Το 1977 έλαβε το βραβείο ποιήσεως της Ακαδημίας Αθηνών, για όλο το ποιητικό του έργο και ιδιαίτερα για το βιβλίο του «Αιθρία σιγή» . Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το βιβλίο του «Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή» και το σύνολο του έργου του.

Ο βίος του

Τα παιδικά του χρόνια πέρασε στη Σκιάθο. Ο πατέρας του ήταν πλοίαρχος και ιδιοκτήτης ιστιοφόρου εκείνης της εποχής. Πέθανε όταν ο Ζήσης Οικονόμου ήταν 10 χρονών. Η μητέρα του κατάφερε να μεγαλώσει τα τρία παιδιά της δουλεύοντας στον αργαλειό και κάνοντας εμπόριο με σκιαθίτικους τάπητες.

Ο Ζήσης Οικονόμου τοποθετείται στη μεσοπολεμική γενιά των Ελλήνων ποιητών. Η ποιητική του πορεία κάλυψε μια ευρεία θεματική και υφολογική περιοχή. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1930 με δημοσιεύσεις στίχων στο περιοδικό Νέα Γενιά. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του, που είχε τίτλο «Η εποποιία των αγενών μετάλλων».   

Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940/41) ήταν διερμηνέας της Ιταλικής και της Γερμανικής γλώσσας, στο επιτελείο τού Γ Σώματος Στρατού. Κατά τη διάρκεια της κατοχής (1941-44), μαζί με τη γυναίκα του Ευγενία, το γένος Δεληγιάννη, είχαν ένα μικρό σκάφος σαν κατοικία και ταξίδευαν στα νησιά και στις θάλασσες του βόρειου Αιγαίου και του Ευβοϊκού κόλπου, ώσπου θεωρήθηκαν ύποπτοι και ταλαιπωρήθηκαν ανακρινόμενοι από Ιταλούς, Γερμανούς, ακόμα κι από Έλληνες. Η γλωσσομάθεια, η ειλικρίνεια και η αφοβία επέτρεψαν στο ζεύγος να επιβιώσει.

Από μικρή ηλικία ο ποιητής μάθαινε ξένες γλώσσες πολύ εύκολα, γνώριζε δέκα γλώσσες και ασχολήθηκε με διεπιστημονικά, διαταξικά και διαπολιτιστικά ζωτικά ζητήματα. Του άρεσε να ταξιδεύει και έχει δημοσιεύσει μερικές από τις εντυπώσεις του σε περιοδικά κι εφημερίδες, με το όνομά του, αλλά και με ψευδώνυμο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και ως το 1976 διέκοψε τις δημοσιεύσεις και ασχολήθηκε με έρευνες στο χώρο της γλωσσολογίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής. Το βασικό στόχο του ποιητή ήταν η αναζήτηση μιας ενιαίας κοσμοθεωρίας που να αντλεί στοιχεία από όλες τις εκφάνσεις του επιστητού. Με σημείο έναρξης την αισιόδοξη κοσμοθεωρία του φουτουρισμού και του υπερρεαλισμού και τον εκθειασμό της μηχανικής τεχνολογίας πέρασε γρήγορα στη φάση της αναδίπλωσης και της επιφύλαξης μπροστά στο δυτικό ορθολογισμό και προσανατολίστηκε προς μια ατομοκεντρική κοσμοθεωρία, η οποία επηρεάστηκε και από την ενασχόλησή του με τις ανατολικές θρησκείες, κυρίως το βουδισμό και από φιλοσόφους όπως οι Σοπενάουερ, Μπερντιάγιεφ και Καίζερλιγκ. Οι αναζητήσεις του είχαν αντίκτυπο και στο ποιητικό έργο του, που οδηγήθηκε σταδιακά σε έναν λόγο όλο και πιο λιτό και δραστικότερο. Ασχολήθηκε επίσης με το θέατρο και έγραψε μερικά έργα.

 

Τότε πού έμενε στην Αθήνα, είχε πολλές γνωριμίες και φιλίες με κάθε κοινωνικής τάξης κι επαγγέλματος ανθρώπους. Μεταξύ των διανοούμενων και λογοτεχνών φίλων του στην Αθήνα ήταν ο Ντίμης Αποστολόπουλος, ο Σαραντάρης, ο Βαρίκας, ο Ρίτσος, ο Καζαντζάκης και άλλοι.  Επίσης, επηρέασε τον Μανόλη Αναγνωστάκη.

Πάντα παρέμενε αμερόληπτος ερευνητής. Η αδέσμευτη συμπεριφορά του προκάλεσε από μικρή ηλικία την αντίδραση συγχωριανών του, καθηγητών του και ανθρώπων των γραμμάτων αργότερα.

Σε μεγάλη ηλικία επέστρεψε στη γενέτειρά του.

Εργογραφία

Το λογοτεχνικό έργο του Ζήση Οικονόμου περιλαμβάνει τους θεματικούς τομείς: ποίηση, ημερολόγια, δοκίμια, μελέτη και θέατρο.

Ποίηση

Η εποποιία των αγενών μετάλλων. 1934.

Ο κόσμος στη δύση του. 1935.

Ανάρρωση. 1935.

Τοπία. 1936.

Η προσευχή της γης. Αθήνα, 1938.

Ωκεάνεια. Αθήνα, Γκοβόστης, 1939.

Η συνοδεία του ανέμου. Αθήνα, Γκοβόστης, 1945.

Στο σταυροδρόμι του χρόνου· Ποιήματα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1946.

Προς τον καθαρό εαυτό. 1953.

Αιθρία σιγή. Αθήνα, Κέδρος, 1976.

Ποιήματα 1934-1953. Αθήνα, Κέδρος, 1977.

Και επί γης ειρήνη. Αθήνα, Κέδρος, 1984.

Μαύρο χιούμορ γιαυτά που μας συμβαίνουν. 1988.

Ημερολόγια

Το ημερολόγιο ενός ζώου. Αθήνα, Γκοβόστης, 1938.

Το ημερολόγιο της ερημιάς και της σιωπής. Αθήνα, Πολύτυπο, 1989.

Δοκίμια

Η διαμονή εκείνου που έφυγε. 1938.

Περ’ απ’ τον παράδεισο της κοινότητας. Αθήνα, Γκοβόστης, 1939.

Η ομολογία της ταπείνωσης. Αθήνα, Γκοβόστης, 1944.

Πολιτική και πνεύμα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1944.

Σκέψεις για τη μουσική και για την ποίηση. 1946.

Μοίρα και λόγος. Αθήνα, Γκοβόστης, 1948.

Μηδενισμός και ψυχική επανάσταση. 1978.

Πολιτισμός θανάτου και ζωτική εγρήγορση. 1982.

Η γυναίκα της ανδροκρατίας και οι κοινωνίες των υπερκαταναλώσεων. Αθήνα, Πολύτυπο, χ.χ.

Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή (άλλα σατιρικά και άλλα). Αθήνα, Πολύτυπο, 1994.

Μελέτη

Ο Παπαδιαμάντης και το νησί του (μικρογραφία της ανθρωπότητας). Αθήνα, 1979.

Θέατρο

Το κάτω πάτωμα· Δράμα σε δύο πράξεις και πέντε εικόνες. Αθήνα, Γκοβόστης, 1947.

Νεκρή ζώνη. 1947.

Ώρα να πιείτε το τσάι σας· Δράμα σε τρεις πράξεις. Αθήνα, Γκοβόστης, 1947.

Το στοιχειωμένο σπίτι· Δράμα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1948.

Η επιστροφή του ασώτου· Δράμα σε δύο πράξεις και τρεις σκηνές. Αθήνα, Γκοβόστης, 1948.

Το μακρινό ταξίδι και δύο άλλα μονόπρακτα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1949.

Μεταφράσεις

Αγγλικά

Kimon Friar, Modern Greek Poetry, Athens, Efstathiadis Group, 1982, σ. 248-252 (4 ποιήματα).

Γερμανικά

Zisis Oikonomou: Heitere Stille, Gedichte, Zweisprachig: Griechisch-Deutsch, Übersetzung: Leo Mergel, O.L. Mergel, Eutingen 2018,(67 ποιήματα).

Βραβεία

Το 1977 έλαβε το βραβείο ποιήσεως της Ακαδημίας Αθηνών, για όλο το ποιητικό του έργο και ιδιαίτερα για το βιβλίο του "Αιθρία σιγή" .

Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το βιβλίο του "Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή" και το σύνολο του έργου του.

Πρόσθετη βιβλιογραφία

Αλέξανδρος Αργυρίου, "Ζήσης Οικονόμου", στο "Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου", σ.138-142 (της εισαγωγής) και σ. 98-99, Αθήνα, Σοκόλης, 1979.

Αλέξης Ζήρας, "Οικονόμου Ζήσης", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 7, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987

Μιχάλης Μ. Μερακλής, Γεωργία Θεοφάνη, "Οικονόμου Ζήσης", στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2007.

Μουσείο Ζήση Οικονόμου

Στη διαθήκη του, ο Ζήσης Οικονόμου κληροδότησε το σπίτι που γεννήθηκε στο δήμο Σκιάθου για να χρησιμοποιηθεί για πολιτιστικούς σκοπούς. Μετά την αποκατάσταση του σπιτιού με περιφερειακά και τοπικά κονδύλια, ο δήμος το μετέτρεψε σε μουσείο για να παρουσιάσει την πλούσια πνευματική κληρονομιά του Ζήση Οικονόμου με προσωπικά αντικείμενα και αναμνηστικά. Οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τη ζωή και το έργο του ποιητή μέσα από εικόνες, κείμενα και ήχο. Όλες οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες σε εννέα γλώσσες (ελληνικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, νορβηγικά και δανικά) και μπορούν να εμφανίζονται στα κινητά τηλέφωνα των επισκεπτών με τη χρήση ενός κώδικα QR. Μια εικονική περιήγηση στο μουσείο είναι επίσης διαθέσιμη στο Διαδίκτυο

ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ ΚΙ ΕΛΠΙΔΑ ΠΑΡΗΓΟΡΗ


Είπες
ίσως υπάρξει πέρασμα
από μια πίεση ερμητική
κι από έναν κόσμο γύψινο, ραμμένο, συντριμμένο.
Ήρθαν σε λίγο τα τέρατα
απʼ τʼ άνοιγμα του τραύματος και της γενναίας δειλίας.
Είπες
θα διαβείς τα σύνορα κρυφά
τις αποστάσεις και τους όρους θα συμπτύξεις
νʼ αντικρίσεις το γαλάζιο τʼ ουρανού
ρουφώντας αμόλυντο αγέρα.
Πώς μπορεί να ξεφύγει κανείς
απʼ τα δικά του σύνορα
γειτονεμένα επίμονα με τα οχυρά των άλλων;
Τώρα κοιτάς
χωρίς προσωπίδα ελπίδα παρήγορη
δίχως αναβολής των αναχαίτιση
ωραιότητα πεζή
τη ριψοκίνδυνη ζωή σου.
 
Γύρω κοινωνίες ιδέες και Κόμματα δεν καταργούν την Άβυσσο
ούτε το πνεύμα ζωής υπεράνω των υδάτων.
 
ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΗΣΚΙΩΝ
 
Απρόσεκτη ψυχή, πού ταξιδεύεις,
κόσμοι-παγίδες διάσπαρτοι παντού.
Απʼ τα βαριά δεσμά πώς θα ξεφύγεις,
 
Η μήτρα με καρπό της λαμπιρίζει
αισθήματʼ αναβλύζουν πολλά.
Δεν ήξερα μαγνήτης μʼ έχει αρπάξει.
Απʼ τα βαριά δεσμά πώς να ξεφύγω,
δίχτυα των ήσκιων μʼ αιχμαλώτισαν ξανά.
 
ΑΣΥΓΚΡΙΤΑ
 
Αισθήματα της σιωπής.
Ούτε νερό στων χαλικιών τον κήπο
ούτε αναζήτηση στο χιόνι και στην έρημο.
Ασύγκριτα μη προτιμώντας μʼ ασύγκριτα
όλα ελαφρά, φευγαλέα.
Το δάσος τρέφει την ορμή
της κάθε στιγμή νεότερης όρασης
ανώνυμη ζωή
στου απέραντου τοπίου την ανάσα.
 
Λύκοι τα πλήθη
παγιδευμένα από δυνάμεις της Γης
αλληλοσπαράσσονται.
Και δεν καταλήξαμε κάπου ασυνόρευτοι
από θάρρος και δειλία απαλλαγμένοι.
 
ΠΛΑΣΜΑΤΑ
 
Φυσάει νοτιά
το χωριό σε μιαν αυλή, στην αμμουδιά
τζιτζίκια στο περιβόλι, όλοι αφουγκράζονται
καθώς αντηχούν οι αυλοί σιωπηλοί και σημαίνει καμπάνα
εσπερινού παιδιά κυλιόμαστε
στην άχνα του απόβραδου, παιδούλες
παίζουν ακόμα. Γριές και γέροι πιο πέρα
γελούν θαμπά στο δικό τους απόβραδο
οκνηρή θαλπωρή αργίας στιγμή ωκεάνια
του αιώνιου κλέφτης.
 
Φυσάει νοτιάς από άλλη διάσταση
παιδιά κορίτσια μαζί
κάτω απʼ τις φτερούγες του θεού
στης σκιάς, της κυδωνιάς τα πόδια
γυμνά τα στήθη στα χώματα
χρώματα του ανέσπερου φωτός
και τα σώματα τα λεύτερα από μέριμνα
κύματα σε σπήλαια βράχων τρυπώνουν
κι η σελήνη ωχρή ρουφά συναισθήματα και τρέφεται
ακτινοβολώντας μνήμες και σκηνές.
 
Άσαρκα στον κόσμο τους τα πλάσματα του ονείρου.
 
ΧΡΟΝΟΙ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΙ
 
Πώς άνοιξε ο φραγμός, καταπακτή
και βρέθηκε σε τέτοιο χωροχρόνο,
(μαύρος ο κόσμος αυτός).
 
Σμήνος μελισσών δεν τον συνόδευσε
δεν τον απάλυναν πουλιών και ζώων συναυλίες.
 
-Πού πας προς τα εκεί αδερφέ,
τι σε τάραξε και άλλαξε τον δείκτη προς τον μαύρο κόσμο,
με σπόρους και μέλι σε τρέφαμε
από λινάρι φορεσιά και λαλιά τʼ ορτυκιού σου προσφέρουμε
στων φυτών και στων ζώων το βασίλειο.
 
Έχει ξανά επιστρέψει στʼ ανθρώπινα
χρόνοι και κόσμοι πλέουν στο άχρονο.
 
ΙΣΩΣ ΞΥΠΝΟΥΝ ΛΙΓΟΣΤΟΙ
 
Είπε άφρων μυστικά στον εαυτό του.
-Κράτος, έθνος, σύμπαν, ο θεός και ο λαός, Εγώ.
πάνω από ζωή και θάνατο, πάνω απʼ όλα τα υπάρχοντα και ζώντα.
Αν υπάρχουν άλλα όντα και τα πράγματα
είναι για να υπηρετούν τυφλά τα μεγαλείο μου.
Εγώ, μόνο Εγώ αρχιερέας, αρχιδαίμονας και πολιτικός θεός
φασιστής, κομμουνιστής και δημοκράτης χυδαιότατος
Δικά μου όλα και το πληκτρολόγιο για το χειρισμό λαών.
πιέζων τα κουμπιά για ποθητά μου αποτελέσματα.
Παμφάγος, πανηδονιστής, πανέξυπνος, πανούργος ο διαβολάνθρωπος
κατασπαράζω, κατατρώγω κάθε κατεχόμενο
κανείς εμέ δεν με κατέχει.
Στο μεταξύ αηδιάζω, κάνω εμετό με τέτοιους στίχους και νοήματα
κομψός Εγώ εστέτ, ελίτ, παντίτ και άλλος
Δεν συγκινούμαι από τίποτε
λεπτεπίλεπτο, χυδαίο ή πανύψηλο
εκτός αν είναι ευνοϊκό για κόμματα και σταδιοδρομίες.
αυτά ζωή, νοημοσύνη, αίσθημα, τέχνη, χαρά, θεός, λαός.
 
Είπες άφρων μυστικό στον εαυτό του όλʼ αυτά.
Δεν είναι παρανοϊκός, βαριά τρελός,, αλλʼ είναι ο καθένας μας.
λογικά, λογιστικά και καθημερινά εχέφρονες πολίτες.
Θριαμβεύουμε άνοες αναίσθητοι, σκληροί,
αμετανόητοι, κλειστοί προς κάθε κάλεσμα αισθήματος
εχθρικοί προς νόμους του θεού και της φύσης
φονιάδες με λέξεις, όπλα και νοήματα
ανυποψίαστοι για τη σκλαβιά μας προς όσα κατέχουμε,
έρχεται ώρα να θερίσουμε τα όσα έχουμε σπείρει.
πολέμους, αρρώστιες, δυστυχίες και θανάτους.
 
Τότε, μόνον τότε, ίσως ξυπνούν λιγοστοί
απʼ τον εφιάλτη που ονομάζουμε ζωή, τέτοια ζωή
αποτυχίας και οδύνης στις επιτυχίες και θριάμβους μας
μόνον τότε, ίσως, έστω αργά,
την αλαζονεία μας αφήσουμε, ο θαμμένος εαυτός για νʼ αναπνεύσει.
 
ΚΟΣΜΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
 
Με τα μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
περιφερόμαστε σʼ αυτή την ανακύκληση
στα βάρη άλλα βάρη προσθέτοντας
γεννήσεις, θάνατοι, ξανά γεννήσεις
μαγνήτης η μνήμη, την ξυπνούν άστρων τροχιές
στις σχέσεις καθημερινότητας.
 
Μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
κοπιάζουμε γύρω από είδωλα και λέξεις
τίποτε η ζωή δε μας δίδαξε.
των σκέψεων αιχμάλωτοι και των συναισθημάτων
παγιδευμένοι στο έργο μας
οι πολιτικοί μας στεφανώνει ως αγνώστους στρατιώτες
πτώματα που οι θρησκείες ευλογούν
κουλτούρες εκπορεύουν πτωμαΐνη
επιστήμες οπλίζουν το Έρεβος
στοιχειώδη μας στερούν οικονομίες
εκφυλίζουν οι ευζωϊσμοί
και όμως η Γαία, που έχει νέκρας επίγνωση
μήτρα δεκτική και τροφός κοπαδιών
σε φυσικά, κοινωνικά και παραφυσικά δεσμωτήρια.
 
Σʼ αυτή την κλίμακα ανόδων και καθόδων του σύμπαντος
σπειροειδή η δυστυχία μας
με τα μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
σαν τις ψυχές που τις ρουφά η Σελήνη
εκφράζοντας τες μʼ εφιάλτες προς κόσμο-μηδέν,
όταν δεν ευδοκιμούν να επιστρέψουν στο γήινο κύκλο
αν εγκαίρως δεν εξέλθουν απʼ το ρεύμα του υπνώδους ποταμού
προς τους σταυρούς και τις διαμονές
της κοσμικής περιπέτειας.
 
ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ
 
Η λαλιά του πτηνού από κάκτους ανάμεσα
γρανίτινης γης, δεν βρίσκει δροσιά.
Παγιδευμένα στη Γη όντα και πράγματα.
 
Με το κλειδί της Πύλης των καιρών
διαβαίνει κίνηση και ήχος της σιγής.
του δέσμιου λυγμού η λευτεριά φτερουγίζει.
 
Ο ΣΙΝΙΚΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΧΟΟΥΑΝ-ΧΟ
Δεύτερη ερμηνεία εκ του διαγραμμικού I CHINC
 
Πλημμύρα ψυχών αόρατης στράτευσης
δηλητήρια μίσους η λάσπη.
 
Η Σπίθα, την ανάφλεξη άρχισε
πόλεμοι απʼ τα έγκατα της Γης
δονήσεις του Κρονίου ψύχους
θαμμένους Βούδες αναθρώσκοντας.
 
Ξεχειλίζεις Χουάν-Χο των ψυχών
απʼ τα θολά διαύγεια, απʼ τη ροή το σταθερό σου πνεύμα.
παλαιών ιστοριών η νέα έλευση
η καμπύλη του χρόνου συναντά και καταργεί το χθες.
Ερπετά τον μεγάλο σεισμό διαισθάνονται
φάσματα εξέρχονται από κρύπτες αιώνων
θετικούς λογιστές παγιδεύοντας.
 
Ερημικά τα πλήθη προσκολλώνται πονεμένα, τυφλά
τα σκουπίδια μας συνάγεις, Χουάν-Χο
κι οι λέξεις μας κούφιες
πλημμύρες εικόνων, φασμάτων ασπόνδυλων
δημαγωγίες, συρρεαλισμοί των συνειρμών
μόδες και σχολές, φόνων συγκαλύψεις μʼ ιδεώδη
η ζωή μας διαφήμιση
κερδών κι εξουσιών των κρατικών θεών
επιστημόνων και πολιτισμών δουλοφροσύνες.
 
Μαζί μʼ αυτό συμπορεύεσαι
καλύβες δεν υπάρχουν
 
Ο σινικός ποταμός Χουάν-Χο προκαλεί
απάντηση απʼ τʼ άγνωστο θα έρθει
της ιστορίας οι οδηγοί ετεροκίνητοι.
Αδερφούς χαρούμενους, ποταμέ Χουάν-Χο
δεν τους φοβίζεις
ουτʼ απελπίζονται καθώς εκχειλίζεις και πλένεις τη λάσπη μας
άλλα κατακάθια των αιώνων κατεβάζοντας.
 
Την στεγανή καλύβα μας διέλυσες,
και απομείναμε γυμνοί, τιποτένιοι, ξεσπίτωτοι
σε ποταμούς γαλαξιών
και σύμπαντα της απεραντοσύνης.
 
ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕ
 
Κάπως βολεμένος και στη νέα του κατάσταση
βλέπει δίχως να τον βλέπουν
και παίρνει δίχως να ρωτά
ατιμώρητος ληστεύοντας ενέργεια
από κορμί σε κορμί
αυτός που ένσαρκος για δίκια ήταν αντάρτης.
 
-Τι θέλεις απρόσκλητη
δαιμονισμένη ψυχή;
 
Εξοργισμένος του απαντά:
-Δεν τον περίμενα
τόσους και τόσους που τρυγώ
αλλʼ εσύ πυρ απλησίαστο νάναι.
 
ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ
 
Συλλέγει τα στάχια τα ώριμα
χαίρεται το σώμα του αγρού
κρύβεται στο φως και στη θέρμη της μέρας
στη νύχτα φανερός, την ιερή
από εποχών τη συμφορά
απʼ το φόβο των πλασμάτων τις προσωπίδες.
 
Την απρόσκλητη χαίρεται χαρά.
 
ΑΥΛΟΣ ΗΧΟΣ
 
Πλύθηκε χτενίστηκε
συγκάθεται μʼ αυτόν τον φιλέρημο λόφο
και στίχους, εσχεδίασε αιθέριους και σκληρούς
 
Λαβύρινθοι, συρμοί, συγκρούσεις, πτώσεις, αναστάσεις
στενωποί, ωκεανοί.
Ο ήχος είναι από Εσένα
Χάρισμα, χαρμονή των άϋλων δονήσεων
περʼ απʼ τις κινήσεις των μορφών και των αισθήσεων
κι απʼ τα δεσμά των κόσμων.
 
Πλύθηκε χτενίστηκε
είναι καλό το βράδυ αυτό
βράχοι στητοί σʼ απότομα νερά της θάλασσας
και τρυφερή η καρδιά του.
 
ΖΩΝΤΑΝΑ ΞΑΝΑ
 
Γυμνή στο παράθυρο
ήλιος άλλος φωτίζει το πέλαγος
παιχνιδίζοντας στο τζάμι το μισάνοιχτο
λούζοντας το σπίτι με την κλίμακα ημίφωτος
καθώς αυτός εστράφη και σε βλέπει.
κολυμπά στην απειρία ο αντίλαλος
ζωντανή ξανά στων χρόνων τους διάδρομους
αιώνες περίμενε και ήρθες.
 
ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ
 
Ήμουν φτωχός ασκητής το μηνʼ αυτό
το χνούδο απʼ τα ροδάκινα στο κήπο αργοκοιτώ
εδώ στην ερημιά της γης
ήρθε η βροχή, καλλιεργώ
τη νέα ψυχή της χλόης στης λαγκαδιάς το πνεύμα.
 
Το χνούδο απʼ τα ροδάκινα στον κήπο αργοκοιτώ
το δάγκωμα του σύκου που γελάει.
 
ΛΥΣΗ ΘΕΤΙΚΗ, ΠΡΑΚΤΙΚΟΤΑΤΗ
 
Κοινό το Κλειδί των Κωδίκων
Οι διαρρήκτες πια δεν έχουν σύνορα
 
Οργανόγραμμα των ραδιουργιών
στον ευτυχή και φιλεπρόοδο πλανήτη.
 
Όλοι με το ίδιο Μίσος αγνωσίας εαυτού
υπάρχουμε, κινούμαστε, πολιτικολογούμε.
αστισμοί, κομμουνισμοί, θρησκευτισμοί, γκουρουϊσμοί.
 
Αυτοτιμωρούμενοι συνένοχοι
εξοπλίζουν το Αντίπαλο Δέος.
ο Κατακλυσμός όχι οπωσδήποτε με Πυρ,
για όλους λύση θετική, φανατικοί
μόνον οι γενναίοι χαφιεδισμοί και ορισμοί
κομματικής νεολαίας και ώριμων
μαζί με την παλιά φρουρά των μουμιοποιημένων.

 

ΕΠΊΜΕΤΡΟ: Τζούτζη Μαντζουράνη

Θυμάμαι…

Έναν άνθρωπο γλυκό και σοβαρό, περίεργα φοβισμένο, μέσα στους κλειστούς τοίχους του μεγάλου μου πατρικού σπιτιού. Μόλις ανοίγαμε το παράθυρο ήταν κάπως πιο ήρεμος. Σαν να τον έπνιγε ο κλειστός χώρος , η πόλη, η Αθήνα του ʼ70 που άρχιζε να γίνεται απάνθρωπη… και που τότε εμείς δεν το καταλαβαίναμε αλλά εκείνος ήδη είχε αρχίσει να το νιώθει, ήδη δυσκολευόταν να αναπνεύσει τον αέρα της.
Μαζί με την γυναίκα του, την αγαπημένη του σύντροφο, που ήρεμα, με εκείνα τα καταγάλανα μάτια και την απόλυτη κατανόηση για το ανήσυχο πνεύμα του, δεχόταν οτιδήποτε τον βασάνιζε και του στεκόταν σʼ αυτό, χωρίς να διαμαρτύρεται ποτέ.
Είχαν γνωριστεί με τον πατέρα μου μερικούς μήνες πριν, όταν η γυναίκα του μαζί με τον Ζήση, είχαν ζητήσει από τον πατέρα μου να τους παραχωρήσει ένα μικρό αγροτόσπιτο, σαν αποθήκη εργαλείων, που βρισκόταν στην μέση ενός αμπελώνα 70 στρεμμάτων που ανήκε στο κτήμα μας.
Ήθελαν αν μπορούσαν, να μείνουν για λίγο εκεί, μέχρι ο Ζήσης να γράψει αυτά που βασάνιζαν το μυαλό του , την σχέση του ανθρώπου με την γη, μακριά από τους ανθρώπους και την απάνθρωπη πόλη της Αθήνας που δεν την άντεχε πια.
Περνούσε μια περίοδο που δεν ήθελε να βλέπει πολλούς ανθρώπους, έμενε κοντά στη γη, κοιμόταν στο χώμα, να νιώθει την ζέστη της γης, τους χτύπους της καρδιάς της. Είχε σκάψει μια τρύπα , μια μικρή λακκούβα και χωνόταν μέσα, και εκεί κούρνιαζε, και ένιωθε ασφαλής, ήρεμος, σίγουρος. Και στο μυαλό του μέσα, κατέγραφε αυτά που αργότερα θα γινόντουσαν κείμενα.

Του μιλούσε η γη, του έλεγε τα μυστικά της. Και εκείνος τα φύλαγε μέσα στο μυαλό του σαν ιερά κείμενα.
Δεν τα πρόδωσε ποτέ.
Έμειναν στο σπιτάκι εκείνο σχεδόν ένα χρόνο ίσως και περισσότερο.
Μετά, όταν ένιωσε έτοιμος, αποχωρίστηκε από την «μάνα Γη», γύρισε στη Σκιάθο, έγραψε.
Έχουν περάσει περισσότερα από σαράντα χρόνια από τότε.
Ακόμα σήμερα, στο μισογκρεμισμένο σπίτι, στην πίσω μεριά του, υπάρχει η τρύπα που κούρνιαζε τις νύχτες.
Από το σπίτι έχουν απομείνει μόνο οι τέσσερις τοίχοι. Τα μεγάλα πεύκα που το
κύκλωναν και το έκρυβαν, ο πελώριος θάμνος που κάλυπτε την είσοδο του, κόπηκαν όλα.
Το κτήμα πουλήθηκε , και ο χωματόδρομος που ήταν σύνορο και δρόμος μαζί, είναι πια, η κεντρική λεωφόρος που συνδέει τη Ραφήνα με την Αρτέμιδα.
Τα αυτοκίνητα δεν σταματούν ποτέ να περνούν… αλλά ακόμα, μερικά μέτρα πιο μέσα, στην πίσω μεριά του σπιτιού, εκεί, σε εκείνη τη μικρή λακκούβα , Ο Ζήσης Οικονόμου, εξακολουθεί να «συνομιλεί» με τη Φύση.

…«το χώμα είναι ζεστό στην υγρασία του
μʼ αρέσει στα φύλλα να κοιμάμαι.
καλοδεχούμενο, να ʽρθεί το αγριοκάτσικο
το κοτσύφι συντροφιά μου εσπερινή
κορυδαλλοί, πρωϊνή μου έγερση
μέσα στου δάσους την ανάσα.
Φίλε καλά είναι εδώ, καλά είναι εκεί
όπου μας φωνάζει μια φωνή
που δεν ακούγεται: το μίσος
βρίσκει το μίσος του και η ειρήνη
καρπός πράξης αμόλυντης.
Το χώμα είναι ζεστό στην υγρασία του.
Χάιρουμαι και υπακούω στη φωνή του.»…
 
Απόσπασμα από το ποίημα του
«Οπου μας φωνάζει μιά φωνή».


Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας στο Ποιείν.gr


ΕΛΕΓΕΙΟ

Φθινόπωρο ἦταν ποὺ σ᾽ ἀντίκρυσα; φθινόπωρο;
Νέφη ἀραιὰ πάνω ἀπ᾿ τὸν κάβο, στὴν ἀγκάλη
λόφου κι ἀμμουδιᾶς. Χαρὰ στὸ σούρουπο.
᾿Ακούσαμε τὶς Νύμφες τοῦ μικροῦ,
τοῦ ἑλληνικοῦ, τ᾿ ἀνθρωπισμένου δάσους, τὶς ψυχές
παιδίσκες μὲ κόρφο ἀνθηρὸ καὶ κοτσίδες
ὅπως ἐσύ. Φθινόπωρο ἦταν ποὺ σ᾽ ἀντίκρυσα; 

῎Ανοιξη, τὰ σύννεφα βαρειά, τὰ δέντρα πρόθυμα
χυμοὶ παντοῦ, καὶ Σὺ δὲν ζεῖς,
στεγνὴ καὶ λυπημένη μὲς στὸν τάφο.
Τὸ φῶς, τ᾿ ἀραιὰ σύννεφα, ἡ ἀγκάλη καὶ τὸ ἀπόγευμα
χαθῆκαν στὸν βυθό. Πῶς νὰ ὑπομείνω
ἐγὼ ποὺ ἀπόμεινα νὰ βλέπω τὴν αἰώνια Σου
μορφὴ σὲ κάθε ὡραῖο;
 
"Απιαστα εἶναι τὰ νέφη, φυσᾶ ὁ ἀγέρας παντοῦ
καὶ τὴ φωνὴ τοῦ Τρίτωνα θλιμένη ἀφουγκράζομαι
πάνω ἀπ᾿ τὸ κῦμα. Πάρε με ἐσύ, νερὸ τῆς Μεσογείου,
μεθυσμένος ἀπ᾿ τὴν ὄψη Της, ζωντανός
ἀπ᾿ τὴν αἰώνια παρουσία Της, ἂς εὕρω
στὸ βυθό σου τὴ γαλήνη.

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ

Εγὼ εἰμ᾿ ἐδῶ, στὸν τόπο αὐτό, σ' αἰώνια ἀνάπαυση.
Νὰ καὶ τῆς βάρκας τὰ πλευρά, νὰ καὶ τοῦ σκύλου μου
τοῦ ᾿Αστέρα, τοῦ συνώνυμου, τ᾿ ἄσπρα τὰ ὀστά.
Στὴν ἄγριαν ὀμορφιὰ τῶν νησιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ὑφάλων
τὴ ζωή μας περάσαμε περιφρονώντας
τὸν ὑπόκοσμο τῶν μηχανῶν καὶ ἰδεῶν.
 
Τρώγαμε ψάρια καὶ κάποτε τοῦ σκύλου μου τὸ θήραμα:
ἄγρια κατσίκια. Κι ἡ βάρκα στὴν καμπύλη τοῦ γκρεμνοῦ
σὲ δυὸ πιθαμῶν ἀμμουδιά, τὴ μύτη της ζοῦσε
-πιστή μου ἐρωμένη ὁλοκάθαρη.
Ἐγὼ εἶμ᾽ ἐδῶ, στὸν τόπο αὐτό, σ' αἰώνια ἀνάπαυση.
Εὐχαριστῶ γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου.

РОМПОТ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗ


Σφήνα ἡ ψυχή μας στὸ μπετὸν μὲς στὴ σκουριὰ καὶ βρώμα 
τὰ μάτια χύνουν δάκρια πετρελαίου κι ἡ καρδιά μας 
μπενζινοθήκη τῶν μοτέρ στάζει γοργὰ τὸ πιόμα 
τῆς ἀγωνιᾶς τοῦ σπαραγμοῦ στὰ ὠχρὰ αἰσθήματά μας... 
Τῶν μηχανῶν εἰσπνέουνε μπενζίνα τὰ πνεμόνια 
κι ἀναρουφᾶνε οἱ ἐμβολεῖς τὸν καυτερὸν ἀτμὸ 
ρομποτ καὶ μηχανὴ ἐσεῖς, σᾶς νιώθω στὸ ρυθμὸ 
τοῦ βόγγου σας, τοῦ ἱδρώτα σας στῆς πολιτείας τὰ χρόνια...

ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΣ

Τή βροχή περιμένοντας μὲς στὸν ζεστὸν ἐξώστη 
καθήσαμε μῆνες καὶ χρόνους πού 'λειπες. 
Τὴ βροχή περιμένοντας. Στὸν πύργο μας τὰ ἐλάφια 
χτυποῦν τὴν πόρτα μας, πουλιὰ στὴν ὀροφὴ 
κι οἱ βάτοι θέριεψαν στοὺς τοίχους χρόνια τώρα.
῎Αλογα καὶ λαγωνικὰ καὶ σὺ 
ἁμαζόνα ποὺ μαστίγωνες τὸν ἄνεμο 
καὶ τὸ κέρας ποὺ φωνάζει μέσα στὴν ὁμίχλη 
κι οὔτε λύκοι κι οὔτε πέρδικες ἐδῶ 
στὸ ἐρειπωμένο μέρος.
Χαλίκια κι ὀχιὲς παραφυλοῦν στὴν ξηρασία τους
Ψυχὲς καὶ σώματα. Κι ἡ πλημμύρα τοῦ ὠκεανοῦ 
γιὰ κεῖνον ποὺ λυπᾶται ἀφήνοντας τὸ πνεῦμα του 
νύχι τοῦ γερακιοῦ τὴ βροχή περιμένοντας χαλίκι. 
Ξεπλένεις τοὺς λάκους, τὴ σκόνη, τὴ θλίψη, 
θεὰ βροχή, ἐλ᾽ ἀγάπη μὲ τὰ σύννεφα, 
κι οἱ σαῦρες διψοῦν κι ἐσὺ ἀπ᾿ τὴν ξύλινη σκάλα 
τρεχάτη βροχή, ψυχὴ ποὺ ἠχεῖ στὰ φύλλα 
τοῦ θεοῦ, ἀγάπη ἄβυσσε...

(Από την Ανθολογία Περάνθη: 
Τόμος 5 Γενιά του Μεσοπολέμου σελ: 116)