Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Γεώργιος Κορωναίος (1899-1980): Καθηγητής και Πρύτανης του Ε.Μ.Π., Υπηρεσιακός Υπουργός - Χαλκίδα


Γεώργιος Κορωναίος: 

Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1899. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο όπου έλαβε Δίπλωμα Πολιτικού Μηχανικού το 1919. Συνέχισε με σπουδές στο εξωτερικό σε συγκοινωνιακά και οικονομοτεχνικά θέματα με υποτροφία του Αβερώφειου κληροδοτήματος. Υπηρέτησε στους Σιδηροδρόμους του Ελληνικού κράτους την περίοδο 1928-1930, όπου εκπόνησε τις μελέτες για τον Επιβατικό Σταθμό Θεσσαλονίκης και τις σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις του Λιμένα Πειραιώς. Διετέλεσε Καθηγητής στο Κέντρο Μετεκπαίδευσης Σιδηροδρομικών Υπαλλήλων από το 1930 έως το 1933. Υπηρέτησε στο Υπουργείο Αεροπορίας από το 1919 και διετέλεσε Διευθυντής Δημοσίων Έργων από το 1930 έως το 1938. Κατά το διάστημα αυτό μελέτησε και εκπόνησε τα αεροδρόμια Ελληνικού, Ελευσίνας, Τατοϊου, Λαρίσης, Θεσσαλονίκης, Ηρακλείου, κ.ά. 

Το 1939 διορίσθηκε τακτικός Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην έδρα της Τεχνικής Εκμετάλλευσης των Έργων. Το 1948 εξελέγη τακτικός Καθηγητής στην έδρα της Σιδηροδρομικής, ενώ συνέχισε να διδάσκει μαθήματα στην κενή έδρα της Τεχνικής Εκμετάλλευσης των Έργων. Ορίσθηκε εντεταλμένος Καθηγητής της κενής έδρας Οδοποιίας το 1952-1967 και της έδρας της Τεχνικής Εκμετάλλευσης των Έργων το 1953-1954. Κατά τα έτη 1944-1948 δίδαξε και το μάθημα της Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Οικονομικής. 

Συνταξιοδοτήθηκε το 1968. Του απονεμήθηκε ο τίτλος του Ομότιμου Καθηγητή το 1968. Διετέλεσε Αντιπρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου το 1947 και το 1948, Πρύτανης το 1949, το 1950 και το 1951 και Προπρύτανης το 1952 και το 1953. Ως Πρύτανης του ΕΜΠ ίδρυσε το Κέντρο Εφαρμοσμένης Τεχνικής Έρευνας. Συνετέλεσε στην αναδιοργάνωση του ιδρύματος και την εφαρμογή του κτιριακού προγράμματος και νέων εργαστηρίων. Μετέβαινε τακτικά σε Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα για επίσκεψη Εργαστηρίων και παραγγελίες για τη μελέτη και την ανέγερση εργαστηρίων του ΕΜΠ. Διετέλεσε Πρόεδρος Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ από το 1948 έως το 1950 και Πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Διετέλεσε μέλος από το 1950, Αντιπρόεδρος από το 1952 και Πρόεδρος από το 1953 του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», καθώς και Πρόεδρος του Ιδρύματος Αποκαταστάσεως Αναπήρων «Άγιος Παύλος» από το 1952. Ορίσθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους από το 1948 και διετέλεσε Πρόεδρος το 1957. Το 1938-1941 διορίσθηκε Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Το 1950 διορίσθηκε Υπουργός Οικισμού και Ανοικοδόμησης και το 1952 Υπουργός Δημοσίων Έργων. 

Έχει συγγράψει τα συγγράμματα «Στοιχεία τεχνικής εκμετάλλευσης» (1931), «Μεταφορές και τεχνική εκμετάλλευση ως βάσεις για τη μελέτη του οδικού και σιδηροδρομικού ζητήματος» (1932), «Το σύστημα Μπεντώ» (1938), «Τεχνική εκμετάλλευση των έργων» (1942), «Θεωρητική και Εφαρμοσμένη Οικονομική» (1948). Έχει τιμηθεί με πολλά ελληνικά και γαλλικά παράσημα. 

Απεβίωσε το 1980.

Δημήτριος Γ. Μάγειρας (1912-1982): Μαθηματικός - Εύβοια

 


Ο Δημήτριος Γ. Μάγειρας (Demetrios G. Magiros· 19 Δεκεμβρίου 1912, Εύβοια, Ελλάδα – 19 Ιανουαρίου 1982, Φιλαδέλφεια, Πενσυλβάνια) ήταν Ελληνοαμερικανός μαθηματικός, ειδικευμένος στη θεωρία της ευστάθειας των δυναμικών συστημάτων.

Σπουδές και σταδιοδρομία

Ο Μάγειρας πραγματοποίησε τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών), όπου το 1940 αναγορεύθηκε διδάκτωρ καθαρών μαθηματικών. Στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο διορίστηκε λέκτορας Μηχανικής και Γεωδαισίας και στη συνέχεια προήχθη σε καθηγητή μαθηματικών. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν δημοσίευσε επιστημονικές εργασίες· το 1946 όμως δημοσίευσε τρεις μελέτες σχετικά με την καμπύλη της κατεναρίας.
Το 1949 μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί συνέχισε σπουδές εφαρμοσμένων μαθηματικών στο Brown University, στο Courant Institute of Mathematical Sciences και στο Massachusetts Institute of Technology (MIT). Αφού εργάστηκε ως ερευνητής στο IBM Thomas J. Watson Research Laboratory του Πανεπιστημίου Columbia, στην Republic Aviation Corporation και στο Courant Institute, διορίστηκε καθηγητής μαθηματικών και μηχανικής στο Hofstra University. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Hofstra υπήρξε επίσης σύμβουλος στο Τμήμα Πυραυλικών και Διαστημικών Οχημάτων της General Electric, στο Valley Forge Technology Center.
Το 1960 παραιτήθηκε από το Hofstra University για να εργασθεί αποκλειστικά ως ερευνητής στο ίδιο τμήμα της General Electric. Στη συνέχεια παρέμεινε στην εταιρεία General Electric Aerospace έως το τέλος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας.
Κατά την επιστημονική του πορεία δημοσίευσε 54 επιστημονικές εργασίες, δύο από τις οποίες στα Proceedings of the National Academy of Sciences. Το 2012 εκδόθηκε τόμος με επιλογή 43 εργασιών του, με επιμελητή τον Σπύρο Γ. Τζαφέστα. Το βιβλίο οργανώνεται σε τρία μέρη:

– μαθηματικά εφαρμοσμένα στη μηχανική μοντελοποίηση και σε κοινωνικά ζητήματα (11 εργασίες),

– μη γραμμική μηχανική (18 εργασίες),

– ανάλυση δυναμικών συστημάτων (12 εργασίες),

ενώ περιλαμβάνει και παράρτημα με δύο εργασίες δημοσιευμένες σε σοβιετικά μαθηματικά περιοδικά.

Η ενότητα της μη γραμμικής μηχανικής περιλαμβάνει οκτώ εργασίες σχετικές με την ουράνια και τροχιακή μηχανική. Στην ενότητα της ανάλυσης δυναμικών συστημάτων περιλαμβάνονται έξι εργασίες για την ανάλυση ευστάθειας, τέσσερις για φαινόμενα προχώρησης (precession) και δύο για τις σεπαράτριξ των δυναμικών συστημάτων.

Επιλεγμένες δημοσιεύσεις

Magiros, Demetrios G. (1958). «Subharmonics of any order in nonlinear systems of one degree of freedom: Application to subharmonics of order 1/3». Information and Control, 1(3), 198–227.
Magiros, Demetrios G. (1959). «On a problem of nonlinear mechanics». Information and Control, 2(3), 297–309.
Magiros, D. G. (1960). «A Method for Defining Principal Modes of Nonlinear Systems Utilizing Infinite Determinants». Proceedings of the National Academy of Sciences, 46(12), 1608–1611.
Keller, Joseph B. – Magiros, Demetrios G. (1961). «Diffraction by a semi-infinite screen with a rounded end». Communications on Pure and Applied Mathematics, 14(3), 457–471.
Magiros, Demetrios G. (1961). «Method for Defining Principal Modes of Nonlinear Systems Utilizing Infinite Determinants». Journal of Mathematical Physics, 2(6), 869–875.
Magiros, Demetrios G. (1963). «The impulsive force required to effectuate a new orbit through a given point in space». Journal of the Franklin Institute, 276(6), 475–489.
Magiros, D. G. (1965). «On Stability Definitions of Dynamical Systems». Proceedings of the National Academy of Sciences, 53(6), 1288–1294.
Magiros, D. G. (1974). «On the stability of a class of precessions». International Astronautical Federation Congress, Άμστερνταμ.
Magiros, Demetrios G. – Reehl, George (1985). «The Entry Problem». Στο: Selected Papers of Demetrios G. Magiros. Dordrecht: Springer. (Ανατύπωση εργασίας του 1966 από τα Proceedings of the Athens Academy of Sciences.)
 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Επίγονος ο Χαλκιδεύς (ελληνιστικοί χρόνοι): Αγγειογράφος, Αγγειοπλάστης - Χαλκίδα


Η αναφορά στον Επίγονο τον Χαλκιδέα ως αγγειογράφο και αγγειοπλάστη των ελληνιστικών χρόνων προέρχεται, όπως σημειώνεται, από το έργο του ιστορικού και αρχαιολόγου Επαμεινώνδα Βρανόπουλου  Ιστορία της Εύβοιας (Β΄ έκδ., 2000). Στην καταγραφή του Βρανόπουλου μνημονεύεται ένας τεχνίτης με το όνομα Επίγονος, ο οποίος χαρακτηρίζεται Χαλκιδεύς, δηλαδή καταγόμενος από τη Χαλκίδα, και δραστηριοποιήθηκε ως αγγειοπλάστης και αγγειογράφος κατά την ελληνιστική περίοδο. 

Η πληροφορία για τον Επίγονο τον Χαλκιδέα βασίζεται σε αρχαιολογική μαρτυρία που δημοσιεύθηκε ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με την καταγραφή, το όνομά του βρέθηκε χαραγμένο σε λαβή αγγείου, η οποία εντοπίστηκε το 1889 κατά τη διάνοιξη του παλαιού δρόμου που συνέδεε τη Chalcis με την Eretria. Η εύρεση αυτή ανακοινώθηκε στο αρχαιολογικό περιοδικό Αθηνά, τόμος 1 (1889), σελίδα 317.

Μεταγραφή

«Κατά τὴν διάνοιξιν τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἐκ Χαλκίδος εἰς Ἐρέτριαν εὑρέθη λαβὴ κεραμείου ἀγγείου, ἐφ’ ἧς ἦν ἐγγεγραμμένον τὸ ὄνομα:
ΕΠΙΓΟΝΟΣ ΧΑΛΚΙΔΕΥΣ.

Ἡ ἐπιγραφή φαίνεται ἀνήκουσα εἰς τεχνίτην κεραμέα, πιθανώτατα τῶν Ἑλληνιστικῶν χρόνων.»

Η μορφή αυτή είναι χαρακτηριστική των αρχαίων επιγραφών που αναγράφονται σε κεραμικά αντικείμενα και δηλώνει συνήθως τον τεχνίτη ή τον κατασκευαστή. Στην κεραμική της ελληνιστικής περιόδου ήταν συνηθισμένο να χαράσσεται το όνομα του δημιουργού επάνω σε τμήματα του αγγείου, όπως στη λαβή ή στη βάση. Με τον τρόπο αυτό ο τεχνίτης δήλωνε την καταγωγή του και συχνά το εργαστήριό του. Από αυτή την επιγραφή συμπεραίνεται ότι ο Επίγονος ήταν τεχνίτης κεραμικής από τη Χαλκίδα, πιθανότατα αγγειοπλάστης και ίσως και αγγειογράφος. Η χρονολόγηση του αγγείου, σύμφωνα με την αρχαιολογική αξιολόγηση, τοποθετείται στους ελληνιστικούς χρόνους, δηλαδή μεταξύ του 4ου και του 1ου αιώνα π.Χ. Η επιγραφή αποτελεί μέχρι σήμερα τη βασική πηγή για την ύπαρξη του τεχνίτη αυτού. Η μαρτυρία είναι σημαντική για την ιστορία της κεραμικής στην Εύβοια, διότι δείχνει ότι στη Χαλκίδα λειτουργούσαν εργαστήρια κεραμικής και ότι οι τεχνίτες τους υπέγραφαν τα έργα τους. Παρόμοιες επιγραφές είναι γνωστές και από άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, όπου τα ονόματα των κεραμέων σώζονται χαραγμένα σε αγγεία.

Συνοψίζοντας, ο Επίγονος ο Χαλκιδεύς ήταν ένας κεραμέας των ελληνιστικών χρόνων, γνωστός από επιγραφή που βρέθηκε σε λαβή αγγείου κατά τις εργασίες διάνοιξης του δρόμου Χαλκίδας–Ερέτριας το 1889 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αθηνά. Η επιγραφή αυτή αποτελεί τη βασική ιστορική τεκμηρίωση για το πρόσωπο και μαρτυρεί την παρουσία οργανωμένης κεραμικής παραγωγής στη Χαλκίδα κατά την ελληνιστική περίοδο.Στην αρχαία ελληνική ορολογία, ο όρος αγγειοπλάστης δηλώνει τον τεχνίτη που κατασκευάζει το αγγείο στον τροχό, ενώ ο αγγειογράφος είναι εκείνος που διακοσμεί το αγγείο με ζωγραφική παράσταση. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα από την ελληνιστική εποχή και μετά, οι δύο ιδιότητες μπορούσαν να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, καθώς ο τεχνίτης αναλάμβανε τόσο την κατασκευή όσο και τη διακόσμηση του αγγείου.

Η ελληνιστική περίοδος (4ος–1ος αιώνας π.Χ.) χαρακτηρίζεται από μεγάλη διάδοση της κεραμικής τέχνης σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Τα εργαστήρια κεραμικής λειτουργούσαν όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις, ενώ τεχνίτες μετακινούνταν συχνά από τόπο σε τόπο αναζητώντας εργασία ή αγορές για τα προϊόντα τους. Σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι παράδοξη η ύπαρξη ενός τεχνίτη από τη Χαλκίδα που αναφέρεται σε πηγές της εποχής.