Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Γιώργος Καρανικόλας (1918–1996): Δημοσιογράφος, Συγγραφέας, Αγωνιστής Εθνικής Αντίστασης – Μαρμάρι Ευβοίας



Γιώργος Καρανικόλας: Απώλεια για τα Γράμματα
Πέθανε και κηδεύτηκε χτες ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και κομμουνιστής συγγραφέας, Γιώργος Καρανικόλας

Πρωί του Μ. Σαββάτου, σε κλινική όπου νοσηλευόταν το τελευταίο δεκαπενθήμερο, υπέκυψε από την επάρατη νόσο, σε ηλικία 78 ετών, ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, κομμουνιστής, δημοσιογράφος και συγγραφέας, Γιώργος Καρανικόλας.Η κηδεία του έγινε χτες (3μμ) από το Νεκροταφείο Αργυρούπολης, από όπου τον αποχαιρέτησαν οι οικείοι, οι σύντροφοι και συνάδελφοί του. Τη θλίψη του για το θάνατο του Γ. Καρανικόλα εξέφρασε το Πολιτιστικό Τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ.

"Αισθάνομαι περήφανος που υπηρέτησα τα ιδανικά της Αντίστασης μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και πεθαίνω μέλος του ΚΚΕ",έλεγε ο Γιώργος Καρανικόλας - γνωρίζοντας ότι δε θα νικούσε τον καρκίνο - τον περασμένο Σεπτέμβρη, στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε.

Ο Γ. Καρανικόλας γεννήθηκε στο Μαρμάρι της Εύβοιας. Σε ηλικία 5 χρόνων μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Γαλάτσι, από όπου έφυγε στις 30 Νοέμβρη του 1943, κυνηγημένος από τους Γερμανοτσολιάδες, μετά το περίφημο μπλόκο του Γαλατσίου, και κατέφυγε στα ελεύθερα βουνά της ιδιαίτερης πατρίδας του. Μέχρι το τέλος της Κατοχής ήταν υπεύθυνος Τύπου και Διαφώτισης του ΕΑΜ Εύβοιας, γνωστός με το ψευδώνυμο "Δημοσθένης".Μετά την απελευθέρωση, 3/3/45, συνελήφθη στην Αρτάκη και βασανίστηκε από ταγματασφαλίτες. Καταδικασμένος σε πολυετή κάθειρξη για την αγωνιστική του δράση μέχρι το 1952, πέρασε από φυλακές, τον Αη - Στράτη, τα Γιούρα και το Αργοστόλι.Εκτός από την αντιστασιακή του δράση, ανέπτυξε και συνδικαλιστική ως υπάλληλος του ΤΣΑΥ αρχικά και στη συνέχεια ωςμέλος της Κεντρικής Πανυπαλληλικής Επιτροπής της Ανωτάτης Συνομοσπονδίας Καταναλωτικών Συνεταιρισμών και ως εκπρόσωπος των υπαλλήλων ΝΠΔΔ.

Παρότι σπούδασε νομικά, από νεαρή ηλικία τον κέρδισε η λογοτεχνία, η ιστοριογραφία και η δημοσιογραφία. Εργάστηκε και συνεργάστηκε με αρκετές αθηναϊκές και επαρχιακές εφημερίδες, μεταξύ των οποίων και ο "Ριζοσπάστης",σε λογοτεχνικά περιοδικά και στον περιοδικό Τύπο. Για χρόνια ήταν διευθυντής στην Τοπική Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής, από όπου τον απέλυσε η απριλιανή χούντα.

Από το 1983 ήταν μέλος της διοίκησης της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας διατέλεσε και πρόεδρος (1991 - 1992). Για την πνευματική και κοινωνική του προσφορά τιμήθηκε με διακρίσεις σε Ελλάδα, ΕΣΣΔ, ΛΔ Βουλγαρίας, Λιβύη, Σουηδία και Ιταλία. Να σημειώσουμε ότι μαζί με τη συντρόφισσα της ζωής του Ελένη Στεφανίδου υπήρξε ο θεμελιωτής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αλίμου.

Εγραψε και κυκλοφόρησε τα παρακάτω βιβλία: "Ο Εκπαιδευτικός Ομιλος και η μεγάλη του συμβολή στη νεοελληνική Αναγέννηση" (1959), "Κιλελέρ" (1960), "Νόθες εκλογές στην Ελλάδα 1843 - 1961" (1963), "Καλαμάκι" (1966), "Στις φλόγες του Εικοσιένα" (1971), "Ρασοφόροι, συμφορά του έθνους" (1976), "Η συντριβή της συμμαχίας του Ευρωκομμουνισμού" (1977), "Το άγνωστο πρώτο βιβλίο του Θέμου Κορνάρου" (1978), "Ανορθόδοξοι έρωτες ορθόδοξων κληρικών" (1979), "Γιώργος Σιδέρης, ο ποιητής της Αντίστασης και του χρέους" (1980), "Σκιαγραφήσεις" (1983), "Το ΟΧΙ του γίγαντα λαού" (1985), "Τότε, τα χρόνια της χούντας" (1994), "Ιστορία και Επικαιρότητα"(1995).

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΤΑΚΙΑΝΩΝ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ

 Ευβοϊκός Λόγος Τεύχος 1 Μάρτης 1958

Στην Εύβοια, λίγα χιλιόμετρα ξω π τ Χαλκίδα, εναι κτισμένη μια μεγάλη κωμόπολις ᾿Αρτάκη. Ο κάτοικοί της χουν δική τους διάλεκτο, που παρουσιάζει ιδιαίτερο νδιαφέρον κα χαρακτηριστικό γνώρισμα χει τι εναι ξωευβοϊκή. Ο ᾿Αρτακιανοί εναι πρόσφυγες, πο γκατεστάθησαν κε μετ τ Μικρασιατική καταστροφή. Έχουν δική τους πλούσια ιστορία. Δικά τους ήθη κα θιμα. Δική τους γλσσα. Γι τν ᾿Αρτακιανή γλσσα κα γι σους σχολονται με γλωσσικά προβλήματα ύπάρχει μι ετυχής σύμπτωσις.
Ο γλωσσολόγος Μενέλαος Φιλήντας εναι ᾿Αρτακιανός. τσι μελέτησε τν γλσσαν ατν σο κανένας.
Στν ᾿Αρτάκη τ ποκοριστικό -ακι (γοράκι, ριζάκι) γίνεται -ερι κα -ελι.
Δίχτυ-διχτέρι, κουνιάδος-κουνιαδέρι, γόρι-γορέλι, ρίζι-ριζέλι.
Πότε όμως χρησιμοποιομαι τ -ερι κα πότε τ -ελι;
Στο ρώτημα ατ δίνει τν πάντηση διος Φιλήντας μ τ ργο του που κυκλοφόρησε στα 1924 «Γλωσογνωσία κα Γλωσσογραφία Ελληνική» Γράφει, Γράφει, λοιπόν, Φιλήντας :
«...Είχα βγάλει στο μάτι μου κριθαράκι, (τν οτως Ελληνιστί λεγομένην : ποσθιάν), κι' μάνα μου εχε ν κάνει μ τ ματέρι μου κα μ τ ματέρι μου. ξαφνα με στέλνει ν' γοράσω ζάχαρι π τ Μαβροματέλι (τσι λέγανε τ γειτονικό μας μπακάλη: τ Μαβροματέλι)
«Μπά, επα μέσα μου, πς τ σκέτο τ μάτι εναι ματέρι κα τ μάβρο τ μάτι εναι μαβροματέλι»; Κι' βαλα σ βάσανο τ φταχρονίτικο, ποθέτω, το μυαλούδι μου, κα πρα παραδείγματα κι' π᾿ τις δυ κατηγορίες κα τ παρατήρησα κα βρα πώς «"Αμα εχε μέσα -ρ (δηλαδη στο θέμα που λέμε σήμερα) το λέγαμε ελι: κοριτσέλι, παραθυρέλι, χαρτέλι, πορτοκαλέλι, γλαστρέλι κ.τ.λ. κι' μα δν εχε μέσα -ρ τ λέγαμε ερι, σπιτέρι, πουλέρι, κουτέρι, κολοκυθέρι λλ νεροκоλοκυθ-έλι κτλ.». τσι έλυσε ριστικ τ πρόβλημα ατ Φιλήντας.

Κα στ χρήση το ρθρου ό, , ο ᾿Αρτακιανοί παρουσιάζουν Ιδιωματισμό. Ας δομε κα δ πς ξηγε τ φαινόμενο Φι λήντας.
«... π μάνα παπούλης μου, Νικολς Σταθάκης που πέθανε σια μ 120 χρον, ταν παιδι τν κοροϊδεύαμε, γιατί έλεγε πάντα: ἐ- Μενέλαος, μς παντοσε μ χαμόγελο: Έτσι κα γ κορόϊδεβα τη γιαγιά μου πο λεγε: ἐ- Μαρία...
Ατς λεγε πάντα κανονικά ι Μαρία κτλ. στόσο ο νέες γενιές στην πατρίδα μου τ γνοονε τ ε κα γι τ᾿ ρσενικό πιά, τουλάχιστον δν τ μεταχειρίζονται, λένε δηλ. ι Γιώργης κανονικά.
Δν επανε βλέπετε Γιώργης, γι τοτο λέω λίγο πρίν, γι τ : ι Μαρία πς δν τ δεχτήκανε, πειδς τσι () τ λέγανε ο καιλοί-καλοί, μ τ᾿ κούσανε π᾿ τος βόρειους κα τος ρεσε κα παρατήσανε τ -ε, πως ργότερα κα στ' ρσενικό.
Σήμερα στην κατακαημένη την ᾿Αρτάκη μας, που τη συμπήξαμε πως - όπως περιμαζέβοντας τ' άπομεινάρια της στη Βατόντα τς Εύβοιας-ο μήλικοι τν γονιών μου λένε κόμη κανονικά κα άσφαλτα: Γιώργης κτλ. Οι δικοί μου ο μήλικοι λένε διάφορα πότε τν να (ε) κα πότε τὸν ἄλλο (Ι) τύπο. Οι νέοι λένε μόνο (Ι)...».

Ἔτσι ὁ Φιλήντας ἐξηγεῖ τοὺς ἰδιωματισμούς τῶν ἄρθρων στην γλῶσσα τῶν συμπατριωτῶν του ᾿Αρτακιανῶν. Ὅταν μιλοῦν οἱ ᾿Αρτακιανοί χρησιμοποιούν πολλές Τούρκικες λέξεις. Αὐτὸ εἶναι φυσικό ἂν σκεφθοῦμε ὅτι χιλιάδες χρόνια ζῆσαν μαζὶ μὲ τοὺς Τούρκους.
᾿Ακόμη καὶ στις ντοπιολαλιές τῆς Ηπειρωτικῆς Ἑλλάδος βρίσκουμε Τούρκικες λέξεις, ποὺ πολλὲς ἀπ᾿ αὐτὲς ὁριστικά πολιτογραφήθησαν στη Δημοτική μας γλώσσα. Παρατηροῦμε, ἐπὶ πλέον, ἕνα ἰδιαίτερο τονισμό τοῦ γράμματος -λ, ποὺ κι᾿ αὐτὸ εἶναι ἐπακόλουθο τοῦ ὅτι στὴν Τουρκικὴ γλῶσσα το πιὸ εὐνοούμενο καὶ κυριαρχικό γράμμα εἶναι τὸ -λ.
Μὰ ἄλλο εἶναι νὰ τὰ διαβάζει κανείς κι' ἄλλο νὰ τ᾿ ἀκοῦς νὰ τὰ μιλάει
Τὸν ᾿Αρτακιανὸ τὸν ξεχωρίζεις μὲ τὸ πρῶτο. Ἐδῶ ἔχει ἀπόλυτη θέση ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Μεγάλος Ψυχάρης: «Σὰν μελετά κανεὶς τὴν ἀνθρώπινη λαλιὰ εἴτε στὸ παρελθό εἴτε στὸ παρό, δὲν πρέπει ποτέ του νὰ βλέπει το γράψιμο, το ψηφί, παρὰ τὸν ἦχο τὸ ζωντανό, ποὺ τὸ ψηφὶ μᾶς τὸν παρασταίνει...».
Βέβαια δὲν τελειώνουμε μὲ τὰ Γλωσσικά τῶν ᾿Αρτακιανῶν σ' ἕνα τόσο μικρό σημείωμα. "Αλλη φορὰ θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ ἰδιόρρυθμες λέξεις καὶ φράσεις τῆς ᾿Αρτακιανῆς διαλέκτου.

Συνέχεια:  Ευβοϊκός Λόγος Τεύχος 3 Μάης 1958

Έζησα μὲ τοὺς ᾿Αρτακιανούς τοῦ νησιού μας πολύ καιρὸ καὶ μάλιστα σὲ όμορφη κι' ἀξέχαστη εποχή. Γνώρισα καὶ κουβέντιασα πάρα πολύ μ' ᾿Αρτακιανούς γρι-γριτζήδες, με γέρους, μὲ χωρικούς καὶ μὲ στοργικές γυναικούλες. Θυμᾶμαι πάντα μὲ αἴσθημα εὐγνωμοσύνης τὴν ᾿Αμια ᾿Αντρώ (Θεία ᾿Ανδρομάχη), τὰ Μαυροματέλια (ἀδελφούς Μαυρομάτη) κι' όλους ἐκείνους ποὺ μὲ φιλοξένησαν. Μ' ἄρεσε πολύ νὰ μοῦ μιλοῦν τ' ᾿Αρτακιανὰ καὶ νὰ τοὺς ρωτῶ καὶ νὰ τοὺς ξαναρωτώ, γιὰ τὶς λέξεις που χρησιμοποιούσαν. Ὅπως μούχαν πάρει τη ψυχή μὲ τὴν καλωσυνάτη φιλοξενία τους, ἔτσι μὲ συγκίνησαν καὶ μὲ τὴ γλώσσα τους. Μιὰ γλῶσσα όμορφη, πλούσια καὶ πολύ Ελληνική. Κι' αν μελέτησα τὴ γλῶσσα τους, όσο μποροῦσα, καὶ γράφω γι' αὐτὴν εἶναι ἀπὸ μιὰ ἀνάγκη ποὺ αἰσθάνομαι νὰ ἀγαπήση κι' ὁ ἀναγνώστης τὸν ᾿Αρτακιανό, σὰν ἄνθρωπο, καὶ τὴ γλῶσσα του, όπως τοὺς ἀγάπησα καὶ ἐγώ, γιατί
τοὺς ἀξίζει μὲ τὸ πάραπάνω, ᾿Απὸ ἀπόρριψη τοῦ ἀρχικοῦ ἄτονου -α, ὅπου εἶναι δυνατόν, ἔχουμε τοὺς πά ρακάτω ᾿Αρτακιανούς τύπους καὶ τὰ παράγωγά τους.
Γάλια, γαναχτῶ, γαπώ, γελάδα, γιάζω, γκελώνω, γοράζω, γρυπνώ, κλουθώ, (κ) κουμπίζω, κόμα, κονίζω, κούω, κριβός, λετροπόδι, μούρδα (ά μούργα), μποδένω, μύγδαλο, νεβάζω, νεβαίνω, νεκατώνω, νεσαίνω, νεσκουμπώνω, νεσέρνω, νεφέρνω, ντιστόλι, πετονιά, πογιομίζω, ποδείχνω, ποδέλοιπος, ποδιαλόϊ, ποκάμνω, ποκοιμοῦμαι, ποκόφτω, πολείπω, π(ι)λογιοῦμαι, πολογιάζω, πομνήσκω, πορίχνω, ποσκεπάζω, ποσπερί, ποσπόρι, ποστήνω, πουστομώνω, ποστραγγίζω, ποταβρίζομαι, ποφάγι, ποφασίζω, ποφόρι, ραχνιά, σβολώνω, σερνικός, σημόπετρα, σκομα χώ, στράφτω, τιμάζω, φέντης, φτί, χνίζω, ψιθιά κλπ. κλπ. κλπ. Η Αρτακιανή διάλεκτος διατηρεί μερικές λέξεις ποὺ εἶναι ξεχωριστῆς ἀξίας, λείψανα ἀπὸ τὴ γλῶσσα που μιλοῦσαν οἱ ᾿Αρχαίοι Έλληνες στη Μικρά ᾿Ασία. Καὶ ἔχει ἀναμφισβήτητη σημασία τοῦτο τὸ πρᾶγμα, γιατί, μ' ὅσα πέρασε καὶ περνᾶ ἡ γλῶσσα μας, κρατάει ὁ λαός μας αὐτὸν τὸν θησαυρό.
Λεχρίτης. Λένε οι ᾿Αρτακιανοί. Ετσι ὀνομάζεται τὸ στραβὸ τὸ φίδι, ὁ τυφλίτης, ποὺ λέμε κοινά, ὁ Τύφλωψ τοῦ Νικάνδρου (Θωριακά 492), καὶ κατόπι καὶ κάθε ἄνθρωπο που κοιτάζει λοξὰ ἢ στραβά. ᾿Απὸ τοῦτο θυμάται κανείς ἀμέσως τοῦ Σοφοκλῆ τὰ: λέχρια στραβά. ᾿Αντιγόνη 1344 : «Πάντα γὰρ λέχρια τὰν χεροῖν τὰ τ᾿ ἐπὶ κρατί μοι».
Νακεριὰ καὶ λανάτη. Ἔτσι λέγανε τὴ προβιὰ οἱ γέροι που βάζανε ἀπὸ κάτω τους καὶ καθόντανε τὸ χειμῶνα.
Τὸ πρῶτο εἶναι τὸ νάκος σὺν τοῖς ἐρίοις αὐτοῦ, δηλαδή σύνθετον: νάκος + έριον) νακεριά : λέξη μὲ ἀρχαία σύνθεση, μὲ ἀρχαία ἐπίσης τὰ δυό της συνθετικά, μόνο ποὺ δὲν τὴν βρίσκουμαι στὰ ἀρχαΐα λεξικά. Τὸ δέφτερα εἶναι ἀπ᾿ τὸ λατινικό : LANATUM=λανάτι-λανάτη. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ γένους κατὰ τὸ προβιά.
Ας συγκρίνουμε τώρα : LANATIUS PECTEN λανάρι, LAETUCA AMARULA =μαρούλι, VIA STRATA=στράτα, LA-TERCULUS BESALIS=βήσαλο κλπ. κλπ.
Βιδιά. Λένε τὴν Εὐδία, λέξη ἐπική, που ωστόσο τη βρίσκουμε καὶ στὸ Εὐαγγέλιο Ματθ. 15' 2. ᾿Αλλοῦ τὴν βρίσκουμε ἔβιὰ μὲ τὸν ξεπεσμὸ τοῦ -δ ἀνάμεσα σε δύο σύμφωνα. π. χ. Γαβδιώτης Γαβιώτης.
Βάτος. Λέγεται ένα είδος σαλάχι, λέξη αρχαιοτάτη. Επίσης ἄλλο ψάρι λέγεται ζύγαινα ᾿Ακόμη λιπαρίτης τὸ σκουμπρί ποὺ δὲν ἔγινε ἀκόμη τσῖρος (κηρίς). Τριγλὶ λένε τὸ μπαρμπούνι ἡ ἀρχαία Τρίγλη καὶ ρίνα τὴν ἀρχαία Ρίνη.
Γάρος τὰ συράρμυρα σώθια τῶν κοιλιών,
Λίσμπα λένε τὴν γλίστρα, ἀττικά λίσπος-λεῖος.
Θαλάμι ὁ θάλαμος, δηλαδή ή φωλιὰ τῶν ἐναλίων: ἀστακοῦ, ἀχταπο διοῦ κλπ.
Θέπιο τὸ ἐρείπιο.
Θερμολοίμικοπὁ τύφος: Θέρμη έκ λοιμικής νόσου,
Κνήθω ξύνω. ᾿Αγιώνει-Ιώνει, γεμίζει ἰὸν τὸ χάλκωμα.
Καταμούκαρο βαθύ σκοτάδι: και ταμόρυχον – καταμούχαρο – καταμούκαρο. 
Πιχύζουμαι = συγχύζουμαι =επιχένομαι,
᾿Αλετροπόδα=ὁ ἀστερισμός τῆς μεγάλης ἄρκτου, ἀπὸ τὸ σχῆμα τῆς οὐρᾶς,
Παραγουδώ – καταδίνω, προδίνω, παραγουδιάρης – καταδότης: παρά τ ὁδός.
"Αρραχα άρρυγχα, άνευ ρόγχου, Παρακέλευσμα τοῦ ἀρχιαλιέα στοὺς κωπηλάτες, γιὰ νὰ λάμνουν ἀθόρυβα.
Γαστέρας (0)=ὁ σάκκος τοῦ γρίπου,
Τήγουμαι τήκομαι ἠθικά, τὸ κ) γ ἀπ' τὸ καίγουμαι. Υπάρχει καὶ ἡ Αρτακιανή φράση: «Καίγουμαι καὶ τὴ γουμαι ἀπὸ τὸν καημό μου».
Είναι κι' άλλες πολλὲς οἱ λέξεις τῆς ᾿Αρχαίας που χρησιμοποιοῦν οἱ ᾿Αρτακιανοί. Θὰ θέλαμε όμως πολύ χώρο για νὰ τῆς ἀραδιάσουμε.
Στὰ καφενεία τῆς ᾿Αρτάκης, όπου συχνάζουν οἱ γεροντότεροι καὶ σὲ σπιτίσιες συντροφιές, ἀκούσαμε καὶ τοῦτες τὶς λέξεις :
Μουστώνω μεστώνω.
Κουτσουνάδα= μήκων ἡ ροδάς (ή κοκκινάδα).
Μαντραγούρα=Μανδραγόρας.
Νέστουρας ἀντὶ Νέστορας.
Μουντέρι ἀντὶ μιντέρι.
Πατουμιὰ ἀντὶ πατημιά.
Λισσὸς ἀντὶ κισσός (διότι (ελλίσσεται).
"Αγκωνας ἀντὶ ἄμβωνας. Ολιόκαλος ἀντὶ ὁλόκαλος.
Εφτάκινο κλίμα που καρποφορεί 7 φορές.
Δοντάγρια ἀντὶ δοντάγρα.
Μυδγαληνὴ ἀντὶ Μαγδαληνή. 
Δαγκάμη – τὸ ἁλιευτικὸν ὄργανο γαγγάμη.
Ξηρογυάλι ἀντὶ καθρέφτης.
Τσεσμές = βρύση,
Λεχούσια = ἀστακός χωρίς χαρχάλια.
Ἡ κρίνα = ή παπαρούνα,
Πλεματ(ι)κὸς ἀντὶ πνευματικός.
Μπορά γυρέψω ἀντὶ μπορεῖ νὰ
γυρέψω.
Τσιτσιλιά = κουτσουλιά.
Γνεφός = νηφός.
Γνετός= νωπός
Πέλεμος ἀντὶ πόλεμος.
Ζουρκουλιάζω ζαρώνω καὶ στραγκουλιάζω.
Πρόγουδος ἀντὶ πρόοδος.
Φλυκώνω ἀντὶ θηλυκώνω.
Μια μέρα που καθόμουν σ' ένα και φενείο, μὲ πλησίασε κάποιος. Ο καφετζῆς ἔτρεξε ἀμέσως καὶ τὸν ἔδιωξε. Γιατί τὸν διώχνεις τοῦ εἶπα. «Μὰ δὲν τὸν βλέπετε, έχει ἔμπλεμα 1».
λ. Έμπλεμα! Έτσι λένε στὴν ᾿Αρτάκη κάθε νόσημα ποὺ ἀποδίνεται στην ἐπέμβαση τῶν πονηρών πνευμάτων. π.χ. την παραφροσύνη, τὴν ἐπιληψία καὶ τὰ τέτοια. Αὐτὸς ἔχει ἔμπλεμα πάσχει από κάποιαν ἱερὴ νόσο, μὰ καὶ ἀπὸ τὸν τύφο τοῦ ἀπόμεινε ἔμπλεμα ελαφρά σύγχυση φρενών. 
Κισιρλιὰ καὶ καὶσιὰ καὶ κανισιές λένε οι Αρτακιανοὶ τὰ γλυκοπήρουνα βερύκοκα.
Μια λέξη που την συνηθίζουν περισσότερα οἱ γέροι καὶ οἱ γριές εἶναι : τὸν καλόνανα – τὴν καλήνανα ἀντὶ τὸν καλὸ – τὴν καλή.
Ζουφιός-ζουφός = ἀδύνατος, άρρωστιάρης, καχεκτικός, κούφιος ἄνθρωπος, Πολλές φορές χρησιμοποιοῦν τὸ πε ἀντὶ τοῦ με, π.χ. τρώγε πὲ τὸ χουλιάρι ἀντὶ μὲ τὸ χουλιάρι.
Επίσης στην Αρτάκη χρησιμοποιοὖν καὶ τοὺς τύπους Σμαράϊδου, ἀμυϊδαλα, ὁ ἰδυμνὸς (ὁ γυμνός), Σμαραϊδή, ὁ στόμας, χάχαδες ἀντὶ χάχηδες, Δούκαδες ἀντὶ Δούκηδες, Κώσταδες ἀντὶ Κώστηδες καὶ βασιλές-έδες ἀντί βασιλιάς-άδες.
Μιὰ λέξη ποὺ μᾶς ἔκανε εντύπωση ἦταν τὸ ρῆμα βαγιουλίζω=περιποιούμαι, κανακέβω, χαϊδεύω, περιθάλπω, βαυκαλίζω, υπηρετώ. Έχουμε καὶ τὸ παράγωγό, το βαγιούλι ή βαγιόλι, που σημαίνει πετσέτα.
Στο χώρο που διαθέτουμε δὲν μποροῦμε, σε καμμιά περίπτωση, να μεταφέρουμε όλο το ᾿Αρτακιανό λεξιλόγιο. Έτσι, ἀναγκαστικά θα περιοριστούμε σ' αὐτὰ ἀφοῦ μιλήσουμε καὶ γιὰ τὸ γιαπλούδι. Έτσι λέγεται ὁ διάπλους (ὁ μικρός πορθμός). Κι' ἐπειδὴ ἡ παλιά Αρτάκη εἶχε τέτοιον μετὰ τὴν Μικρασιατική καταστροφή ἀπόμεινε κι' ή φράση, ποὺ τὴν ἀκοῦς νὰ τὴν λένε ἀνα στενάζοντας οἱ ἐπιζήσαντες γέροι ᾿Αρτακιανοί: «Τώρα πια... πάει κι' ἡ ᾿Αρτάκη...πάει καὶ τὸ γιαπλούδι...». Τελειώνοντας ας ξαναθυμηθοῦμε τὰ σοφά λόγια τοῦ Φιλήντα.
«... Πρέπει να ξέρετε πὼς τὰ ἔργαστήρια τῆς γλωσσοπλασιᾶς εἶναι οἱ ντοπιολαλιές, ὅπου ὁ γλωσσοπλάστης λαὸς ήσυχος κι' ἀνεπηρέαστος ἀπό κάθε σχολαστική συνεργεία τῶν λογιστά των επεξεργάζεται καὶ καταστήνει ἀθάννατη τὴν ἱερὴ παρακαταθήκη που λέγεται Ελληνική γλώσσα. Πρέπει λοιπόν ν' ἀγαπᾶτε τις ντοπιολαλιές καὶ νὰ μὴν τὶς καταφρονᾶτε ἐπ' ὀνόματι τῆς Ἑλλην νικῆς, ἡ ὁποία μόνου ἐκεῖ ζωογονιέται.














Δεν υπάρχουν σχόλια: