Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Θεοφύλακτος ο Βουλγαρίας, Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος ο Χαλκιδεύς (1055-1126): Ιερέας, Συγγραφέας - Χαλκίδα

Θεοφύλακτος ο Βουλγαρίας, Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος ο Χαλκιδεύς (1055-1126): Ιερέας, Συγγραφέας - Χαλκίδα
Θεοφύλακτος ο Βουλγαρίας,
Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος ο Χαλκιδεύς
(1055-1126)
Ιερέας, Συγγραφέας - Χαλκίδα


Θεοφύλακτος ο Βουλγαρίας, Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος ο Χαλκιδεύς (1055-1126): Ιερέας, Συγγραφέας - Χαλκίδα


Ο Θεοφύλακτος καταγόταν από την Εύβοια και το επίθετο του μας είναι γνωστό (Ήφαιστος). Ο ίδιος μας πληροφορεί ότι ωφελήθηκε πάρα πολύ από τις συναναστροφές στην Κωνσταντινούπολη και τις γνώσεις του δασκάλου "του υπάτου των Φιλοσόφων" Μιχαήλ Ψελλού, στην οποία διέπρεψε ως «μαΐστωρ των ρητόρων» (καθηγητής δηλ. της αρχαίας ελληνικής γραμματείας) και αργότερα ως διδάσκαλος του Ευαγγελίου (ερμηνευτής δηλ. της Καινής Διαθήκης) και καθηγητής της Θεολογίας, ένα αξίωμα και λειτούργημα ταυτόχρονα που του το επέτρεπε να το ασκεί η συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το οποίο άσκησε έως περίπου το 1089, όταν εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Αχρίδος. Στην αρχιεπισκοπή παρέμενε ως το τέλος της ζωής του που σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες τοποθετείται μετά το έτος 1126.
Λόγιος με στερεή μόρφωση ο Θεοφύλακτος έδρασε στην Αχρίδα ως ανεξάρτητος πνευματικός ηγέτης της αυτοκέφαλης αρχιεπισκοπής Αχρίδος στην οποία ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος παραχώρησε το 1019 ιδιαίτερα προνόμια. Η αρχιεπισκοπή Αχριδών έμελλε να διαδραματίσει ρόλο στην πνευματική ζωή των Βουλγάρων έως την εποχή (1186) που αυτοί απέκτησαν αυτόνομη εκκλησία, το Πατριαρχείο Τυρνόβου.
Η αρχιεπισκοπή της Πρώτης Ιουστινιανής, όπως ήταν γνωστή η εκκλησιαστική αρχή της Αχρίδας ως την εποχή της κατάληψης της από τους Βουλγάρους παρέμεινε και αυτή αυτοκέφαλος, όπως και η αρχιεπισκοπή Κύπρου, κι όταν απεσπάσθη «της χειρός των Βουλγάρων» από τον Βασίλειο Β΄ δεν θεωρήθηκε σκόπιμο να της αφαιρεθούν τα αρχαία προνόμια, απεναντίας να επεκταθεί η δικαιοδοσία της στις περιοχές της Βουλγαρίας και τοιουτοτρόπως να προστεθεί στον τίτλο του Αρχιεπισκόπου ο προσδιορισμός «πάσης Βουλγαρίας». Το γεγονός ότι η εκλογή του αρχιεπισκόπου Αχρίδος και πάσης Βουλγαρίας γινόταν στην Κωνσταντινούπολη με σύμφωνη γνώμη του αυτοκράτορα και της Συνόδου του Πατριαρχείου δεν αντέβαινε στο αυτοκέφαλον της αρχιεπισκοπής, το οποίο διατήρησε μέχρι το έτος 1767 όταν υπηχση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο Θεοφύλακτος Αχρίδος (ή Βουλγαρίας) έγραψε ποικίλα έργα: α) ερμηνευτικά, από τα οποία το πλέον προβεβλημένο είναι η ερμηνεία στους τέσσερις Ευαγγελιστές, β) αντιρρητικές πραγματείες, γ) ποιήματα, δ) ομιλίες και ε) επιστολές που απασχόλησαν ιδιαίτερα τη σύγχρονη έρευνα. Από τα νουθετικά του έργα ξεχωρίζει η "Βασιλική παιδεία", κείμενο που γράφτηκε ως διδαχή για τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα, με τον οποίο ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός αρραβώνιασε την κόρη του Άννα Κομνηνή. Από τα αγιολογικά του κείμενα ξεχωρίζουν ο "Βίος του Αγίου Κλήμεντος" και το "Μαρτύριον των αγίων ιε΄ μαρτύρων της Τιβεριουπόλεως".

Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία Πυρσού (1926)

- Θεοφύλακτος Βουλγαρίας. Εν Ευβοία γεννηθεῖς περὶ τὰ μέσα τοῦ ΙΑ΄ αἰῶνος, μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐκεῖ μετ' ἀκραιφνοῦς ζήλου εἰς τὴν θεολογίαν ἐπιδοθείς κατέστη εἷς τῶν σπουδαιοτάτων θεολόγων τῶν βυζαντιακών χρόνων. Έχων διδάσκαλον τὸν πολυμαθέστατον Ψελλόν, διατήρησε φιλικωτάτην επικοινωνίαν πρὸς αὐτόν. Ὑπηρέτει δ' ὡς διάκονος τῆς ᾿Αγίας Σοφίας καὶ εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ ρήτορος τῆς Μ. Εκκλησίας, ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ Μιχαήλ. Ζ΄ ὁ Λούκας (1071-1078) ανέθηκεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ υἱοῦ του Κωνσταντίνου. Περὶ τὸ 1075 προαχθεῖς εἰς μητροπολίτην Βουλγαρίας μετέβη μὲν εἰς τὴν μητρόπολιν του, ἀλλ᾿ ἡ ἀπαιδευσία και ἀγροικία τοῦ ποιμνίου του διηνεκῶς ἐστενοχώρει αὐτὸν καὶ πρὸς πολλούς φίλους ἐν ἐπιστολαῖς πα ραπονείται ἐπὶ τούτης ποθῶν τὴν εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐπάνοδον. Τοῦτο ὅμως, ὡς φαίνεται, δὲν κατώρθωσε, διότι ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχε πολλοὺς ἐχθρούς, οἵτινες καὶ κατήγγειλάν πότε αυτὸν ἐπὶ χρηματισμῷ, οὕτω δὲ παρέμεινε μέχρι τέλους τοῦ βίου ἐν τῇ Βουλγαρία, ἀποθανών τῷ 1107 ἡ ὀλίγες βραδύτερον. Ο Θεοφύλακτος εἰς πάντας σχεδόν τους κλάδους τῆς θεολογίας ἀσχοληθείς διέπρεψε μάλιστα εἰς τὴν ἑρμηνευτικήν. Ἠρμήνευσεν ἱκανὰ μὲν βιβλία τῆς Παλαιᾶς, σχεδὸν δὲ πάντα τὰ τῆς Καινής Διαθήκης. Ἐν τῇ ἑρμηνευτική δ᾽ αὐτοῦ ἐργασία καὶ πάντας μὲν τους προγενεστέρους ερμηνευτής εἶχεν ὑπ' όψιν, προ πάντων δὲ τὸν Χρυσόστομο, οϋ κατήρτισε τὰ ἐξηγητικά ὑπομνήματα εἰς τὸς Γραφάς. Σαφήνεια, κυριολεξία, καθαρότης λόγου διακρίνουσι τὰ ὑπομνήματα αὐτοῦ, μόνον δὲ οἱ συχναὶ αὐτοῦ παρεκβάσεις, ἰδίᾳ ὁσάκις πρόκειται περί αἴρετικῶν (μανιχαίων, αρειανών, νεστοριανών) ή περί ᾿Αρμενίων καὶ Λατίνων, καθ' ὧν δριμύτατα καταφέρεται, κουράζουν τὸν ἀναγνώστην ενίοτε.

Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν ὑπομνημάτων τούτων έγραψε κατ' ἀπαίτησιν τῆς αὐτοκρατείρας Μαρίας, ήτις ἐζήτησε παρ' αύτου ἐπίτομον καὶ εὐληπτον εξήγησιν τῆς ᾿Αγίας Γραφῆς. Εἰς τὴν ρητορικήν ἀνήκουσι δύο έργα τοῦ Θεοφυλάκτου: «Παιδεία βασι λικής πρὸς τὸν πορφυρογέννητον Κωνσταντίνου καὶ «Λόγος πανηγυρικός πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Αλέξιον Κομνηνόν». Ἐκ τῆς μεγάλης δὲ συλλογῆς τῶν ὁμιλιῶν γνωσταὶ μέχρι τοῦδε εἶναι ἡ εἰς τὴνΎψωσιν τοῦ Σταυροῦ, ἡ εἰς τὰ εἰσόδια τῆς Θεο τόκου, ἡ εἰς τοὺς 15 μάρτυρας τοὺς ἐν Τιβεριου πόλει (Στρουμνίτση) ἐπὶ Ἰουλιανού μαρτηρήσαντας καὶ ἔνδεκα εἰς τὴν ἀνάστασιν του Σωτήρος. Εἰς τὸν ἀντιρρητικών κλάδων, πλὴν τῶν ἐν τῇ ἐρμηνεία τοῦ Εὐαγγελίου κατά τῶν λατινικών και νοταρίων παρέργως γραφέντων, καὶ ἴδιον συνέταξε πόνημα περὶ τῆς ἐκπορεύσεις τοῦ ἁγίου Πνεύματος και περί αζύμων τὸ ὁποῖον έπεμψε πρός τινα Διάκονον, Νικόλαον Καστρίνσιον κελούμενου. Διαπρέπει δὲ τὸ ἀντιρρητικών τοῦτο ἔργον τοῦ Θεοφυλάκτου ἐπὶ διαλλακτική πνεύματι, οὐχὶ συννήθει εἰς τοὺς ἄλλους αντιρρητικούς συγγραφεῖς μας. Ἡ δὲ δευτέρα κατά Ίουδαίων πραγματεία του εἶναι εἰσέτι ανέκδοτος. Καὶ εἰς τὴν ποίησιν δ' ἀσχοληθείς έγραψε δύο Ιαμβικά ποιήματα δι Θεοφύλακτος: «Εἰς συμφοράν ἐμπισόντα τινὰν καὶ «Πρὸς πονηρὸν ἀπογνόντα». Αἱ δὲ πολυάριθμοι έπιστολαί του, ἀπευθυνόμεναι πρὸς κληρικούς συναδέλφους του ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἀλλαχοῦ, πρὸς ἀνωτέρους τοῦ κράτους λειτουργούς καὶ ἐπιφανεῖς ἰδιώτας, ὡς τὸν μητροπολίτην Κερκύρας Νικόλαον, τὸν ἐπίσκοπον Σερρών Νικήταν, τὸν Καίσαρα Νικηφόρον Βρυέννιον, τὸν μέγαν δρουγγάριον Γρηγόριον Παχουριανόν, τὸν ἰατρὸν καὶ ποιητήν Νικόλαον Καλλικλέα καὶ πολλοὺς ἄλλους, εἶναι ἀξιολογωτάτη πηγὴ πρὸς γνῶσιν τῆς ἐκκλη σιαστικῆς, ἐκπαιδευτικῆς καὶ πολιτικής καταστά σεως τῶν χρόνων του.

Τὰ ἅπαντα τοῦ Θεοφυλάκτου ἐν τῇ Πατρολογία Migne (τόμ. 123-1261. Τα ποιήματα ἐξέδωκεν ἐν «Εκκλησιαστική ᾿Αληθεία» (Δ΄ 141-148) 6 Β. Γεωργιάδης, ὁ τῷ 1929 ἀποθανών οἰκουμενικός πατριάρχης. Παράφρασις εἰς τὴν νέαν ἑλληνικὴν τῆς εἰς τὰ εὐαγγέλια ερμηνείας, γενομένη ὑπὸ Ἰωάννου τοῦ Κομνηνοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ τῷ 1702, ἔξε δόθη τὸ πρῶτον ἐν Λειψία τῷ 1761 καὶ πολλάκις κατόπιν ἀνετυπώθη ἐν Βενετία. Ωσαύτως παράφρασις τῆς ἔρμηνείας τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Παύλου μετὰ τῶν γνωμῶν ἄλλων ἑρμηνευτῶν ἐν ὑποσημειώσεσι, γενομένη ὑπὸ Νικοδήμου Αγιορείτου, ἐξεδόθη ἐν Βενετία τῷ 1810.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, Κ. Οικονόμου, «Περὶ τῶν Ο΄ έρμηνευτών Εν Αθήναις 16457 «Ιστορική διδασκαλία περὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας», Εξελληνισθείσα ἀπὸ Ν. Παγίδα ἐν Ἱεροσολύμοις 1887, Γ 54. Δημητρακοπούλου, «Ορθόδοξος Ελλάς» ἐν Λειψία 1872, Β. Β. Γεωργιάδου, «Μνημεία ανέκδοτα ἐ τῶν τοῦ Θεοφυλάκτους ἐν «Εκκλ. Αληθείας Α' καὶ Ε.

Ε. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια: