Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Θανάσης Χατζόπουλος ( 1961 – ) : Ποιητής, Πεζογράφος, Ψυχαναλυτής – Αλιβέρι




 Ο Θανάσης Χατζόπουλος γεννήθηκε το 1961 στο Αλιβέρι Ευβοίας, όπου έζησε μέχρι το 1978. Ελληνική επαρχία ο φυσικός χώρος και περιβάλλον με λόγιες επιρροές ως την οριστική μετοικεσία στην πρωτεύουσα, όπου σπουδάζει ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύεται στην παιδοψυχιατρική. Είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Societe de Psychanalyse Freudienne (Παρίσι). Ποίηση και ψυχανάλυση είναι οι δύο όχθες ανάμεσα στις οποίες κινήθηκε μέχρι σήμερα στη ζωή και στην εργασία του. Εκτός από ποίηση γράφει δοκίμια και για τη λογοτεχνία που δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Επίσης, μετέφρασε Γάλλους ποιητές και Άγγλους ψυχαναλυτές. Η ποίηση του έχει μεταφραστεί σε έντεκα γλώσσες) αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, καταλανικά, σουηδικά, λιβανικά, σλοβένικα, βουλγαρικά κ.ά). Το 2013 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Επίσης το ίδιο έτος βραβεύτηκε με το γαλλικό βραβείο ποίησης Max Jacob Etranger 2013 για το βιβλίο "Cellule", σε μετάφραση Alexandre Zotos και Louis Martinez, δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Cheyne.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως ψυχαναλυτής παιδιών και ενηλίκων.


Ας τον γνωρίσουμε και μέσω κάποιων βίντεο!





( Bodosaki Lectures On Demand - Νοε 24, 2021)



.  .  .

Καταπληκτικό ποίημα ,από το τελευταίο βιβλίο του πεζοποιημάτων "Κρατήρας". 
Το πληκτρολόγησα για να νοιώσω την ευτυχία των λέξεων του.


ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ

 

Όσοι σε αξίωσαν με μια κουβέντα.
Όσοι έμειναν απλώς ονόματα.
Όσοι πέρασαν ανύποπτοι πλάι σου δίκην σκιάς.
Με όσους αντάλλαξες δυο λόγια, ένα νεύμα,
ένα γλίστρημα της ματιάς – παρέμειναν άγνωστοι.
Όσοι στάθηκαν πλάι σου σαν άγνωστοι.
Όσοι για ένα διάστημα υπήρξαν συνοδοιπόροι.
Κι ύστερα σβήστηκαν προτού χαθούν οριστικά.
Όσοι σε πόνεσαν με το χαμό τους.
Όσοι έγιναν μονόστηλα σε εφημερίδα
για να πληροφορηθείς τον χαμό τους.
Όσων ο χαμός έγινε ηλεκτρονικό μήνυμα:
βάραθρό μπροστά στα πόδια σου.
Όσοι εξαφανίστηκαν μ’ ένα τηλεφώνημα.
Όσοι έμειναν σε ένα πένθος εκκρεμές.
Όσους συνόδευσες στην τελευταία τους κατοικία.
Για όσους έκλαψες.
Όσοι τη μνήμη απασχολούν.
Όσοι τον κατάλογο μεγαλώνουν εν αγνοία σου.
Γνώση που κάποτε φέρνει δέος.
Όσοι και μέσα στον χαμό τους παρέμειναν στρυφνοί.
 
Όσοι σε αγνόησαν.
Όσοι σε προσέγγισαν με δηλητηριώδη θαυμασμό.
Όσους δεν προσέγγισες με θαυμασμό.
Όσοι δεν το πιστεύεις ακόμη ότι χάθηκαν
και νομίζεις που κάπου θα τους συναντήσεις.
Όσοι άφησαν το χρέος της μνήμης.
Όσοι ήταν αδιάφορο αν χάθηκαν, κόσμος άκοσμος.
Με όσους αντάλλαξες επιστολές.
Με όσους μοιράστηκες ταξίδια, δείπνα, ευφρόσυνες στιγμές.
Όσων η παρουσία υπήρξε ανεκτίμητη.
Όσοι μέσα στο μίσος πνίγηκαν, το δικό τους.
Όσοι προσπάθησαν να σε δηλητηριάσουν με την αποφορά του.
Όσοι υπερόπτες προσπέρασαν, όσοι μειλίχιοι,
όσοι μετρημένοι στάθηκαν.
Όσοι ανυπόστατοι στη φήμη τους.
Όσοι καλοΐσκιωτοι στην απουσία τους,
όσο και στην παρουσία τους ευμενείς.
Όσοι μακράν της φήμης τους προσηνείς.
Όσοι αιφνίδια χάθηκαν χωρίς αποχαιρετισμό.
 
Όσοι σε αγάπησαν κι όσους αγάπησες.
Κυρίως αυτοί οι τελευταίοι.
Αγάπη εν τη απουσία.


Ανάλυση

Το ποίημα «Αυτοί που χάθηκαν» οργανώνεται ως εκτενής κατάλογος απουσιών. Η μορφή του δεν είναι αφηγηματική ούτε λυρικά εξομολογητική, αλλά καταγραφική, σχεδόν τελετουργική. Η επανάληψη του «Όσοι» λειτουργεί ως ρυθμικός άξονας και ταυτόχρονα ως πράξη μνήμης: κάθε επανάληψη είναι μια σιωπηρή αναγνώριση ύπαρξης.

Στο πρώτο μεγάλο σύνολο, η απώλεια εμφανίζεται σε διαβαθμίσεις εγγύτητας. Από όσους «σε αξίωσαν με μια κουβέντα» έως όσους υπήρξαν «συνοδοιπόροι», το ποίημα δείχνει ότι η σημασία δεν μετριέται με διάρκεια ή ένταση σχέσης. Ακόμη και το ελάχιστο —ένα νεύμα, ένα βλέμμα— αρκεί για να εγγράψει κάποιον στη μνήμη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν χάνονται μόνο βιολογικά· χάνονται ως δυνατότητα συνέχειας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο τρόπος ανακοίνωσης του θανάτου: μονόστηλο εφημερίδας, ηλεκτρονικό μήνυμα, τηλεφώνημα. Ο θάνατος αποπροσωποποιείται, γίνεται πληροφορία. Το «βάραθρο μπροστά στα πόδια σου» δηλώνει το κενό που ανοίγει ανάμεσα στο γεγονός και στο βίωμα: η είδηση φτάνει, αλλά η απώλεια είναι αδύνατο να αφομοιωθεί. Το πένθος παρουσιάζεται ως «εκκρεμές», σε μόνιμη αιώρηση, χωρίς οριστική κατάληξη.

Στο επόμενο μέρος, το ποίημα αρνείται κάθε ηθική εξιδανίκευση. Οι χαμένοι δεν είναι όλοι αγαπητοί, καλοί ή δίκαιοι. Υπάρχουν όσοι πόνεσαν, όσοι αγνόησαν, όσοι δηλητηρίασαν, όσοι υπήρξαν υπερόπτες ή στρυφνοί. Η μνήμη δεν εξαγνίζει· διατηρεί την αμφισημία των ανθρώπων όπως ήταν. Ακόμη και η αδιαφορία («κόσμος άκοσμος») έχει θέση στον κατάλογο, γεγονός που εντείνει την αίσθηση πληρότητας και ειλικρίνειας.

Παράλληλα, αναδεικνύεται η αντίφαση ανάμεσα στη φήμη και την παρουσία. Κάποιοι ήταν «ανυπόστατοι στη φήμη τους» αλλά προσηνείς στην πραγματικότητα· άλλοι «καλοΐσκιωτοι στην απουσία τους». Το ποίημα υπονοεί ότι η απουσία αναδιατάσσει τις εικόνες, αλλά δεν τις διορθώνει πλήρως. Η μνήμη εργάζεται, δεν εξωραΐζει.

Η καταληκτική στροφή συμπυκνώνει όλο το ποίημα. Η φράση «Όσοι σε αγάπησαν κι όσους αγάπησες» λειτουργεί ως κορύφωση, και η απομόνωση του τελευταίου στίχου —«Κυρίως αυτοί οι τελευταίοι. Αγάπη εν τη απουσία.»— μετατοπίζει το βάρος από τον θάνατο στην αγάπη ως μόνιμη κατάσταση έλλειψης. Η αγάπη δεν ακυρώνεται από την απουσία· αντιθέτως, ολοκληρώνεται μέσα σε αυτήν.

Συνολικά, το ποίημα είναι μια άσκηση μνήμης χωρίς παρηγορητικό τόνο. Δεν επιδιώκει λύτρωση, αλλά επίγνωση. Η γνώση που «κάποτε φέρνει δέος» δεν είναι μεταφυσική· είναι η συνειδητοποίηση ότι ο κατάλογος μεγαλώνει εν αγνοία μας και ότι η ζωή συγκροτείται εξίσου από παρουσίες και από εκείνους που χάθηκαν, αλλά εξακολουθούν να μας απασχολούν.


Κυριακή απόγευμα 


Κυριακή απόγευμα ξυπνάς αργά
Από ύπνο πιο βαθύ από λήθαργο
Το χέρι σου μες στην αριστερά μου
Μουδιασμένο

Από μακριά ήχοι της πόλης
Κατακαθίζει το σκοτάδι χαμηλά
Τον τόνο δίνοντας
Κι εμείς αργά μαζί του λάμνουμε

Μας περιμένει η κοινή ζωή
Ζωή δική μας με τους άλλους

Ζωή στη γη νυχθημερόν
Που προελαύνει και περιστρέφεται μαζί της

Μετέωρη μέσα στα χάη


Ανάλυση

Το ποίημα «Κυριακή απόγευμα» κινείται σε χαμηλούς τόνους, με έμφαση στη σωματική εγγύτητα και στη λεπτή μετάβαση από τον ιδιωτικό χρόνο στο κοινό πεδίο της ζωής. Δεν περιγράφει ένα γεγονός, αλλά μια στιγμή ισορροπίας λίγο πριν από την αναπόφευκτη επιστροφή στη ροή του κόσμου.

Η αρχή τοποθετεί τον αναγνώστη σε κατάσταση ημιύπνου. Το ξύπνημα «αργά», από ύπνο «πιο βαθύ από λήθαργο», δηλώνει μια αναστολή της συνείδησης, σχεδόν μια έξοδο από τον χρόνο. Το μουδιασμένο χέρι, εγκλωβισμένο στην αφή του άλλου σώματος, λειτουργεί ως σύμβολο αυτής της οριακής κατάστασης: η σωματική ένωση υπάρχει, αλλά έχει προσωρινά στερηθεί τη βούληση και την κίνηση. Είναι μια ένωση παθητική, εύθραυστη, αλλά αληθινή.

Η είσοδος της πόλης γίνεται από απόσταση. Οι «ήχοι» δεν εισβάλλουν· φτάνουν φιλτραρισμένοι, σαν υπενθύμιση ότι ο εξωτερικός κόσμος συνεχίζει ανεξάρτητα από τη μικρή αυτή εστία ιδιωτικότητας. Το σκοτάδι «κατακαθίζει χαμηλά», σχεδόν όπως η σκόνη ή η σιωπή. Δεν είναι απειλητικό· «δίνει τον τόνο». Η νύχτα εδώ λειτουργεί ρυθμιστικά, όχι καταστροφικά.

Ο στίχος «κι εμείς αργά μαζί του λάμνουμε» είναι κεντρικός. Η εικόνα της κωπηλασίας υποδηλώνει κοινή κίνηση, συντονισμό, αλλά και κόπο. Δεν παρασύρονται απλώς· συμμετέχουν συνειδητά στη ροή. Το «αργά» επαναλαμβάνεται νοηματικά: δεν υπάρχει βιασύνη, μόνο αποδοχή της ταχύτητας που επιβάλλει η στιγμή.

Στη συνέχεια, το ποίημα μετατοπίζεται από το ιδιωτικό στο συλλογικό. «Μας περιμένει η κοινή ζωή», μια φράση σχεδόν πεζή, που όμως έχει βάρος. Η ζωή δεν είναι αφηρημένη· είναι «δική μας με τους άλλους». Η σχέση δεν αποσύρεται από τον κόσμο, αλλά καλείται να ενταχθεί μέσα σε αυτόν. Η αγάπη ή η συντροφικότητα δεν παρουσιάζεται ως φυγή, αλλά ως τρόπος συνύπαρξης εντός της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η ζωή περιγράφεται ως διαρκής κίνηση: «προελαύνει και περιστρέφεται μαζί» με τη γη. Ο κοσμικός αυτός ρυθμός σχετικοποιεί τη μικρή ανθρώπινη στιγμή, χωρίς όμως να την ακυρώνει. Αντίθετα, την εντάσσει σε μια μεγαλύτερη τάξη πραγμάτων.

Ο τελευταίος στίχος, «Μετέωρη μέσα στα χάη», κλείνει το ποίημα με υπαρξιακή ένταση. Η ζωή, ακόμη και η κοινή, ακόμη και η αγαπημένη, δεν πατά σε σταθερό έδαφος. Είναι μετέωρη, περιβαλλόμενη από χάος. Όμως η μετεωρότητα δεν αναιρεί την αξία της στιγμής που προηγήθηκε· την καθιστά πιο πολύτιμη.

Συνολικά, το ποίημα μιλά για μια ήσυχη, ώριμη συντροφικότητα που γνωρίζει την προσωρινότητά της, αλλά δεν την αρνείται. Η Κυριακή απόγευμα γίνεται οριακός χρόνος: ανάμεσα στην ανάπαυση και την ευθύνη, ανάμεσα στην ιδιωτική ένωση και στη ζωή «με τους άλλους», ανάμεσα στη γαλήνη και στα χάη.



 Αναδημοσίευση από το "Ευβοϊκό Ανθολόγιο" 
"Νέα Προοδευτική Εύβοια" Γράφει ο Κωστής Δεμερτζής.

2021 03 26 

2021 04 02 

2021 04 09 
2021 04 23 
2021 04 30 
2021 05 07 
2021 05 14 


Στη "Νέα Προοδευτική Εύβοια" ο Κωστής Δεμερτζής
αναφέρεται στην έκδοση ποιημάτων 
του Θανάση Χατζόπουλου με τίτλο 
"Υπό κατασκευήν σημαίες"

07 16 2021


Στη "Νέα Προοδευτική Εύβοια" ο Κωστής Δεμερτζής
αναφέρεται στην έκδοση  
του Θανάση Χατζόπουλου με τίτλο 
"Πανδημία και περιοριστικά μέτρα: 
Ο ψυχισμός απέναντι στον θάνατο 
και τους περιορισμούς του, ψυχαναλυτική δοκιμή"

02 04 2022


02 11 2022

Σε 3 συνέχειες (Νέα Προοδευτική Εύβοια) ο Κωστής Δεμερτζής
αναφέρεται στην πρόσφατη έκδοση διηγημάτων
του Θανάση Χατζόπουλου με τίτλο :
" Ο κύριος Δαίμων" και "Η γυναίκα με την Πέτρινη Γλώσσα"

05 06 2022

05 13 2022

05 20 2022



Σε 4 συνέχειες (Νέα Προοδευτική Εύβοια) ο Κωστής Δεμερτζής
αναφέρεται στην πρόσφατη έκδοση πεζοποιημάτων
του Θανάση Χατζόπουλου με τίτλο "Κρατήρας".

12 29 2023


01 05 2024


01 12 2024

01 19 2024






Δεν υπάρχουν σχόλια: