Μανώλης Αλεξίου (1907-1963): Ποιητής από Πειραιά και Χαλκίδα
Βιογραφία
Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1907 με καταγωγή της μητέρας του από Χαλκίδα.
*Ήταν υπάλληλος του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Πετρελαιοειδών. Περνούσε τις ελεύθερες ώρες του με το γράψιμο και το διάβασμα στη «Δημοτική Βιβλιοθήκη» του Πειραιά. Έκανε συχνά παρέα με τους νεαρούς, τότε, διανοούμενους, Γιώργο Καρατζά, ποιητή πρόωρα χαμένο, φοιτητή της Νομικής Σχολής τότε, τον επίσης πρόωρα χαμένο ποιητή Νίκο Καββαδία, τον αείμνηστο γιατρό Γιώργο Ρόζεμπεργκ, τον Μιχάλη Παπαθεοδώρου, το Γιώργο Βουνελάκη, φοιτητή της Νομικής τότε και άλλους που αποτελούσαν μιά από τις ζωηρότατες φιλολογικές παρέες νέων στον Πειραιά. Στην παρέα εκείνη ο Μανώλης Αλεξίου, πράος και μειλίχιος, αλλά πάντα με θερμά ενδιαφέροντα για την Τέχνη και την κοινωνία, ήταν εξαιρετικά συμπαθής. Αργότερα ο Μανώλης Αλεξίου έγινε διευθυντής του ταμείου στο όποιο εργαζόταν. Ο πόλεμος, οι περιπέτειες του έθνους, οι μετοικήσεις και ανασυνδυασμοί της ζωής είχαν διαλύσει την παλιά πειραιώτικη παρέα. Μα οι θύμησες κρατούσαν ζωντανή την αγάπη. Ο Μανώλης Αλεξίου πέθανε στα 1963, νέος ακόμα. Παρουσιάστηκε στα Γράμματα από τις στήλες έγκυρων περιοδικών της Αθήνας και του Πειραιά από το 1929. Συλλογές ποιημάτων εξέδωσε δύο: τα «Τοπία δίχως ουρανό», στα 1935 και στα 1960 τη «Μουσική με σπασμένα πλήχτρα». Η ποίηση του Μανώλη Αλεξίου είναι ποίηση νοσταλγίας εκείνου που δεν ήρθε. Και η πίκρα για κείνο που ήρθε και δεν μας ικανοποίησε. Η νοσταλγία της χαράς που χάθηκε, χωρίς ποτέ ναρθή.
Η λαχτάρα του ανέφικτου παράδεισου. Στο χάσμα ανάμεσα πραγματικότητα και όνειρο ανθίζει η ποίηση του Μανώλη Αλεξίου. Στο χάσμα αυτό ανθίζει όλη η ποίηση. Η όποια ποίηση και αυτή που μένει σ’ ενα καθαρό λυρισμό, στην προσωπική περιπέτεια, και αυτή, που το «εγώ», μπολιασμένο στο μεγάλο δέντρο του «εμείς», εκφράζει τη μεγάλη περιπέτεια ενός συνόλου ή του συνόλου. Χωρίς να σημαίνει αυτό, ότι ο ποιητής δεν εκφράζει πάντα και άλλων ανθρώπων την περιπέτεια, όταν εκφράζει αυθεντικά τη δική του. Όλη η ποίηση που εκφράζει αυθεντικά βιώματα εκφράζει τους ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπων. Και η ποίηση, η λυρική και η κοινωνική, και η ποίηση ιδεών, φτάνει τις ιδέες να τις έχει βιώσει αυθεντικά ο ποιητής. Ο Μανώλης Αλεξίου είναι ποιητής με αυξημένη ευαισθησία και πλούσιο λυρικό κόσμο. Η προσωπική του περιπέτεια... στη διαδρομή από τη ζωή, αποτελεί το συγκινησιακό έναυσμα της ποιητικής του δημιουργίας: ο χαμένος στην άχλύ μακρινών οριζόντων παράδεισος:
Λόγχες τα κατάρτια φτάνουν ως τον ουρανό / και ξερνούν οι τσιμινιέρες την καπνιά που κλώθει, / Το λιμάνι το δικό μας είναι πιο στενό: / Δε χωράνε για ν΄ αράξουν όλοι μας οι πόθοι... και...
Ριζοσπάστης 21/3/2004(ΑΠΟ το Καλπάκι, την Ακροναυπλία, το Επταπύργιο - Γεντί Κουλέ, τις φυλακές Αβέρωφ, της Αίγινας, Συγγρού, Κέρκυρας, Πάτρας, Βούρλων - Κάστορος, Κεφαλονιάς, Ιντζεδίν... Φυλακές... Ολούθε φυλακές. Ακόμη κι οι αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού μας Μουσείου έγιναν φυλακές... Στις αίθουσες αυτές το μεταδεκεμβριανό κράτος στοίβαζε εκατοντάδες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, κυρίως ΕΠΟΝίτες, ανάμεσά τους κι ο ποιητής Μανώλης Αλεξίου που αφιέρωσε στη φυλακή αυτή ένα πολύ χαρακτηριστικό, αλλά και πολύ ταιριαστό για την περίπτωση ποίημα που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Γενιά».
Επικήδειος
Πριν να απλώσουμε το ποιητικό του χαλί (κάποιους στίχους) παραθέτω τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε ο Χρήστος Λεβάντας (1904-1975) λογοτέχνης, κριτικός και δημοσιογράφος (πραγματικό όνομα: Κυριάκος Χατζηδάκης από το Φόδαλε του Ν. Ηρακλείου).
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΕΣΒΗΣΕ
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
Τοῦ κ.
ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΑ
«Τὰ
εννιά μου δάχτυλα κοπήκαν
μὰ καὶ μὲ
τόνα, λευτεριά, ποὺ μοῦ ἀπομένει
Τὸν ὕμνο
σου θα παίξω ἀργοχτυπώντας
το
τελευταίο σπασμένο πλήκτρο»
Ὁ ἄνθρωπος
ποὺ ἔγραψε
αὐτοὺς τοὺς
ριγηλούς στίχους, ποὺ δονοῦνται
ἀπὸ
πάθος γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τη
λευτεριά – προλογικοί στη συλλογή του «Μουσικὴ μὲ
σπασμένα πλῆχτρα» που βγῆκε τὸν
Νοέμβρη του 1960 -ὁ ποιητής Μανόλης ᾿Αλεξίου,
ποὺ
γεννημένος στὸν Πειραιά, ἀπὸ
μητέρα Χαλκιδέα, εἶχε ζήσει μακρό διάστημα τῶν
παιδικών του χρόνων καὶ στὴν
Εύβοια, ἔσβησε
ἀπ᾿ ἀνάμεσα
μας στὶς ἀρχὲς τοῦ Ἰούλη.
Ανήλεος ὁ
Χάροντας, ποὺ εἶχε
στεριώσει γερά πάνω του τις παγερές του φτερούγες, τοῦ 'κοψε
μὲ τὸ
κοφτερό σπαθί καὶ τὸ
δάχτυλο, ποὺ τοῦ ἀπόμενε,
τὸ ἔσχατο
κλωνί ποὺ τὸν ἔδενε
μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν πῆρε
τόσο πρόωρα κι αλύπητα ἀπὸ
κοντά μας. Είχε αἰσθανθεῖ τὸ ρίγος
τοῦ
θανάτου ὁ
ποιητής, καθώς δείχνεται κι' ἀπ᾿ τοὺς
στίχους του ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτουν
τὸ
ψυχικό του τρικυμισμό κι' ἀπ᾿ τὸν
τίτλο τῆς τελευταίας
του συλλογής. Κι' εἶχε
σταθεί, πεισματικός παλαιστής καὶ
κονταρομάχος, ὅμως ήταν ἐπισφραγισμένη
ἡ μοίρα
του ἀπὸ τὴν
βαριὰ ἀρρώστεια
τῶν
καιρῶν
μας, ποὺ τὸν εἶχε
προσκαλέσει, κι' ἡ φωνή του, μια αν πὸ τὶς πιὸ
καθάριες καὶ πιὸ
λυρικές φωνές τοῦ τόπου μας, σώπασε για
πάντα...
Δυό βιβλία μονάχα, μᾶς ἀφῆκε
κληρονομιά, ὁ Μανόλης ᾿Αλεξίου.
Την πρώτη του συλλογή «Τοπία χωρίς οὐρανό»
που είχε βγεῖ στὸ
1935 καὶ
δεύτερη καὶ τελευταία, τὴν ἐπιθανάτια
«Μουσική μὲ σπασμένα πλῆχτρα»,
ποὺ μᾶς ἔδωκε,
ὅπως
προα-ναφέραμε στο τέλος τοῦ 1960. Σ' αὐτὲς
τις δυὸ
συλλογές, ὑπάρχουν συγκεντρωμένα τὰ πιὸ
πολλά, σχεδὸν ὅλα τὰ
ποιήματα του, πούχαν δημοσιευτεί ἀπ᾿ τὸ
πρωτοφανέρωμα του στὰ πιὸ ἔγκυρα
λογοτεχνικά περιοδικά. Στο «Ρυθμό» τοῦ
Πειραιά το 1933, στη «Νέα Εστία», στα «Ελληνικά Γράμματα, στα «Νεοελληνικά
Γράμματα», στο «Περιοδικό» μας κ.α. Λιγογράφος ἤταν
καὶ ὁ
Μανόλης ᾿Αλεξίου, καθώς καὶ ὁ
Πειραϊκὸς
ποιητικός κύκλος τοῦ μεσοπολέμου, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ἀναζυμωθεί
στενά. Λογογράφος καὶ ἀκριβός
στην λυρική του ἐκφραστικότητα. Ἔτσι
καθώς ὁ
Λάμπρος Πορφύρας, ὁ Νίκος Χατζάρας, ὁ Μήτσος
Παπανικολάου, ὁ Νίκος Καββαδίας, ὁ
Γιώργος Καρατζᾶς, μᾶς ἔδωκε
καὶ κεῖνος.
λίγα ποιήματα, ἀλλὰ ἄρτιωμένα
μορφικά, κι' ἀναπλασμένα μὲ τὰ
βαθύτερα ψυχικά του σκιρτήματα. Ἡ
ποίησή του ξεχωρίζει για το μουσικό της αἴσθημα,
τὴν ἀρτιωμένη
αἰσθητική
της εκφραστικότητα καὶ τὸ
δονούμενο πάθος γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ
λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι
μιὰ
ποίηση ἐκλεχτικὴ καὶ
προσωπική κι' όταν ἐκφράζεται παραδοσιακά
δουλωμένη στη ρίμα κι᾿ ὅταν ἀναπλάθεται
στις νεώτερες μορφές σ' ἐ λεύθερο στίχο. Δὲν ὑπάρχουν
σ' αὐτὴ
σημάδια ξενικῶν ἐπιδράσεων
καὶ
σχολῶν καὶ πρὸ
παντὸς, δὲν
δείχνεται πεζόλογική ή ρητορική, ρηχή καὶ ἐπικαιρογραφική.
Ποιητής τοῦ συναισθήματος ὁ
Μανόλης ᾿Αλεξίου,
ἔμεινε
πιστός στην καθαρότητά του, μὲ ἀπαραβίαστη
εὐλάβεια
καὶ ἱερότητα
στο νόημα τοῦ ποιητικού λόγου. Τὸ ὑψηλὸ ἦθος,
ποὺ τὸν
διέκρινε στη ζωή, ἡ ἀπέχθεια
του σὲ ὅ,τι
ταπεινὸ καὶ
μέτριο έβλεπε γύρω του, ὁ αὐτοσεβασμός του, ποὺ τὸν
κρατοῦσε
μακρυά ἀπὸ
κάθε τι ξένο πρὸς τὸ
χρέος καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ ἄληθινοῦ
καλλιτέχνη, ἀπὸ εὐτελεῖς
συμβιβασμούς καὶ ἀσχημοσύνες,
εἶναι ἡ
κύρια καὶ
βιωσιμότερη άξία της. Πάλλεται ἡ
ποίησή του, ἀπὸ
γνήσια ψυχικὰ σκιρτήματα, ἀπὸ
δονήσεις καὶ συγκινήσεις, δεμένες μὲ τὴ ζωή
του καὶ τοὺς
καιρούς του κι' ἄλλοτε τὸ
πρώτο του βιβλίο - μᾶς προσφέρεται, ἐρωτική
καὶ
τρυφερή - κι᾿ ἄλλοτε,
στὸ
τελευταῖο
του μεστή σὲ ἔξαρσι,
πικρή, ὀργισμένη
καὶ ὀδυνηρή, πλατύτερα ἀνθρώπινη καὶ ἀγωνιστική,
ἐκφραστική τῶν
γύρω του ἀναπαλμῶν, τῆς
πάλης καὶ τῶν
παθῶν τοῦ λαοῦ
μας, στην κατάκτηση μιας ἀξιώτερης καὶ
δικαιώτερης μοίρας. Ἔτσι ἡ
ποιητική κληρονομιά ποῦ μᾶς ἀφῆκε ὁ
Μανόλης ᾿Αλεξίου, τόσο τραγικά και πρόωρα, μπορεῖ νὰ μὴν ἀπλώνεται
σὲ
στιχουργικό όγκο, ὅμως εἶναι
πολύτιμη καὶ ξεχωριστή στο νεοελληνικό λυρικό λόγο γιὰ τὰ
προσωπικά της στοιχεία, τις αἰσθητικές ἀρετές
της καὶ τὴ
στέρεη σἰκοδόμησή
της, μέσα σε τόπο καὶ χρόνο. Μιὰ
ποίηση, ποὺ ἀναμφισβήτητα καθιερώνει την προσφορά του καὶ
πλουτίζει τὴν ποιητική παράδοση μὲ μιὰ
πηγαία κι᾿ ἀνόθευτη, εξαίρετη ἀληθινά λυρική φωνή.
Ψάρια
Ἡ σκλαβιά σε κλεισμένους
γύρους
ὅλο
καὶ πιὸ
στενούς
μᾶς περιζώνει
καθώς τὸ υγρό
στοιχείο τὰ ψάρια.
Έχουμε άδιαφοροι, νωθροί κατακαθίσει
στὸ ἀδιαπέραστο
πια σκοτάδι,
στο λασπερό βυθό.
Τ' αδύναμα μικρά μας βράγχια
δὲν ἀντέχουν
νὰ μᾶς πᾶνε
στὸν ἀμόλυντο
ἀγέρα.
Καὶ
μόνο λιγοστά καὶ μετρημένα
υδρόβια ανήσυχα.
Πηδοῦνε
πάνω ἀπ᾿ τὴν ἐπιφάνεια,
μόλις προφτάνοντας νὰ ἰδοῦν σὰν ὁπτασία
τη γλαυκή, ἀπέραντη ἕκτασή
της.
Εσείς και εμείς
Ἐσεῖς καὶ τι δὲν ἔχετε!
Κάτω ἐδῶ στή γῆ: χωράφια, σπίτια,
γυναίκες έχετε,
καράβια, μηχανές,
δούλους φτηνούς, τὸν ξένο ἰδρώτα που στολίζει,
διαμάντι
λαμπερό, τη γούνα σας
Πάνω στὸν οὐρανό: μια πουπουλένια ἔχετε θέση
«ἐκ δεξιῶν
τοῦ πατρός» για να ξαπλώσετε.
Ἐμεῖς, ἄλλο δὲν ἔχουμε παρά δυο χέρια,
ποὺ ἂν
ξέρουν να χτυποῦν,
ξέρουν καὶ ν' ἀγκαλιάζουν!
Μ' αὐτὰ θὰ κάνουμε τὸν κόσμο να
περσέψει
Ψωμί καὶ γέλιο χτίζοντας
μέσ' στην καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
Το σπίτι, ποὺ ὅλοι
θὰ χωρέσουν!
Ὅταν ἡ δική μας σβύνει ανάσα
μᾶς γαληνεύει,
πεθαίνοντας, ν' ἀκοῦμε
τὴν ἤρεμη ἀναπνοή τοῦ διπλανού μας.
Πόσο μεγάλος εἶναι ὁ
κόσμος
κι᾿ ἐμεῖς ἀδέλφια μου, πόσο μακριά αν δούμε
πῶς σεῖς κι ἐμεῖς δὲν ἔχουμε
παρά τρεῖς πήχες χώμα.
Ὑπάρχουν
Ὑπάρχουν στὸν ἀπέραντο κόσμο, σ’ αὐτὴ τὴ γῆ,
βουνοκορφὲς ἀπάτητες, ἄγρια παρθένα δάση,
θάλλασες ποὺ ἔχουν σκεπαστῆ μὲ ὁμίχλη καὶ σιγή,
ποὺ δὲ θὰ δῶ, ποὺ τἄχω χάσει.
Γιὰ ἐμὲ θὰ μείνουν ἄγνωστες, ὄνειρα μακρυνά,
οἱ πολιτεῖες ποὺ νοσταλγῶ, χαμένες Ἀτλαντίδες.
Γύρω πουλιὰ φασματικὰ πετοῦν στὰ σκοτεινὰ
κ’ οἱ τελευταῖες μου ἐλπίδες.
Μὰ τρέμω μήπως δίπλα μου, κοντά μου ἴσως πολύ,
κι ἂς μὴ τὴ βλέπω, βρίσκεται χρόνια καὶ τὴν ἀφήσω,
μιά ὕπαρξη ἁγνή, μια ἁπλὴ καρδιά, ποὺ σβήνει σιωπηλή,
χωρὶς νὰ τὴ γνωρίσω...
Η πραγματικότητα δε χωράει πιά τους πόθους μας: «Το λιμάνι το δικό μας είναι στενό. Δέ χωράει πιά όλους μας τους πόθους. Πραγματοποιήθηκαν μερικά όνειρά μας. Φτάσαμε στο λιμάνι, στο τέρμα. Και βλέπουμε, ότι όλοι μας οι πόθοι δε χωράνε. Το λιμάνι μας είναι πιά στενό. Πόθοι καινούργιοι προστέθηκαν στους παλιούς. Δε χωράν λιμάνια τους πόθους του ανήσυχου άνθρωπου.». Η ποίηση του Μανώλη Αλεξίου είναι λιτή και απέριττη. Οι μεταφορές της, οι εικόνες της επηρεασμένες από τον Πειραιά, τον Πειραιά λιμάνι εμπορικό και τον Πειραιά της Φρεαττύδας και της Καστέλλας, τον ήσυχο τότε, με τις ψαρόβαρκες, τους ψαράδες, τις άπλες λαϊκές ταβέρνες και τη θάλασσα, τη θάλασσα αιώνια ξελογιάστρα για ταξίδια στο άγνωστο και στή χαρά, και αιώνια νανουρίστρα των ονείρων και της ρέμβης.
Ω, θάλασσά μου, θάλασσα, πάρε κι αγκάλιασε με, / έτσι που ξαίρουν μοναχά οι μάνες ν’ αγκαλιάζουν*
Παραλειπόμενα
Τότε δεν έπεσες.
Τι κι αν όλα γύρω σου ήταν γκρεμισμένα
κι εσύ γυμνός και ματωμένος
έφαγες απ’ τα σκουπίδια πατατόφλουδες
κι απ’ το παγούρι σκοτωμένου ήπιες νερό,
στάθηκες κολόνα πίσω απ’ το οδόφραγμα
σαν πλάτανος ορθός.
Τώρα εχθροί και "φίλοι" σε δολοφονούν πισώπλατα
γλυκά και με χαμόγελο.
Εσένα δε σε σπάραξαν λιοντάρια
και την ολάνοιχτη παιδιάτικη καρδιά σου
δεν την κομμάτιασαν περήφανοι αετοί.
Τις δικές σου πληγές έγλειψαν τσακάλια
τυφλοπόντικοι ροκάνισαν τις μέρες σου,
έμποροι φτηνοί και Φιλισταίοι
-ταπεινοί μεταπράτες της ρουτίνας-
"έβαλαν κλήρο και διαμοίρασαν τα ιμάτιά σου",
εσένα βαλθήκανε την ψυχή σου να ξεφτίσουν
μικρά αδηφάγα τρωκτικά.
Τότε δεν έπεσες
κι ούτε θα πέσεις.
Επιμύθιο
Ένα μαντήλι ο κόσμος απλωτός
στο χέρι θ΄ απομείνει της αλήθειας,
χωρίς κεντίδια και γοργόνες.
Ένα ολοκάθαρο μαντήλι σκέτο
για τις πεζές ανάγκες που εκδικούνται
όταν δεν τις κοιτάμε τίμια, κατά πρόσωπο.
Ένα μαντήλι ο κόσμος όλος,
που, αντί να χαίρεσαι μ΄ εκείνο η ανθρωπότητα
με υστερισμούς γεροντοκόρης το υπερπέραν,
στο χωματένιο θα καθίσει το σκαμνί της
να καθαρίσει πια τη βουλωμένη μύτη της.
Το λιμάνι μας
Το λιμάνι το δικό μας ήταν αμμουδιά –
πάνε χρόνια – σαν το κύμα μόνο ετραγουδούσε.
Κουρνιάζαν θαλασσοπούλια γύρω τη βραδιά
και ψαρόβαρκες αράζαν, όταν εφυσούσε.
Σε φτωχή μια ταβερνούλα, μες στην ερημιά,
στους ψαράδες η γαλήνη το κρασί κερνούσε
και παντού ήταν απλωμένη τόση απανεμιά,
που η ψυχή τους με το φλοίσβο, θα `λεγες μεθούσε.
Τώρα πια στα βρωμισμένα και βαθιά νερά
η ζωή τρυκιμιασμένη παραδέρνει.
Μαύροι δράκοι τα καράβια στέκουν στη σειρά
και καθένα δρόμο αφήνει, δρόμο παίρνει.
Λόγχες τα κατάρτια φτάνουν ως τον ουρανό
και ξερνούν οι τσιμινιέρες την καπνιά που κλώθει.
Το λιμάνι το δικό μας είναι πια στενό
δε χωράνε για ν’ αράξουν όλοι μας οι πόθοι...
Τὸ παραθύρι ἄσε ἀνοιχτό...
Τὸ παραθύρι ἀσε ἀνοιχτό,
κι ὅλο τὸ πληχτικό σου σπίτι∙
ἄνοιξε ἀκόμη τὸ φεγγίτη
νἄμπῃ τὸ φῶς τὸ λιγοστό.
Στὰ μάτια σου ὅλη σου ἡ ψυχὴ
ν’ ἀνέβῃ κάνε, νὰ προφτάσῃ,
κι ἄσε τὸν ἥλιο νὰ χορτάσῃ,
προτοῦ νὰ μείνῃ μοναχή.
Θἄρθῃ ὁπου νάναι ἡ βραδιά,
σὰν ἐφιάλτης καὶ σὰ δέος
κι ὅσο κι ἂν θὲς νἆσαι γενναῖος,
μόνη θὰ φοβηθῇ ἡ καρδιά.
«Μέρα εἶναι κι αὔριο τοῦ Θεοῦ» –
ὤ, μὴ σοῦ ποῦν καὶ τὸ πιστέψῃς!
Ξανὰ ὅ,τι ζήσης μὴ γυρέψης –
φτερὸ στὸν ἄνεμο πουλιοῦ.
Δὲ θἄβρῃς αὔριο ὅ,τι ποθεῖς,
μὰ οὔτε ἴδια θὰ ποθῇς, σὰν τώρα∙
δὲν ξέρεις – ἔλα καὶ φεύγει ἡ ὥρα –
ἂν αὔριο θὰ ξημερωθῇς!
Πρῶτα ἐσώπασε ἡ καρδιά μου...
Πρῶτα ἐσώπασε ἡ καρδιά μου κ’ ἔπειτα ἔκλεισαν τὰ χείλη,
τὰ τραγούδια σὰ λουλούδια μαραθῆκαν πρὶν ἀνθίσουν,
καὶ τὰ νιάτα μαραζῶσαν, τριαντάφυλλα τοῦ Ἀπρίλη,
πρὶν προκάμουνε νὰ ζήσουν.
Μόνος ἔμεινα κ’ ἡ νύχτα μὲ τραβάει στὴ συντροφιά της –
πάνω ἀπὸ τὸ ἀνήδονό μου τὸ κρεββάτι κρεμασμένη
κάποια εἰκόνα μοῦ θυμίζει μὲ νεκρή τὴν ὀμορφιά της
μιὰ κοπέλλα πεθαμένη.
Τὸ παράθυρο ἔχω κλείσει ποὺ κοιτοῦσε σ’ ἕναν κῆπο
καὶ τὴ θύρα δὲν ἀνοίγω νἄμπη ὁ θόρυβος τοῦ δρόμου,
μὰ οὔτε κ’ ἔρχεται κανένας νὰ ρωτήση ἄν εἶμαι ἤ λείπω,
μήτε ἀκόμη στ’ ὄνειρό μου.
Μόνο θέλει νὰ ξεσπάση, σὰ λυγμὸς βαθιὰ κρυμμένος,
τὸ παράπονο ποὺ πνίγω στὴν περήφανη ντροπή μου
κάποιες ὧρες ὅταν τρέμω – τόσο ἀπ’ ὅλους ξεχασμένος –
καὶ τὴν ἴδια τὴ σιωπή μου.
Τα δεσμά
Στίχοι: Μανόλης Αλεξίου
Τραγούδι:
το `χει ο χρόνος κι η συνήθεια
Πάντα ψάχνεις για να βρεις
κι είναι μόνο στα όνειρά μας
Τα μυστικά από το καλοκαίρι
Τα μυστικά απ’ το καλοκαίρι
μέσα στη μνήμη του μυαλού μου και πιο πίσω
κι αν μου χαρίσουν το κλειδί του παραδείσου
κανείς δε θα βρει τι πέρασα μαζί σου
Τα μυστικά απ’ το καλοκαίρι
μέσα στη μνήμη του μυαλού μου και πιο πίσω
κι αν μου χαρίσουν το κλειδί του παραδείσου
κανείς δε θα βρει τι πέρασα μαζί σου.
...Και το διαζύγιο εχάρισε στο ζεύγος ευτυχία!..
Ο νόμος "επεδίκασε" την Καίτη στην μαμά,
τον Ντίνο "εκράτησε" ο μπαμπάς – και βρήκαν ησυχία!
Τώρα σαν ξένοι βλέπονται τυχαία στο σινεμά.
Σε μια πανσιόν ο κύριος, στην Κηφισιά η κυρία,
με τη "μικρή" στο Λύκειο το "καημενάκι" ο Ντίνος.
Έμαθε ο γιος τη μάνα του να τη θεωρεί "μια αχρεία"
κ’ η κόρη τον πατέρα της να τονε βρίζει "κτήνος".
Είμαι ένας εργένης
Είμαι ένας εργένης
που αλλάζει κάθε χρόνο κάμαρα.
Έχω ένα κρεβάτι, μια καρέκλα
ένα μικρό γραφείο, λίγα βιβλία.
Όλα φτηνά κι αγορασμένα
παλιώσανε μαζί μου κι από μένα.
Δεν έχω ούτε ένα “ιερό κειμήλιο” φυλαγμένο,
μήτε, κληρονομιά, ένα λάφυρο πολέμου:
Είμαι ο τελευταίος απόγονος
μιας οικογένειας τοκογλύφων!
Το βράδυ, όταν γυρίζω
με βήμα αργό στην κάμαρά μου,’κανένας δε με περιμένει.
Μάταια όλη τη μέρα ο μόχθος
ζητιάνεψε το μερτικό του!
Μόλις φωτίζει η λάμπα μου αντικρύζω
την τρελή μορφή του Βαν Γκογκ
με το γυαλένιο βλέμμα
και το κομμένο αυτί που περιμένει
την πίπα να του ανάψω τη σβησμένη.
Στο πλάι του φαίνεται – παλιά φωτογραφία
πάνω σε μια γέφυρα ειδυλλίου,
η κοπέλα που στα όνειρά μου αγάπησα
σαν να με βλέπει, να μου λέει:
“Πέρασε πια απ’ την άλλη όχθη – ξέχασέ με!”
(Ω, σαν δεν υπάρχει ούτ’ ένα καλωσόρισμα
το αυτί σου ακούει μακριά μέσα στη νύχτα
ακόμη και το πέσιμο ενός φύλλου
από το δέντρο της ελπίδας που σαλεύει
με το ‘να του χέρι ένα παιδάκι!)
Είμαι ένας εργένης
που αλλάζει κάθε χρόνο κάμαρα
έχω ένα κρεβάτι μια καρέκλα
ένα μικρό γραφείο λίγα βιβλία
και μια ψυχή που μάταια ψάχνει
λίγη ησυχία να βρει και λίγη ζέστα…
(περ. “Νεοελληνικά Γράμματα”,
τ. 106, 10/12/1938)
Σ' αυτούς που θάρθουν
Θυμηθείτε μας
εσείς που θα ‘ρθετε
όταν εμείς θα ‘μαστε η σκόνη στο κατώφλι σας
κι ο ήλιος θα χαϊδεύει
το στιλπνό κι υψωμένο μέτωπό σας.
Εσείς, που από ψηλό θα δείτε εξώστη
όλη την πλάση μες στο απόβροχο να λάμπει
κοπέλα δεκαοχτάχρονη που βγήκε απ’ το λουτρό της
θυμηθείτε το χλωμό τσαγκαροπαίδι
που σκυμμένο με τη φαλτσέτα το βελόνι
τα άρβυλα της μεγάλης έφτιαξε πορείας:
Ένας άδοξος έμεινε στην πίστη Γαλιλαίος!
Όταν θα στήνετε στην πιο ψηλή κορφή
τη λευκή σημαία της ανθρωπότητας
θυμηθείτε τον άρρωστο δασκαλάκο
που βήχοντας σ’ ένα χωριάτικο σχολείο
στους λίγους έλεε μαθητές του
συλλαβιστά το ζωντανό του αλφαβητάρι:
Αναρριχήθηκε για να τη στήσει αγάλι-αγάλι
μια νύχτα στην απόκρημνη καρδιά τους!
Εσείς την ορισμένη θα ‘ρθετε ώρα,
κανένας από μας δε θα ‘ναι εκεί
να σας καλωσορίσει.
Να στεφανώσετε δικό μας άγαλμα
δε θάβρετε κανένα:
Όλοι οι δικοί μας ήρωες
ανώνυμοι και ντροπαλοί.
Αυτός με την παιδιάτικη καρδιά του
Που τόσο λίγο θέλανε για να χαρούνε.
Παλαίψανε σκληρά τόσο πολύ
για να χαρείτε σεις τόσα πολλά.
(περ. “Νεοελληνικά Γράμματα”, 28/1/1938)
Εχεμύθεια
Κρύψε καλὰ τὰ μυστικά σου
ἀπὸ μένα τὸν «φλύαρο».
Ἐγὼ
δὲν ἔχω μυστικά,
τέτοια ποὺ ἐσὺ μπορεῖ νὰ πεῖς
στις πιστές σου φίλες,
εἶτε, τὴ
νύχτα, μοναχά στὸν ἑαυτό σου.
Η ψυχή μου είναι ένα φρούριο
μὲ ὀλάνοιχτη τη
σιδερένια πύλη του,
μὰ τίποτα δὲν ἔχει πιὰ νὰ μάθει
κανείς ἐχθρὸς ἢ φίλος
ἀπ᾿ τὸ
νεκρὸ ὑπερασπιστή του!
Κρύψε καλὰ τὰ μυστικά σου
ἀπὸ μένα τὸν «φλύαρο».
Κοπέλλα μὲ τὴν ἔμορφη ψυχή,
νὰ κρύψω ἐγὼ δὲν ἔχω
τίποτα :
Στις ἀτέλειωτες ώρες τῆς μοναξιάς μου
λίγο προτοῦ φανεῖς,
κάθισα καὶ τὰ
εἶπα ὅλα στο θάνατο !
Τεύχος 1 Μάρτης 1958 (σελ:8)
. . .
Και άλλα από τα Ευβοϊκά Περιοδικά...
Νυχτέρι
Την κόρη της προσμένει ἡ μάνα
καὶ ράβει ἀργὰ στὴ
μηχανή.
Με καρδιοχτύπι ἀναρωτιέται:
Θέ μου, τί νάγινε ἡ Φανή;
τοῦ μεσονύχτιου ή
καμπάνα χτυπάει
κι' ἀκόμα νὰ φανῇ!
-Μὴν πάλι ἀπόψε ἔχει νυχτέρι,
στὸ ποὺ δουλεύει
μαγαζί;
Διπλό ψωμί θὲ νὰ μοῦ φέρῃ,
τὸ κοριτσάκι μου, νὰ ζῇ!
Σὰν κάτι ν᾿ ἄκουσα... Τ᾿ ἀγέρι
θάταν, ἀλήθεια, εἶμαι χαζή.
"Άξαφνα ή πόρτα μισανοίγει
κι' ὠχρή προβάλλει
κοπελιά
ταράζουν τὸ κορμί της ρίγη
κι' ἔχει ἄνω - κάτω τὰ μαλλιά
μὲ τὴν ψυχὴ ποὺ
πάει νὰ φύγῃ,
στέκει βουβή, χωρίς λαλιά.
-Αχ! ἔλα κόρη μου, κορούλα! ...
Μα γιατί τάχα εἶσαι
χλωμή;
-Τι νὰ σοῦ πῶ, γλυκειά μανούλα!
Θάχουμε τώρα πια ψωμί,
δὲ θὰ δουλεύω σὰ
μιὰ δοῦλα,
καὶ θάναι πιὸ γλυκειά ἡ ζωή.
ΚΑΛΩΣΥΝΗ
(Στὴν Ἑλένη)
Είσαι ἕνας οὐρανὸς γαλήνιας καλωσύνης,
ἕνα λιμάνι ἀπάνεμο
στοργής,
ἕνα βαθύ ποτάμι τρυφερότητας.
Ὁ ἄντρας τὰ μάτια χαμηλώνει,
θυμᾶται ἡ ὥριμη
γυναίκα τὰ ὄνειρά της
καὶ τὸ ἀπονήρευτο παιδί ξεχνιέται
μπροστὰ στὸ φωτεινό
χαμόγελό σου.
Νιώθει κανεὶς νὰ γίνεται καλὸς
μονάχα ποὺ σὲ
βλέπει,
καθὼς στὴν ἔρημο ὁ χαμένος στρατοκόπος
πού, ξαφνικά, μιὰν όαση ἀντικρύζει.
Πουλιά λαλοῦν, λουλούδια ἀνθοῦν, ὅταν γελᾶς, Ἑλένη,
καὶ συνεφιάζει ὁ οὐρανὸς ὅταν δακρύζεις·
χωρὶς ἐσένα,
ἡ γῆ μοιάζει ἀκατοίκητη,
(μόνο γεμάτη φίδια καὶ σπιούνους)
μὰ ὅταν τὸ χέρι σου ἀκουμπάει
στὸ μέτωπο
κάποιου ὀρφανοῦ, ποὺ ὁ πυρετός φλογίζει,
θαρεῖς καὶ
πάνω του σκυμμένες τοῦ παραστέκουν
όλες τοῦ κόσμου οἱ μάνες.
"Ευβοϊκός Λόγος"
Τεύχος 6 Αύγουστος 1958-σελ:54
Ω μείνε...
"Ω, μεῖνε στὴν ἀθώα σου γαλήνη,
στὴν
ξένοιαστη ζωή σου, κοπελιά.
Τὴν παρθενιά σου κοίτα μὴ μολύνη
μὲ λάγνα κάποιος
Σάτυρος φιλιά.
Γλυκόνειρο τὰ μάτια σου νὰ κλείνῃ,
ὅταν κοιμάσαι ἁγνὴ
μὲ τὰ μαλλιά λυτά,
κ᾿ ἕνα χαμόγελο ἀπαλύνῃ.
τὴν ἱλαρὴ μορφή σου μια σταλιά.
"Απλερη μιὰ παιδούλα μεῖνε ἀκόμα
κ᾿ ἂς ἔχεις
λιγερή κορμοστασιά
καὶ μεστωμένο, ρόδινο τὸ σῶμα.
Μπουμπούκι, σφαλιστὸ ποὺ σὰν ἀνοίγει
δειλά,
κρατάει ἀκόμα τὴ δροσιά
καὶ μὲς στὸ μεσημέρι ποὺ τὸ φρύγει...
Κάτι δικό μου...
᾿Απ' τ᾿ ἀνοιχτό παράθυρό μου
ποὺ στὸ σοκάκι βλέπει
τὸ στενό,
τὴν ὥρα ποὺ τὸ φῶς στὸν οὐρανὸ
λιγοψυχάει, σὰν ὅπως στ' ὄνειρά μου,
νὰ
μπαίνῃ τὴ βουὴ γροικῶ τοῦ δρόμου.
"Ω, κι᾿ ἡ καρδιὰ γαληνεμένη
γελάει σὰν τὰ
παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς,
καὶ τὸ τραγούδι ἀκούει τῆς μορφονιᾶς,
καθώς, στὸ παραθύρι
ἀκουμπισμένη,
κεντάει, βασιλοπούλα μαγεμένη.
Τοῦ μόχθου τὸν ἱδρὸ στὸ μέτωπό μου,
στεγνώνει τὸ ἀγεράκι
ποὺ φυσά.
Θωρῶ ἡ ζωή, ντυμένη στα χρυσά,
νὰ μοῦ χαμογελάει στὸ φτωχικό μου
καὶ
νὰ μοῦ λέει στ᾿ αὐτὶ κάτι δικό μου...
Εγκαρτέρηση
Φίλε μου, καλοσώρισες, αρχοντοξεπεσμένε
Σ' αὐτὴν ἐδῶ
θα ζήσουμε τη φτωχογειτονιά,
πεισμώνοντας τη Μοίρα μας μὲ τὴν καλή καρδιά μας
τὰ μέγαρα μας, και ὄχι ἐμᾶς, θὰψ' ή λησμονιά.
Ἐμεῖς μὲ τὰ τραγούδια μας, μὲ τῆς χαρᾶς τὰ γέλια
τῆς φτώχειας θα μοιράζουμε μ' ἀγάπη το ψωμί
το βράδυ θα γυρίζουμε ἀργὰ στὸ
φτωχικό μας
περήφανοι, και ας είμαστε δρωμένια καὶ χλωμοί.
Μη σε τρομάζουν τὰ στενὰ καὶ πληχτικά δρομάκια,
μὲ
τὰ θλιμμένα απίτια τους, το αλώνια σκοτεινά
Κρύβουν καρδιές απλοϊκές, ποὺ θὰ μᾶς
συμπονέσουν
Κι' ίσως γιὰ μᾶς να κλάψουνε ματάκια φωτεινά.
Η φάμπρικα
Μια βουερή 'ναι κόλαση γεμάτη μηχανές,
ποὺ ἡ
καθεμιά κι' ένα θεριό κι' όλες μαζύ μαχαίρια
Γυναίκες, φτωχοκόριτσα, μικρούλες ορφανές,
ὁλομερίς παλεύουνε με τ' απαλά τους χέρια.
Παλεύουν και τα σίδερα μερώνουν με το λάδι,
μόν' ἡ
καρδιὰ στο δάκρυ τους μένει σκληρή του αφέντη
Κι' όταν σχολάνε οἱ δύστυχες
αργά το μαύρο βράδια,
θαρρούν πῶς ἔξημέρωσε καὶ πάν σε κάποιο γλέντι.
Όλες περνούνε γελαστές ἐμπρός μου που σε μια άκρη
-φτωχός υπάλληλος κι' ἐγώ- φυλάγοντας κοιτάζω
Κι' ἐνῷ στα μάτια μαῦρχεται
πονόψυχο ένα δάκρυ
καμώνουμαι τὸν ἄγριο τις βρίζω καὶ φωνέζω.
* https://www.kaliterilamia.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου