Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Ρούπερτ Μπρούκ (Rupert Brooke) (1887-1915): Ποιητής - Ράγκμπι Κ. Αγγλίας- Σκύρος




Μια βιογραφία του

Το 1887 γεννήθηκε στο Ράγκμπι της Κεντρικής Αγγλίας ο 27χρονος νεορομαντικός βρετανός ποιητής Ρούπερτ Μπρουκ. Πέθανε στις 23 Απριλίου 1915 στη Σκύρο ενώ η Ευρώπη φλέγεται στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Είναι αγαπητός, ελκυστικός - «ο πιο όμορφος νέος στην Αγγλία», όπως έλεγε ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς . Γράφει, συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά και δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή Ποιήματα (1911) που η κριτική καλοδέχεται. Με επιθυμίες και για τα δύο φύλα, δοκιμάζει μια ερωτική σύγχυση το 1912 που του προκαλεί συναισθηματική κρίση στα όρια της κατάρρευσης. Το 1906 γράφτηκε στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ για να σπουδάσει φιλολογία και απέκτησε πολλούς και πιστούς φίλους ως μέλος της σοσιαλιστικής «Φαβιανής Εταιρείας», αλλά και στην καλλιτεχνική «Ομάδα του Μπλούσμπερι» και τη Virginia Woolf, παρότι ανήκε σε διαφορετική λογοτεχνική συντροφιά, τους «Γεωργιανούς ποιητές».
Ο Ρούπερτ Τσόνερ Μπρουκ (Rupert Chawner Brooke) γεννήθηκε στο Ράγκμπι της Κεντρικής Αγγλίας στις 3 Αυγούστου 1887. Γόνος εύπορης και καλλιεργημένης οικογένειας, φοίτησε στο τοπικό σχολείο, όπου δίδασκε ο πατέρας του και διακρίθηκε τόσο για τις επιδόσεις του στα μαθήματα, όσο και ως παίκτης του ράγκμπι και του ποδοσφαίρου.Από το 1913 έως το 1914 περιπλανήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά και Πολυνησία Χαβάη, Φίτζι και Αϊτή. Οι ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, που έστελνε τακτικά σε λογοτεχνικά περιοδικά, εκδόθηκαν σε βιβλίο μετά το θάνατό του, με πρόλογο του Henry James (Letters From America, 1931). Ωστόσο, η αγαπημένη του ενασχόληση ήταν οι περιπλανήσεις του γύρω από το χωριό του Γκράντσεστερ, το οποίο ύμνησε στο ποίημά του «The Old Vicarage, Grantchester» (1912).
Με την κήρυξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου επιστρατεύτηκε στο Πολεμικό Ναυτικό με τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου. Συμμετείχε στο αγγλικό εκστρατευτικό σώμα, που θα επιχειρούσε εναντίον των Τούρκων στην Καλλίπολη. Δεν πρόλαβε να πάρει μέρος στην καταστροφική για τους Άγγλους απόβαση, γιατί έπαθε σηψαιμία από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού. Άφησε την τελευταία του πνοή νωρίς το απόγευμα της 23ης Απριλίου 1915, σ’ ένα γαλλικό πλωτό νοσοκομείο, που ήταν αγκυροβολημένο στον κόλπο «Τρεις Μπούκες» της Σκύρου. Τάφηκε στη Σκύρο, στον ίσκιο μιας ελιάς, στα νοτιοδυτικά του νησιού.
Τα σονέτα που έγραψε ο Μπρουκ κατά τη διάρκεια του πολέμου και εκδόθηκαν το 1915 με τίτλο «1914» τον έκαναν αμέσως διάσημο. Εκφράζουν μία ιδεαλιστική στάση μπροστά στον θάνατο, σε πλήρη αντίθεση με την ποίηση που γράφτηκε αργότερα κατά τη διάρκεια του πολέμου των χαρακωμάτων πάνω στο θέμα αυτό.

Έχει μείνει γνωστός για το ποίημά του «Ο στρατιώτης» (The soldier). Πρωτοδημοσιεύτηκε μαζί με άλλα τέσσερα σονέτα του πολέμου στους Times Literary Supplement το 1914, όπου εξέφραζε πατριωτικά αισθήματα και το πολεμικό ιδεώδες σε αντίθεση με άλλα ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του. Αντιφατικότητα, αμφισεξουαλικότητα, διχασμός, μυστικισμός, σαρκασμός αλλά και πίστη, θάνατος αλλά και αγάπη για τη ζωή είναι τα σταθερά σημεία στην ποίησή του.

Το «The Soldier» αρχίζει με τους παρακάτω πασίγνωστους στην Αγγλία στίχους:

If I should die, think only this of me:
That there’s some corner in a foreign field
That is forever Enlgand
 
Κι αν να πεθάνω πρέπει, μόνο αυτό σκέψου για μένα:
Πως υπάρχει κάποια γωνιά σε ξένη γη
Που είναι Αγγλία για πάντα…
 
Στις 5 Απριλίου του 1931 έγιναν στη Σκύρο τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του Μπρουκ, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος, δαπάναις της διεθνούς επιτροπής για την ανέγερση του μνημείου, μέλος της οποίας ήταν και ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Στην τελετή παρέστη και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και τον πανηγυρικό εκφώνησε ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. 
Τον αποχαιρέτησε στη νεκρολογία του στους Times και ο Winston Churchill, ένας από τους πολλούς θαυμαστές του, όπως και ο Henry James. Το 1985 ο Μπρουκ ήταν ανάμεσα στους 16 ποιητές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου για τους οποίους στήθηκε μνημείο στο Poets' Corner στο Westminster Abbey. Η πολυτάραχη ζωή του ποιητή έγινε ταινία και ποιήματά του βρίσκονται σε τραγούδια των Pink Floyd, Fleetwood Mac, Pet Shop Boys.



Α-Δ: Νόελ Ολίβιε, Μέιτλαντ Ράτφορντ, Βιρτζίνια Γουλφ,Ρούπερτ Μπρουκ.

1. Ομορφιά και Ομορφιά - 1912

Όποτε η Ομορφιά κι η Ομορφιά βρεθούν μαζί
το ωραίο πάνω στο ωραίο, ολόγυμνα,
με δάκρυα γλυκά κλαίει η γη,
στον αέρα σκορπίζονται φώτα ολόφωτα,
κι όλα γυρίζουν, ζαλίζονται, αγκαλιάζονται
με γέλια μεθυσμένα και ψιθυριστά ˙
καλύπτοντας με πέπλο αυτά που έρχονται
Πιο μετά – Πιο μετά -
 
 
Όπου η Ομορφιά κι η Ομορφιά βρέθηκαν μαζί,
η γη ένα τρέμουλο ακόμα κρατά,
και μυρωμένοι οι άνεμοι παραμένουν εκεί,
κι οι αναμνήσεις τον αέρα ευωδιάζουν απαλά,
σε στήθη φωλιάζουν, σε αναλαμπές κρύβονται
και σε κομμάτια από γέλια στα σκοτεινά ˙
και όχι στα δάκρυα στα χρόνια που έρχονται
Πιο μετάΠιο μετά -
 
Beauty and Beauty
  
When Beauty and Beauty meet
All naked, fair to fair,
The earth is crying-sweet,
And scattering-bright the air,
Eddying, dizzying, closing round,
With soft and drunken laughter;
Veiling all that may befall
After--after—
  
Where Beauty and Beauty met,
Earth's still a-tremble there,
And winds are scented yet,
And memory-soft the air,
Bosoming, folding glints of light,
And shreds of shadowy laughter;
Not the tears that fill the years
After--after—

2. Η απασχολημένη καρδιά - 1913

(απόδοση στα ελληνικά Μαργαρίτα Παπαγεωργίου)

Τώρα που κάναμε ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο, και χωρίσαμε πια,
θα γεμίσω το μυαλό μου με κάθε σκέψη που δεν είναι σπαρακτική.
(Ω καρδιά μου, δε θα να τολμήσω να φύγω με αδειανή καρδιά)
θα σκεφτώ την Αγάπη στα βιβλία, την Αγάπη την παντοτινή ˙
γυναίκες με παιδιά, ικανοποιημένες, παππούδες να κοιμούνται ,
και χωράφια με νερό, που έχουν οργωθεί με σίγουρη παραγωγή,
και μωρά που κλαίνε, και που ύστερα το κλάμα τους δε θυμούνται ,
και τους νέους ουρανούς, αυτούς που ξεχνούν πάντα τη βροχή,
την ησυχία το απόβραδο μόνο με της εστίας τα φτερουγίσματα,
και του Τραγουδιού την εντιμότητα και τη Σοφία την ιερή.
Εκείνα ζωντανά, εμείς νεκροί. Θα σκεφτώ χίλια πράγματα,
υπέροχα και διαρκή, και θα τα γευτώ με κίνηση αργή,
το ένα μετά το άλλο, όπως γεύεσαι μια τροφή γλυκιά.
Πρέπει να απασχολήσω με γαλήνη τη δική μου την καρδιά.
1913

The Busy Heart

Now that we've done our best and worst, and parted,
I would fill my mind with thoughts that will not rend.
(O heart, I do not dare go empty-hearted)
I'll think of Love in books, Love without end;
Women with child, content; and old men sleeping;
And wet strong ploughlands, scarred for certain grain;
And babes that weep, and so forget their weeping;
And the young heavens, forgetful after rain;
And evening hush, broken by homing wings;
And Song's nobility, and Wisdom holy,
That live, we dead. I would think of a thousand things,
Lovely and durable, and taste them slowly,
One after one, like tasting a sweet food.
I have need to busy my heart with quietude


3. Χαραυγή 1914-15

(απόδοση στα ελληνικά Μαργαρίτα Παπαγεωργίου)

(στο τραίνο, ανάμεσα Μπολόνια και Μιλάνο, δεύτερη θέση)
Απέναντί μου δυο Γερμανοί με ροχαλητά ιδροκοπάνε.
Μέσα σε ναυτία πηχτή εμείς τραμπαλιζόμαστε μ’ αγκομαχητά.
Λες κι είμαστε εδώ από πάντα ˙ κι ωστόσο λίγο θα ΄ναι.
Δυο ώρες δείχνει ένα ρολόι θαμπά, δυο αιώνες, μα όχι αρκετά.
Τα παράθυρα είναι σφραγισμένα, και λιγδιασμένα βρωμάνε
στης νύχτας τη δυσωδία. Κι έχουμε ακόμα δυο ώρες μπροστά.
Δυο ώρες ως την αυγή και το Μιλάνο ˙ δυο ώρες δεν περνάνε.
Αντίκρυ μου δυο Γερμανοί ιδροκοπάνε με ροχαλητά…

Ο ένας τους ξυπνά, και φτύνει, και κοιμάται ξανά.
Το σκοτάδι ανατριχιά. Χλωμό ένα φως τη βροχή διαπερνά
τα πρόσωπά μας χτυπά, τα αποστεωμένα κι ωχρά. Κάπου αλλού
μια καινούργια μέρα ξεπηδά ˙ και μέσα, ο σάπιος αέρας παντού
πιο παγερός, πιο νοτερός, πιο σαπισμένος γίνεται μετά…
Αντίκρυ μου δυο Γερμανοί ιδροκοπάνε με ροχαλητά.


Dawn

(From the train between Bologna and Milan, second class)

Opposite me two Germans snore and sweat.
Through sullen swirling gloom we jolt and roar.
We have been here for ever: even yet
A dim watch tells two hours, two aeons, more.
The windows are tight-shut and slimy-wet
With a night's foetor. There are two hours more;
Two hours to dawn and Milan; two hours yet.
Opposite me two Germans sweat and snore. . . .

One of them wakes, and spits, and sleeps again.
The darkness shivers. A wan light through the rain
Strikes on our faces, drawn and white. Somewhere
A new day sprawls; and, inside, the foul air
Is chill, and damp, and fouler than before. . . .
Opposite me two Germans sweat and snore.

1914-15


4. Θραύσμα   (Απρίλιος 1915)
(απόδοση στα ελληνικά Μαργαρίτα Παπαγεωργίου)


Περιφερόμουν μόνος στο κατάστρωμα, καμιά ώρα, απόψε
κάτω από έναν συννεφιασμένο αφέγγαρο ουρανό˙ έριχνα ματιές
απ΄ τα παράθυρα μέσα, κοίταζα τους φίλους μου στα τραπέζια,
να παίζουν χαρτιά, ή να στέκονται δίπλα στην πόρτα,
ή να βγαίνουν έξω στο σκοτάδι. Ωστόσο,
κανένας τους δεν μπορούσε να δει εμένα.

Θα μπορούσα να τους είχα συλλογιστεί
- ανίδεοι, μόνο με μιας βδομάδας μάχη – με συμπόνια ,
με καμάρι για τη δύναμή τους, τη σπουδαιότητα και τη σκληράδα
και την ομορφιά του συμπλέγματος των κορμιών, και να λυπόμουν
που αυτή η εύθυμη μηχανή του μεγαλείου σύντομα θα τσακιζόταν,
θα γινόταν κάτι ασήμαντο, κομμάτια σπασμένα, σκορπίσματα…
                                                 Μόνο που, όλη αυτή την ώρα,
εκείνο που έβλεπα - στο φως της λάμπας - ήταν να περνούν αυτοί
σα χρωματιστές σκιές, πιο λεπτές κι απ’ το λεπτότερο γυαλί,
φυσαλίδες ψιλές, πιο αχνές κι απ’ το αχνότερο κύμα
που θα έσπαζαν σε φωσφορίσματα πέρα στη νύχτα σύντομα,
του χαμού πράγματα, φαντάσματα παράξενα – του θανάτου εδώ
άλλα φαντάσματα – αυτό, ή εκείνο, ή εγώ.


Fragment

I strayed about the deck, an hour, to-night
Under a cloudy moonless sky; and peeped
In at the windows, watched my friends at table,
Or playing cards, or standing in the doorway,
Or coming out into the darkness. Still
No one could see me.

I would have thought of them
—Heedless, within a week of battle—in pity,
Pride in their strength and in the weight and firmness
And link’d beauty of bodies, and pity that
This gay machine of splendour ’ld soon be broken,
Thought little of, pashed, scattered. …
                                                        Only, always,
I could but see them—against the lamplight—pass
Like coloured shadows, thinner than filmy glass,
Slight bubbles, fainter than the wave’s faint light,
That broke to phosphorus out in the night,
Perishing things and strange ghosts—soon to die
To other ghosts—this one, or that, or I.



Αυτόν, τον τόσο ευαίσθητο ποιητή, οι Σκυριανοί τον τίμησαν δεόντως!





Δεν υπάρχουν σχόλια: