Eίμαι φιλόλογος αλλά ασχολούμαι και με τη μετάφραση από την ιταλική γλώσσα. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ τέρμα παραλία. Θα ήθελα οι ιστορίες μου να έχουν οπωσδήποτε happy end αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα κατορθωτό. Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων, αλλά γράφω και θεατρικά και σενάρια. Έχω την τιμή να διατηρώ επί σειρά ετών, βρέξει χιονίσει, τη σελίδα «Δωμάτιο Με Θέαν» στο περιοδικό «Αν». Τέλος, έχω ακουμπήσει με το δάχτυλο όλα τα τατουάζ του Νίκου Καββαδία, ειδικά αυτό με τη γοργόνα.
" Η Επανάσταση του '21 "
Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821, εγώ ήμανε καθηγητής στο λύκειο Κανήθου. Οι κατακτητές, οι γερμανοί, είχαν κάνει κατοχή πρώτα στα σχολεία. Είχανε αγγαρέψει και κάτι μυστήριους τύπους επoνομαζόμενους «σχολικούς συμβούλους», οι οποίοι ερχόντουσταν με τα ετοιματζίδικα τα πάουερ πόιντ και μας ζαλίζανε τα αυτιά περί αξιολογήσεων και ποσοστώσεων και τράπεζών θεμάτων και ξέρω ‘γώ τι άλλο. Ευτούνοι φοράγανε χρυσά σκουλαρίκια και γούνες, και ήντουσαν και πρεπούμενοι και θεοσεβούμενοι και όσο να πεις, είχαν ένα θεσμικό ρόλο πάρα πολύ σημαντικό, όχι ό,τι κι ό,τι: ένα σχολείο χωρίς μαθητές, και χωρίς δασκάλους, ένα σχολείο χωρίς σχολείο.
Η Επανάσταση του '21, εικονογράφηση: Σοφία Μυλωνά Μας μαζώνει το λοιπόν ο Κολοκοτρώνης στο λημέρι, στην Περικλέους Σταύρου, και μας λέγει το και το, μάγκες, πρέπει να σταματήσουμε το Δράμαλη στα Δερβενάκια, αλλιώς δε θα μείνει κολυμπηθρόξυλο όρθιο. Εγώ να μη λέγω ψέματα, δεν είμαι και κανάς γενναίος, τον γκρίνιαξα «ωρέ συ Θόδωρε, κουζουλάθηκες, πού να πάμε τριάντα νοματαίοι να τα βάλουμε με τα τανκς και τα μυδράλια;» Και σκεφτόμανε μάλιστα ότι έπρεπε να βγάλω τη φουστανέλα από τη ναφθαλίνη, και θα ‘τανε και τσαλακωμένη και τρέχα τώρα να σιδερώνεις τη φουστανέλα, δεν ξέρω αν σου ‘χει τύχει, πολύ μπελαλίδικη, γιατί έχει ένα κάρο πιέτες, σύνολο καμιά τετρακοσαριά.
Ο γερο-Θόδωρος ήταν ανένδοτος, του είχε γυρίσει το μάτι ανάποδα: φαινότανε ο άνθρωπος τελείως απηυδισμένος. Μας εξήγησε πως είχε καταλυθεί η Kοινοβουλευτική Δημοκρατία, δε λειτουργούσε ούτε βουλή ούτε τίποτις. O τρίτος πυλώνας τση Δημοκρατίας, η Δικαιοσύνη, άστα να πάνε, είχε διακτινισθεί στο επέκεινα, ούτε λόγος να γίνεται. Και στο λέγω αυτό, γιατί μερικοί ισχυρίζουνταν ότι έπρεπε να κάμουμε προσφυγή στο Συμβούλιο Τση Επικρατείας. Άντε τώρα να πείσεις τον Αθανάσιο Διάκο και τον Άρη Βελουχιώτη να παρατήσουνε τα γιαταγάνια και να το ρίξουνε στις προσφυγές… Και πες ότι τους έπεισες, τι καζάντι θα βλέπαμε; Άλλοι προτείνανε να βγάλουμε ψήφισμα διαμαρτυρίας για το ταϋπέδ -χαιρέτα μου τον πλάτανο- να το πει η τηλεόραση. Η τηλεόραση όμως ήντουνε απασχολημένη αν χώρισε η Μενεγάκη τον αγαπητικό τση, στην καλύτερη περίπτωση, γιατί συνήθως έδειχνε υπουργούς: κάτι ανασούμπαλα σούργελα, κάτι κακοσούσουμους νούλες, που οι πολίτες καθόντανε και τσι πιστεύανε, ενώ, ρε καρντάση μου, κάνανε κρα ότι ήντουσταν απίστευτοι.
Εγώ τότενες αγαπούσα μία συνάδερφος που ήντουνα πασοκτζού, τη στιγμή που δεν υπήρχε πασόκ. Θέλω να πω, αυτό είναι αξιοθαύμαστο, υπερφυσικό. Με κράζανε οι υπόλοιποι παρτιζάνοι, αλλά τι να κάμω, ήμανε επιρρεπής, το οποίον η λεγάμενη πασοκτζού όταν φόραγε τα κολλητά τση τα κολάν ήντουνα άλλο να στο μολογάω και άλλο να το γροικάς, πολύ μέγκλα, θεοκόμματος.
Οι γερμανόψυχοι είχαν βγάλει φιρμάνι να γκρεμιστεί η Αγορά τση Χαλκίδας και στη θέση τση να χτιστεί ένα Δε Μολ. Επίσης είχαν ρίξει εξασθενές χρώμιο στο νερό, αλλά οι υγειονομικές υπηρεσίες λέγανε ότι ήντουνε οκέι, εντός των ορίων. Ποιος είδε τον Οξαποδώ και δεν τον σκιάχτηκε! Δεν ξέρω αν έχεις υπόψη σου τι πα να πει εξασθενές χρώμιο, δεν είναι ανάγκη να το πιεις, μπορείς και με ένα ντουζάκι, ή ένα πλύσιμο μαρουλιού να το ενστερνιστείς, δεν τη σκαπουλέρνεις ούτε με εμφιαλωμένα, ούτε με τίποτα. Με τίποτα, Χριστέ και Παναγία μου!
Το χειρότερο απ’ όλα μωρ’ αδερφάκι μου, ήντουνα αυτή η κλοπή των λέξεων: δε μας αφήκανε μια λέξη να ‘χουμε. Έλεγες, φερ’ ειπείν, «εξορθολογισμός του κράτους», «δημοσιονομικός έλεγχος», ή «πατρίδα», ή «λαός» και γέλαγε και το παρδαλό κατσίκι. Νιέντε γλώσσα, νάδα. Άνοιγες το στόμα και δεν έβγαινε λέξη, έβγαινε μόνο ένα ξερατό, μια χλαπάτσα –με το συμπάθειο κιόλας.
Η χώρα δεν ήντουνα χώρα πια, είχε γίνει κανονική αποικία, τύφλα να ‘χει το Γαλλικό Κογκό και το Δέλτα του Νίγηρα. Οι γερμανοί είχαν εγκαταστήσει σε ούλα τα υπουργεία, αυτά τα πωσταλένε, τα τασκ φορς. Τα τσιράκια τους στο γκουβέρνο μαζί με διάφορα στελεχίδια και ανθυποστελεχίδια δώθε κείθε, κάτι πουκάμισα αδειανά, στεκόντουσαν το βράδυ στον καθρέφτη τους και γινόντουνε η δίκη τση Νυρεμβέργης, και απολογιόντουσταν και κρένανε «εγώ δημόσιος υπάλληλος είμαι, διαταγές εκτελώ». Και μετά περιμένανε την ετυμηγορία του καθρέφτη τους που, περιττό να στο τονίσω, θα ήταν σίγουρα αθωωτική.
Έτσι λοιπόν, να μη στα πολυλογώ, αποφασίσαμε να στήσουμε καραούλι στα Δερβενάκια. Μόνο που οι γερμανοί είχαν ήδη διαβεί από κομμένες γέφυρες και από ραγισμένες συνειδήσεις και είχαν τρουπώσει σαν τσι κουραδόμυγες μέσα στα σπίτια: έπρεπε να στήσουμε καραούλι σε κάθε πορτοπαράθυρο, στους καναπέδες, στις τηλεόρασες, να μη σου πω και στις ψυχές.
Τώρα αδερφέ μου, μπεσαλίδικα σου μιλάω, δεν απομένει τίποτε άλλο παρά να αποφασίσεις με ποιανού το μέρος είσαι.
Ναι. Με ποιανού το μέρος είσαι;
Ένας πίνακας του Ρενέ Μαγκρίτ-
Απλά μαθήματα κοιτάγματος στον καθρέπτη
Ο άντρας αυτός, δυστυχώς, δεν ξέρει πώς γίνεται ένα σωστό κοίταγμα στον καθρέφτη. Χτενίζεται σχολαστικά, ελέγχει τις τρίχες που ξεπετάγονται από τα ρουθούνια του, στρώνει το μούσι του, πεπεισμένος πως ο καθρέφτης θα του επιτρέπει εσαεί να επινοεί εαυτούς, έτσι, ανώδυνα.
Ούτε καν τηρεί μια απόσταση ασφαλείας από το μαγνητικό πεδίο του καθρέφτη του. (Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, η ιδανική απόσταση είναι 48 πόντοι σε ελαφριά κλίση 35 μοιρών)
Ο καθρέφτης ακολουθεί μια πολύ ύπουλη τακτική: στην αρχή το παίζει φίλος, προσφέρει εκδουλεύσεις του τύπου έτοιμες δικαιολογίες για όλα τα καθημερινά μικροεγκληματάκια, κάλυψη τυχόν εμφανισιακών ατελειών και τα λοιπά.
Ακόμα και όταν ο άντρας βγαίνει από το σπίτι, συνεχίζει να τελεί υπό πούμε, ο άντρας παρακολουθεί απέξω τον εαυτό του όταν μιλάει με την επιτήρηση του καθρέφτη του. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί: Ας τους άλλους ανθρώπους, και του ανακοινώνει εκ των προτέρων τι να πει, πώς να το πει και τι χειρονομίες να κάνει. Στην ουσία, ο άντρας λειτουργεί ως μυστικός πράκτορας στην υπηρεσία του καθρέφτη, είναι η φωνή του καθρέφτη που τα υπαγορεύει όλα.
Πίσω από τον καθρέφτη υπάρχει ένα μακρύ σκοτεινό τούνελ. Μέσα στο τούνελ έρπει με αγκώνες, βλέφαρα και νύχια, το πρόσωπο του άντρα, πασχίζοντας να τον φτάσει και να συναντηθούν.
Ο ζωγράφος έχει αποτυπώσει ακριβώς τη στιγμή που ο άντρας σημειώνει στο ημερολόγιό του «Τέλος αιχμαλωσίας», το ακουμπάει στο πλάι και αποφασίζει -επιτέλους- να διασχίσει τον καθρέφτη του και να μπει στο τούνελ. Να σπεύσει προς το πρόσωπό του.
Απλά μαθήματα συνύπαρξης
Παίρνω λοιπόν το τρένο για την Αθήνα.
Στην Οινόη ανεβαίνουν κάτι κύριοι που ανοίγουν κουβέντα για το αν οι ελιές φέτος θα κάνουν πολύ λάδι.
Παραδίπλα, κάποιος λέει στον συνομιλητή του ότι έχει δίκιο ο Βαρουφάκης. Ο συνομιλητής του απαντάει ότι δεν έχει δίκιο ο Βαρουφάκης αλλά ο Τσίπρας. Ένας άλλος προσθέτει ότι έχει δίκιο η Κωνσταντοπούλου. Δεν αναφέρεται καθόλου ο Λαφαζάνης.
Ένας παππούς τρώγεται εδώ και ώρα να μου πει κάτι σημαντικό. Μου το λέει:
-Ο Αβραάμ Λίνκολν ήταν εβραίος!
Ακριβώς αυτό αναρωτιόμουν: Τι να ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν.
Δίπλα μου ένας πακιστανός μιλάει στο κινητό και δεν μπορώ να στήσω αυτί να δω τι λέει γιατί δεν ξέρω πακιστανικά.
Σε κάποια φάση, περνάει ο ελεγκτής και του απευθύνομαι:
-Κύριε ελεγκτά, σας παρακαλώ, μπορείτε να μου κάνετε με το τρυπητήρι σας μια τρύπα στη ζώνη μου γιατί πάχυνα και δε με χωράει;
Παραπέρα διάφοροι άνθρωποι εξηγούνε ότι πρέπει να τρώμε λιναρόσπορο γιατί κάνει καλό.
Εν τω μεταξύ, στο βιβλίο μου βρίσκομαι σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο, ο Μονταλμπάνο κοντεύει να πιάσει τον δολοφόνο, αλλά απ΄ την πολλή φασαρία έχω κολλήσει στην ίδια σειρά εδώ και μια ώρα.
Απέναντι κάθεται η Μόνα Λίζα, όμως οι γυναίκες ενοχλούνται άμα τις χαζεύεις στο τρένο και έτσι δεν μπορώ να τη θαυμάσω. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θα το καταγγείλω στη Διεθνή Αμνηστία.
Στον Άγιο Θωμά, ορμάνε μέσα οι φαντάροι και πιάνουν να συζητάνε τα φανταρίστικά τους, για κλασομπανιέρες, μυγοχέσματα και τα λοιπά.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αποκοιμιέμαι. Ναι, ναι. Αν είναι δυνατόν...
Βλέπω το εξής όνειρο: Είμαι, λέει, στο ίδιο αυτό τρένο, αλλά μόνο εγώ. Δηλαδή, τελείως εγώ. Δεν υπάρχει άλλη ψυχή ζώσα.
Όμως... όμως όσο να πεις, με πιάνει μια μοναξιά, θέλω μια παρέα βρε αδερφέ, κάποιον...
Τροποποιώ τα όνειρο: Τώρα, το τρένο γεμίζει κόσμο αλλά όλοι είναι όμοιοι με μένα, δηλαδή είμαι εγώ πολλαπλασιασμένος. Ωστόσο... κι αυτή η ευτυχία δεν κρατάει πολύ: Εδώ δεν υποφέρω ούτε τον ένα μου εαυτό, φαντάσου τώρα τρακόσους εαυτούς μαζί.
Εντέλει, αποφασίζω να ξυπνήσω επειγόντως. Ξαναβρίσκω τη θέση μου ανάμεσα σε όλες τις ράτσες των ανθρώπων.
Ακόμα κι αν δεν ξέρουμε πού πηγαίνουμε με αυτό το τρένο, σας ευχαριστώ όλους που υπάρχετε, ο καθένας με το κουσούρι του.
Ω Αγία Διαφορετικότητα, ελέησον, σώσον και διαφύλαξον ημάς, δόξα σοι η ελπίς ημών δόξα σοι!
Απλά μαθήματα χυλόπιτας
Όποτε έχω εφημερία στο προαύλιο του σχολείου, έρχεται και μου κολλάει από δίπλα ένα αγόρι. Μου λέει:
-Κυριε, δε με βάλανε στην ομάδα μπάσκετ του σχολείου.
-Ε καλά παιδί μου, δεν χάθηκε κι ο κόσμος.
-Ναι, αλλά η Βαγγελιώ…
-Η Βαγγελιώ, τι;
-Τα ‘φτιαξε με άλλον.
-Ωχ… Με ποιον;
-Με έναν που παίζει στην ομάδα μπάσκετ. Γιατί, καλέ κύριε, τα κορίτσια προτιμούν τους μπασκετμπολίστες;
-Άστο πάνω μου. Θα μιλήσω του γυμναστή να σε βάλει τουλάχιστον αναπληρωματικό.
-…
-Θρήνησε άμα θες, παιδί μου. Αλλά δέξου τη χυλόπιτα με τιμή και δόξα. Τότε δεν θα έχεις χάσει τη Βαγγελιώ ποτέ ολοκληρωτικά. Θα κουβαλάς πάντα ένα κομμάτι της μέσα σου.
-Όμως, και στα πάρτι, καλέ κύριε... Δεν με καλεί κανείς. Δεν υπάρχει πιο φριχτό πράγμα από το να μη σε καλούνε στα πάρτι.
-Καταλαβαίνω, παιδί μου.
-Την έχω πέσει σε όλες τις συμμαθήτριές μου. Δεν με θέλει καμιά.
-Η Φαίη; Προχτές που σας είχα βάλει διαγώνισμα είδα ότι σε άφησε να αντιγράψεις από το γραπτό της. Μήπως της αρέσεις;
-Η Φαίη είναι απουσιολόγος.
-Α, συγνώμη, το ξέχασα.
-Μέχρι που δοκίμασα κι αυτό που μου είχατε πει τις προάλλες, να είμαι ο εαυτός μου.
-Και δεν λειτούργησε;
-Παταγώδης αποτυχία. Με κοιτάζω στον καθρέφτη και δεν μπορώ να καταλάβω τι προσπαθούν να δουν οι άλλοι σε μένα.
-Το σύστημα «λάου λάου»;
-Τίποτα. Ούτε το «ντάιρεκτ κι ο θεός βοηθός».
-…
-Τι να κάνω, καλέ κύριε; Έχω τόση αγάπη μέσα μου, μα κανείς δεν την χρειάζεται αυτήν την αγάπη.
-Σαν καρουζέλ που γυρίζει μόνο του, αδειανό, χωρίς ούτε μισό παιδάκι.
-Σαν τη θάλασσα του χειμώνα που κανείς δεν την κολυμπάει.
-Σαν χελώνα που δε βρίσκει ένα μέρος να εναποθέσει τα αυγά της.
-Σαν…
Κοιτάζω άλαλος το περίλυπο αγόρι. Ξέρω καλά πως αυτό το πρόβλημα δεν έχει λύση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου