Ευβοϊκός Λόγος-Τεύχος 11-12 Γενάρης-Φλεβάρης 1959
ΑΘΗΝΑ ΤΑΡΣΟΥΛΗ
"Νοσταλγία"
(᾿Απ'
τις παιδικές μου ἀναμνήσεις στη Χαλκίδα)
Πολλές αναμνήσεις με συνδέουν με το ὡραῖο
μεγαλονήσι τῆς Εύβοιας, ἰδιως
με την πρωτεύουσά της τη Χαλκίδα. ᾿Αναμνήσεις
παιδικές ἀπὸ
κείνες που μᾶς μένουν ἀνεξάλειπτες
από τη θύμηση σε όλη μας τη ζωή. Αν καὶ
γεννήθηκα στην Αθήνα, θεωρώ τη Χαλκίδα σαν δεύτερη πατρίδα τῶν
πρώτων παιδικών μου χρόνων, γιατί ὁ
πατέρας μου είχε κληρονομία ἀπ' τὸν
παππού μου, τον Κωνσταντίνο Πιττακό – που δεν ήταν Χαλκιδέος ἀλλὰ
κάποτε χρημάτισε ἐκεῖ
γυμνασιάρχης – ένα μεγάλο καὶ ὡραίο
χτήμα 35 στρεμμάτων στα Αμπέλια, στην περιοχή που λέγεται Μύτικάς όπου
πηγαίναμε να περάσουμε κάθε χρόνο τους καλοκαιρινούς μας μήνες.
Στην ωραία καὶ
μεγάλη πολιτεία της Χαλκίδας, το μέρος που με τραβούσε περισσότερο ήταν η
γέφυρα που συνδέει, πάνω ἀπὸ τὸ
στενό τοῦ Εὐρίπου,
την Εύβοια μὲ τὴν ἀπέναντι
στεριὰ τῆς
Βοιωτίας όπου, στὸν ἀντικρυνό
ψηλό της λόφο του Καράμπαμπα, στέκουν τὰ
τείχη ενός παλιού τούρκικου κάστρου. Η σιδερέγια γέφυρα τῆς
Χαλκίδας που χωρίζεται στη μέση καὶ ἀνοίγει
γιὰ νὰ
περάσουν τα βαπόρια καὶ τὰ
μεγάλα μπάρκα, ἢ τὰ
διάφορα καΐκια, μπρατσέρες, σκούνες και τρεχαντήρια, ήταν – όπως καὶ ἐξακολουθεί
να εἶναι
– για όλους όσοι βρίσκουντ' ἐκεῖ, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀξέχαστα
και γραφικώτερα θεάματα. Ανάλογα με την κίνηση τῶν
νερῶν τῆς
παλίρροιας που το ρεύμα τους αλλάξει πορεία κάθε έξη ώρες, ή γέφυρα ἀνοίγει
γιὰ νὰ
διαβούν τα πλεούμενα πρός τ' ἀπάνω ή πρὸς τὰ κατω,
σύμφωνα με το ρεύμα, που έχει μεγάλη ορμή. ᾿Αδύνατον
είναι νὰ πᾶνε
Ενάντια στο ρεῦμα γιατί, ἢ θὰ
βουλιάξουν, ή θα γίνουν κομμάτια στα πλάγια τεράστια κρηπιδώματα που στερεώνουν
τη γέφυρα ἀπὸ τις
δυό της πλευρές,
Ακουμπισμένη στα σιδερένια κιγκλιδώματά της,
με πόση εὐχαρίστηση παρακολουθοῦσα τὸ
γοργό, από τη δύναμη τῶν νερών, πέρασμα τῶν
μεγάλων βαποριών, ἀπ' όπου οἱ ἐπιβάτες
μας χαιρετούσαν – ήταν τόσο κοντά - με μαν τήλια καὶ μὲ
χέρια, όπως κάναμε κι' έμεῖς. Το ίδιο γινόταν καὶ μὲ τὸ
πέρασμα τῶν ἱστιοφόρων,
ἐνῶ τὰ
νερά ἄφριζαν
τριγύρω τους, γεμίζοντας τη γύρω ἀτμόσφαιρα
μὲ τὸν ἀχὸ τῆς
λικνιστικῆς βοῆς
των. Πόσες φορές εσκίρτησε ή παιδική μου ψυχή από μια κρυφή λαχτάρα φυγής, να
μπορούσα να πηδήσω σ' ἕνα ἀπ' αὐτὰ τὰ
διαβατάρικα, σαν τὰ πουλιά τῆς
θάλασσας, καράβια καὶ ὅπου ἤθελε
ας με
πήγαινε, φτάνει ν' ανάσαινα πλατιά την άλμη τοῦ
πελάγου και αχόρταγα να ρούφαγα τη γαλάζια μέθη τ' ουρανού. Για μια στιγμή, σὰν ἀπὸ ἕνα ὁρμέμφυτο
ένστικτο, καθώς περνοῦσε ένα τρικάταρτο μπάρκο με
τους φλόκους καὶ τοὺς
παπαφίγκους φουσκώμένους ἀπὸ τὸν
αέρα, τούριξα το κόκκινο μαντήλι που φορούσα στο κεφάλι μου, σαν μήνυμα
ανικανοποίητης νοσταλγίας. Το κόκκινο πανάκι, έτσι καθὼς τὸ
σήκωσε στο κενό καὶ τόσπρωξε ὁ αέρας
πρὸς τὸ
καράβι, πήγε και μπερδεύτηκε στη σκοινένια σκάλα ενός καταρτιού. Καὶ ὅσο τὸ
Ιστιοφόρο έκοβε δρόμο και ανοιγόταν στο πέλαγο, μια μικρή άλική παντιέρα
ανεμιζόνταν στο πλάϊ του, σαν αἱμάτινη κηλίδα που πετάχτηκε ἀπὸ τὸ
σκίρτημα μιας άπρα γης ακόμα καρδιάς ποὺ ἀπὸ τὰ πιὸ
μικρά της χρόνια, μέσα στο υποσυνείδητό της, χωρίς κι' αὐτὴ ἀκόμα
νὰ ξέρει
το γιατί, είχε αρχίσει να ξυπνάει στὰ
βάθη της ο πόθος, η λαχτάρα τῆς φυγής, τῶν
ταξιδιῶν ἡ ἀκατανίκητη
δίψα. Σαν πέρασαν τὰ χρόνια, μέστωσε το κορμί
κι' ωρίμασε ὁ νοῦς,
πώς ὅλα
τοῦτα
μου έγιναν αληθινά βιώματα, πήραν μορφή ζωντανής πραγματικότης της καὶ
βαθιάς ψυχικῆς ἀπολύτρωσης.
Ξεφυλλίζοντας το παλιό βιβλίο των αναμνήσεών
μου ἀπὸ τις
πρώτες έντυπώσεις τῆς ζωῆς
μου στη Χαλκίδα, σταματῶ καὶ σε
μια άλλη σελίδα που κι' αὐτή κρατεί ξέχωρη θέση στην
ψυχή μου. Το μεγάλο χτήμα του παππού μου –που γι' αὐτὸ
μίλησα πιο πάνω– ήταν μια συνεχής για μένα εὐδαιμονία,
ἕνας ἀληθινός
παράδεισος που μου ανοιγε τις χρυσές του θύρες στη φύση καὶ σε
όλες τις φανερές και τις μυστικές της όμορφιές.
Θυμάμαι, όταν ὕστερα
ἀπὸ μιὰ διαδρομὴ ἀνάμεσα
ἀπὸ
ρομαντικά τοπία κι' όταν τὸ λαντώ μὲ τὰ διὰ
άλογα, ὅπου ἦσαν
μέσα καθισμένοι οἱ γονεῖς
μου, ἐγώ
καὶ μιὰ ὑπηρέτρια,
σταμάτησε μπρός σ' ένα μέρος σύδεντρο, ὁλόδροσο
και σκιερό. Ανάμεσα απο τα πυκνά φυλλώματα , τοὺς
καλαμώνες, τις καλαμποκιές και τους κορμούς τῶν
γέρικων δέντρων, φαινόταν ένα δίπατο κόκκινο σπίτι μ' ἐξωτερική
πέτρινη σκάλα καὶ μακρύ ξύλινο χαγιάτι, ένα
είδος καλο χτισμένου χωριατόσπιτου. Εκεί ήταν το τσιφλίκι του παππού μου, το
σπίτι καὶ τὸ ἀγαπημένο
χτήμα τοῦ ᾿Αλέξαν
δρου Πιττακού, τοῦ πατέρα μου. Ανάμεσα ἀπὸ τις
πρασινάδες εἶδα νάρχεται πρὸς τὸ
μέρος μας γιὰ νὰ μᾶς ὑποδεχτεί
ή γριά κολλήγισα, κρατώντας στο χέρι τη ρόκα καὶ τ' ἀδράχτι
της. Η όγδοντάχρονη γριά Ζαχαρού, τριγυρισμένη από νέους καὶ
κοπέλλες, ἀπὸ
παιδιά και ἀγγόνια, έναν ολόκληρο άγροτικό κόσμο με
πρόσωπα γελαστά όπου οι άκτίνες του ήλιου πεταλούδιζαν πάνω τους, κάτω ἀπὸ τῶν
δέντρων τις σκιερές φυλλωσιές. Πουλιά κελαϊδοῦσαν
μέσα στο πράσινο βασίλειό τους. Ζωάκια τῆς ἐξοχῆς,
πηδηχτά κατσικάκια, κότες μὲ τὰ
κλωσσοπούλια τους ξετρύπωναν ἀπὸ τοὺς ἀνθισμένους
φράχτες όπου οι λυγαριές, τὰ φλυκούνια, τὸ
φασκόμηλο και η αγράμπελη, είχαν μπλεχτεί σὰν σ'
ἐρωτικό
σφιχταγκάλια σμα, σκορπίζοντας τὴν ἀνάλαφρα
γλυκειά μυρωδιά τους στον αέρα. Πιο εκεί μια παλιά στέρνα γιομάτη διάφανο νερό
καθρεφτίζε τρεμουλιαστή όλες τις γύρω της εἰκόνες.
Μια προβατίνα έπινε γαλήνια με τ' ἀρνάκια
της νερὸ ἀπὸ τὸ
πλαϊνό αυλάκι. Ο αέρας ήταν γιομάτος ἀπὸ ἀκαθόριστες
γλυκειές μυρωδιές ποὺ μοῦ
μεθοῦσαν
τις αἰσθήσεις.
Ένοιωσα να ξυπνάει μέσα μου ξαφνικά ένας ώραίος κόσμος ὡς
τότε άγνωστος σε μένα...
Οι μέρες μου περνούσαν σαν μέσα σ’ ένα
όνειρο. Κάθε λίγο τα παιδιά με έπαιρναν καὶ
γυρίζαμε παίζοντας σ' όλο τὸ χτήμα. Είχα γίνει ένα σωστό
άγοροκόριτσο. Ανέβαινα μαζί τους στὰ δὲντρα,
στις κορομηλιές, στις συκιές, στις ἀχλαδιές,
ἀπ' ὅπου
έκοβα τους χυμόδικους καρπούς των καὶ μὲ
λαιμαργία έτρωγα τὴν ἀφράτη
σάρκα τους. Πάνω στα κλαδιά πλήθος τα τζιτζίκια τραγούδαγαν τὸ
μονότονο σκοπό τους, σὰν πλανταγμένα ἀπὸ τὴ
ζεστή ανάσα τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἄναβε
τους πόθους τῆς γῆς
κι' έκανε τοὺς ὁρμητικούς
χυμούς της να ξεχειλίζουν ἀπὸ τις
ρίζες τῶν
δέντρων ὡς
τις λεπτότερες ίνες τῶν φύλλων ὡς τὰ πιὸ
τρυφερά τους ἀκρόκλωνα. Μ' άρεσε να κυνηγάω τὰ
τζιτζίκια, τὰ ἔπιανα
την ώρα που ήταν παραδομένα στὸ μεθύσι τοῦ
τραγουδιού τους καὶ τὰ ἔκλεινα
σ' ένα κουτί, με τὴν ἀνίδεη
σκληρότητα ενός παιδιού για ν' ακούσω την ομαδική τους συναυλία. Μα πάλι σὰν νὰ ἔνοιωθα
κάποια λύπη γι' αὐτούς, άνοιγα τη φυλακή τους
γιὰ νὰ μὴν
πάθουν ασφυξία καὶ τ' άφινα να πετάξουν
σαστισμένα στα κλαδιά τῶν δέντρων. "Αλλες φορές
χωνόμαστε με τα χωριατόπαιδα σαν μέσα σε σμαραγδένια θάλασσα, στα πυ κνοπράσινα
κλήματα τῶν ἀμπελιῶν γιὰ να
γευτούμε τα γλυκόχυμα σταφύλια τους... "Άλλες ώρες δέναμε κούνιες μια
γέρικη μουριά τῆς αὐλῆς. Ἐκάθιζα
στην κούνια καὶ τὰ
παιδιὰ ὁ ἕνας
πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο,
μούδιναν από μια δυνατή σπρωξιά ποιος θὰ μὲ
στείλει ψηλότερα κι' ένοιωθα κάτι σαν ρίγος καὶ μια
ευχάριστη ανατριχίλα να διατρέχει το κορμί μου καθώς αιωρούμουν πέρα δώθε στο
κενό. Όταν ξέφευγα από την προ σοχή των γονιών μου πήγαινα σε μια μεγάλη ελιά
που, καθώς έλεγαν, ἦταν πεντακοσίων χρονών καὶ εἶχε
μια τεράστια κουφάλα, άφινα κάτω τα παπούτσια μου καὶ
σκαρφάλωνα ὡς τὸ πιο
ψηλά κλαρί της. Καθόμουν εκεί εύτυχισμένη νομίζοντας τὸν ἑαυτό
μου πότε πώς ήμουν μια μικρή βασίλισσα σε ψηλό θρόνο που διαφέντευε ἀπὸ και
πάνω ὅλη τὴ
γύρω έκταση, πότε σὰν ἕνα
μικρό ασήμαντο στρουθί, χωμένο μέσ' τ' ασημόφυλλα, όσο που ή φοβισμένη φωνὴ τῆς
μάνας μου, που με καλοῦσε ἀνήσυχα,
μὲ
ξυπνοῦσε ἀπὸ τ'
όνειρό μου ...
Ξεφυλλίζω ένα παλιό κιτρινισμένο τετράδιο
όπου βρήκα σημειωμένα ὕστερα ἀπὸ ένα
ταξίδι που έκαμα ἔπειτα ἀπὸ
πολλά χρόνια στὸ χτῆμα τῆς
Χαλκίδας, τοῦτα τα λόγια: «Πόσα χρόνια πέρασαν ἀγαπημένο
μου σπιτάκι καὶ ώραίο μου περιβόλι που δεν σᾶς εἶδα.
Σὲ σᾶς ὅπου ἄλλοτε
πετούσα ἀνυπόμονα
κι' εὐτυχισμένα,
τώρα δειλά προχωρῶ μὲ
πόνο στην ψυχή, με σκυμμένο το κεφάλι ἀπὸ τὴ
θλίψη. Έρχομαι νὰ σᾶς ιδῶ
στην ίδια πάντα θέση όπως σας γνώρισα καὶ σᾶς ἀγάπησα.
Μα τώρα πιὰ ἡ ἔρημιά
έχει καθίσει πάνω σας. Η γλυκειά μου μάννα, ο καλός μου ό πατέρας που σε εἶχαν ἀγαπημένη
τους φωλιά τοῦ καλοκαιριού, έχουνε πια πεθάνει, όπως πολλοί
κι' ἀπὸ τοὺς ἁπλοῖκους
συντρόφους που μοίραζα μαζί τους τα παιχνίδια μου..
Πῶς ἔσκυψαν
τὰ ὡραῖα
δένδρα καὶ κρέμασαν λυπημένα τα κλαδιά τους στο νοτισμένο
χώμα!»
Το σημείωμα τοῦτο εἶχε ἡμερομηνία
15 τοῦ
Σεπτέμβρη 1914.














Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου