Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Αθηνά Ταρσούλη (1885–1975): Ζωγράφος, Λογοτέχνις, Λαογράφος – Αθήνα

Αθηνά Ταρσούλη (1885–1975): Ζωγράφος, Λογοτέχνις, Λαογράφος – Αθήνα


Αθηνά Ταρσούλη: Τιμής ένεκεν, έχοντας ζήσει αρκετό χρονικό διάστημα στη Χαλκίδα αυτή και οι δικοί της, αλλά και έχοντας γράψει για την ευβοϊκή φορεσιά, η αξιόλογος ζωγράφος, λογοτέχνιδα, λαογράφος, καταλαμβάνει μια θέση στους "Ευβοείς Δημιουργούς".
Η Αθηνά Ταρσούλη (1884–1975) ήταν Ελληνίδα ποιήτρια, συγγραφέας, αλλά και διεκεκριμένη ζωγράφος, με σπουδές ζωγραφικής στο Παρίσι.
Η Αθηνά Ταρσούλη γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν κόρη του δικαστικού Αλεξάνδρου Πιττακού. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τα γράμματα. Το 1901 παντρεύτηκε τον Νίκο Ταρσούλη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε με τον σύζυγό της στο Παρίσι. Απέκτησαν μία κόρη, ο πρόωρος θάνατος της οποίας στάθηκε η έμπνευση για την εμφάνισή της στα γράμματα. Η ίδια η Αθηνά απεβίωσε στην Αθήνα από εγκεφαλικό επεισόδιο σε ηλικία 91 ετών.
Η Αθηνά Ταρσούλη είχε τιμηθεί με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο της Κύπρος, αλλά και δεκαετίες ενωρίτερα (το 1935) με τον Α΄ έπαινο της Ακαδημίας.

Ευβοϊκός Λόγος-Τεύχος 11-12 Γενάρης-Φλεβάρης 1959 

ΑΘΗΝΑ ΤΑΡΣΟΥΛΗ

"Νοσταλγία"

(᾿Απ' τις παιδικές μου ναμνήσεις στη Χαλκίδα)

Πολλές αναμνήσεις με συνδέουν με το ραο μεγαλονήσι τς Εύβοιας, διως με την πρωτεύουσά της τη Χαλκίδα. ᾿Αναμνήσεις παιδικές π κείνες που μς μένουν νεξάλειπτες από τη θύμηση σε όλη μας τη ζωή. Αν κα γεννήθηκα στην Αθήνα, θεωρώ τη Χαλκίδα σαν δεύτερη πατρίδα τν πρώτων παιδικών μου χρόνων, γιατί πατέρας μου είχε κληρονομία π' τν παππού μου, τον Κωνσταντίνο Πιττακό – που δεν ήταν Χαλκιδέος λλ κάποτε χρημάτισε κε γυμνασιάρχης – ένα μεγάλο κα ραίο χτήμα 35 στρεμμάτων στα Αμπέλια, στην περιοχή που λέγεται Μύτικάς όπου πηγαίναμε να περάσουμε κάθε χρόνο τους καλοκαιρινούς μας μήνες.

Στην ωραία κα μεγάλη πολιτεία της Χαλκίδας, το μέρος που με τραβούσε περισσότερο ήταν η γέφυρα που συνδέει, πάνω π τ στενό το Ερίπου, την Εύβοια μ τν πέναντι στερι τς Βοιωτίας όπου, στν ντικρυνό ψηλό της λόφο του Καράμπαμπα, στέκουν τ τείχη ενός παλιού τούρκικου κάστρου. Η σιδερέγια γέφυρα τς Χαλκίδας που χωρίζεται στη μέση κα νοίγει γι ν περάσουν τα βαπόρια κα τ μεγάλα μπάρκα, τ διάφορα καΐκια, μπρατσέρες, σκούνες και τρεχαντήρια, ήταν – όπως κα ξακολουθεί να εναι – για όλους όσοι βρίσκουντ' κε, να π τ ξέχαστα και γραφικώτερα θεάματα. Ανάλογα με την κίνηση τν νερν τς παλίρροιας που το ρεύμα τους αλλάξει πορεία κάθε έξη ώρες, ή γέφυρα νοίγει γι ν διαβούν τα πλεούμενα πρός τ' πάνω ή πρς τ κατω, σύμφωνα με το ρεύμα, που έχει μεγάλη ορμή. ᾿Αδύνατον είναι ν πνε Ενάντια στο ρεμα γιατί, θ βουλιάξουν, ή θα γίνουν κομμάτια στα πλάγια τεράστια κρηπιδώματα που στερεώνουν τη γέφυρα π τις δυό της πλευρές,

Ακουμπισμένη στα σιδερένια κιγκλιδώματά της, με πόση εχαρίστηση παρακολουθοσα τ γοργό, από τη δύναμη τν νερών, πέρασμα τν μεγάλων βαποριών, π' όπου ο πιβάτες μας χαιρετούσαν – ήταν τόσο κοντά - με μαν τήλια κα μ χέρια, όπως κάναμε κι' έμες. Το ίδιο γινόταν κα μ τ πέρασμα τν στιοφόρων, ν τ νερά φριζαν τριγύρω τους, γεμίζοντας τη γύρω τμόσφαιρα μ τν χ τς λικνιστικς βος των. Πόσες φορές εσκίρτησε ή παιδική μου ψυχή από μια κρυφή λαχτάρα φυγής, να μπορούσα να πηδήσω σ' να π' ατ τ διαβατάρικα, σαν τ πουλιά τς θάλασσας, καράβια κα που θελε ας με πήγαινε, φτάνει ν' ανάσαινα πλατιά την άλμη το πελάγου και αχόρταγα να ρούφαγα τη γαλάζια μέθη τ' ουρανού. Για μια στιγμή, σν π να ρμέμφυτο ένστικτο, καθώς περνοσε ένα τρικάταρτο μπάρκο με τους φλόκους κα τος παπαφίγκους φουσκώμένους π τν αέρα, τούριξα το κόκκινο μαντήλι που φορούσα στο κεφάλι μου, σαν μήνυμα ανικανοποίητης νοσταλγίας. Το κόκκινο πανάκι, έτσι καθς τ σήκωσε στο κενό κα τόσπρωξε αέρας πρς τ καράβι, πήγε και μπερδεύτηκε στη σκοινένια σκάλα ενός καταρτιού. Κα σο τ Ιστιοφόρο έκοβε δρόμο και ανοιγόταν στο πέλαγο, μια μικρή άλική παντιέρα ανεμιζόνταν στο πλάϊ του, σαν αμάτινη κηλίδα που πετάχτηκε π τ σκίρτημα μιας άπρα γης ακόμα καρδιάς πο π τ πι μικρά της χρόνια, μέσα στο υποσυνείδητό της, χωρίς κι' ατ κόμα ν ξέρει το γιατί, είχε αρχίσει να ξυπνάει στ βάθη της ο πόθος, η λαχτάρα τς φυγής, τν ταξιδιν κατανίκητη δίψα. Σαν πέρασαν τ χρόνια, μέστωσε το κορμί κι' ωρίμασε νος, πώς λα τοτα μου έγιναν αληθινά βιώματα, πήραν μορφή ζωντανής πραγματικότης της κα βαθιάς ψυχικς πολύτρωσης.  Ξεφυλλίζοντας το παλιό βιβλίο των αναμνήσεών μου π τις πρώτες έντυπώσεις τς ζως μου στη Χαλκίδα, σταματ κα σε μια άλλη σελίδα που κι' ατή κρατεί ξέχωρη θέση στην ψυχή μου. Το μεγάλο χτήμα του παππού μου –που γι' ατ μίλησα πιο πάνω– ήταν μια συνεχής για μένα εδαιμονία, νας ληθινός παράδεισος που μου ανοιγε τις χρυσές του θύρες στη φύση κα σε όλες τις φανερές και τις μυστικές της όμορφιές.

Θυμάμαι, όταν στερα π μι διαδρομ νάμεσα π ρομαντικά τοπία κι' όταν τ λαντώ μ τ δι άλογα, που σαν μέσα καθισμένοι ο γονες μου, γώ κα μι πηρέτρια, σταμάτησε μπρός σ' ένα μέρος σύδεντρο, λόδροσο και σκιερό. Ανάμεσα απο τα πυκνά φυλλώματα , τος καλαμώνες, τις καλαμποκιές και τους κορμούς τν γέρικων δέντρων, φαινόταν ένα δίπατο κόκκινο σπίτι μ' ξωτερική πέτρινη σκάλα κα μακρύ ξύλινο χαγιάτι, ένα είδος καλο χτισμένου χωριατόσπιτου. Εκεί ήταν το τσιφλίκι του παππού μου, το σπίτι κα τ γαπημένο χτήμα το ᾿Αλέξαν δρου Πιττακού, το πατέρα μου. Ανάμεσα π τις πρασινάδες εδα νάρχεται πρς τ μέρος μας γι ν μς ποδεχτεί ή γριά κολλήγισα, κρατώντας στο χέρι τη ρόκα κα τ' δράχτι της. Η όγδοντάχρονη γριά Ζαχαρού, τριγυρισμένη από νέους κα κοπέλλες, π παιδιά και γγόνια, έναν ολόκληρο άγροτικό κόσμο με πρόσωπα γελαστά όπου οι άκτίνες του ήλιου πεταλούδιζαν πάνω τους, κάτω π τν δέντρων τις σκιερές φυλλωσιές. Πουλιά κελαϊδοσαν μέσα στο πράσινο βασίλειό τους. Ζωάκια τς ξοχς, πηδηχτά κατσικάκια, κότες μ τ κλωσσοπούλια τους ξετρύπωναν π τος νθισμένους φράχτες όπου οι λυγαριές, τ φλυκούνια, τ φασκόμηλο και η αγράμπελη, είχαν μπλεχτεί σν σ' ρωτικό σφιχταγκάλια σμα, σκορπίζοντας τν νάλαφρα γλυκειά μυρωδιά τους στον αέρα. Πιο εκεί μια παλιά στέρνα γιομάτη διάφανο νερό καθρεφτίζε τρεμουλιαστή όλες τις γύρω της εκόνες. Μια προβατίνα έπινε γαλήνια με τ' ρνάκια της νερ π τ πλαϊνό αυλάκι. Ο αέρας ήταν γιομάτος π καθόριστες γλυκειές μυρωδιές πο μο μεθοσαν τις ασθήσεις. Ένοιωσα να ξυπνάει μέσα μου ξαφνικά ένας ώραίος κόσμος ς τότε άγνωστος σε μένα...

Οι μέρες μου περνούσαν σαν μέσα σ’ ένα όνειρο. Κάθε λίγο τα παιδιά με έπαιρναν κα γυρίζαμε παίζοντας σ' όλο τ χτήμα. Είχα γίνει ένα σωστό άγοροκόριτσο. Ανέβαινα μαζί τους στ δντρα, στις κορομηλιές, στις συκιές, στις χλαδιές, π' που έκοβα τους χυμόδικους καρπούς των κα μ λαιμαργία έτρωγα τν φράτη σάρκα τους. Πάνω στα κλαδιά πλήθος τα τζιτζίκια τραγούδαγαν τ μονότονο σκοπό τους, σν πλανταγμένα π τ ζεστή ανάσα το καλοκαιριο πο ναβε τους πόθους τς γς κι' έκανε τος ρμητικούς χυμούς της να ξεχειλίζουν π τις ρίζες τν δέντρων ς τις λεπτότερες ίνες τν φύλλων ς τ πι τρυφερά τους κρόκλωνα. Μ' άρεσε να κυνηγάω τ τζιτζίκια, τ πιανα την ώρα που ήταν παραδομένα στ μεθύσι το τραγουδιού τους κα τ κλεινα σ' ένα κουτί, με τν νίδεη σκληρότητα ενός παιδιού για ν' ακούσω την ομαδική τους συναυλία. Μα πάλι σν ν νοιωθα κάποια λύπη γι' ατούς, άνοιγα τη φυλακή τους γι ν μν πάθουν ασφυξία κα τ' άφινα να πετάξουν σαστισμένα στα κλαδιά τν δέντρων. "Αλλες φορές χωνόμαστε με τα χωριατόπαιδα σαν μέσα σε σμαραγδένια θάλασσα, στα πυ κνοπράσινα κλήματα τν μπελιν γι να γευτούμε τα γλυκόχυμα σταφύλια τους... "Άλλες ώρες δέναμε κούνιες μια γέρικη μουριά τς αλς. κάθιζα στην κούνια κα τ παιδι νας πίσω π τν λλο, μούδιναν από μια δυνατή σπρωξιά ποιος θ μ στείλει ψηλότερα κι' ένοιωθα κάτι σαν ρίγος κα μια ευχάριστη ανατριχίλα να διατρέχει το κορμί μου καθώς αιωρούμουν πέρα δώθε στο κενό. Όταν ξέφευγα από την προ σοχή των γονιών μου πήγαινα σε μια μεγάλη ελιά που, καθώς έλεγαν, ταν πεντακοσίων χρονών κα εχε μια τεράστια κουφάλα, άφινα κάτω τα παπούτσια μου κα σκαρφάλωνα ς τ πιο ψηλά κλαρί της. Καθόμουν εκεί εύτυχισμένη νομίζοντας τν αυτό μου πότε πώς ήμουν μια μικρή βασίλισσα σε ψηλό θρόνο που διαφέντευε π και πάνω λη τ γύρω έκταση, πότε σν να μικρό ασήμαντο στρουθί, χωμένο μέσ' τ' ασημόφυλλα, όσο που ή φοβισμένη φων τς μάνας μου, που με καλοσε νήσυχα, μ ξυπνοσε π τ' όνειρό μου ...

Ξεφυλλίζω ένα παλιό κιτρινισμένο τετράδιο όπου βρήκα σημειωμένα στερα π ένα ταξίδι που έκαμα πειτα π πολλά χρόνια στ χτμα τς Χαλκίδας, τοτα τα λόγια: «Πόσα χρόνια πέρασαν γαπημένο μου σπιτάκι κα ώραίο μου περιβόλι που δεν σς εδα. Σ σς που λλοτε πετούσα νυπόμονα κι' ετυχισμένα, τώρα δειλά προχωρ μ πόνο στην ψυχή, με σκυμμένο το κεφάλι π τ θλίψη. Έρχομαι ν σς ιδ στην ίδια πάντα θέση όπως σας γνώρισα κα σς γάπησα. Μα τώρα πι ρημιά έχει καθίσει πάνω σας. Η γλυκειά μου μάννα, ο καλός μου ό πατέρας που σε εχαν γαπημένη τους φωλιά το καλοκαιριού, έχουνε πια πεθάνει, όπως πολλοί κι' π τος πλοκους συντρόφους που μοίραζα μαζί τους τα παιχνίδια μου..

Πς σκυψαν τ ραα δένδρα κα κρέμασαν λυπημένα τα κλαδιά τους στο νοτισμένο χώμα!»

Το σημείωμα τοτο εχε μερομηνία 15 το Σεπτέμβρη 1914.


Ευβοϊκός Λόγος-Τεύχος 23-24 Γενάρης-Φλεβάρης 1960 
Προσθἐτω, στο πολύ ωραίο άρθρο, και φωτογραφίες 
από το σπάνιο φωτογραφικό αρχείο του Αλέκου Αίσωπου.


 Ενδυμασία Ευβοίας
Ενδυμασία Κύμης
Αιδηψός - Τύπος χωρικής
Ενδυμασία Αγ. Άννας
Κυμαία
Ενδυμασία Κύμης
Ενδυμασία Σκύρου
Ενδυμασία Σκύρου
Χαρακτηριστική ενδυμασία Εύβοιας
Ενδυμασίαι Σκύρου και Κύμης - Νυφική,Ανδρική,Καθημερινή και Κύμης
Νεάνιδες φέρουσαι την εορτάσιμον περιβολήν των.







Δεν υπάρχουν σχόλια: