Σήμερα, 9 Μαΐου 2026, πληροφορήθηκα —με οδύνη— ότι «εδώ και κάμποσα χρόνια ο Γιώργος δεν είναι πια μαζί μας». Το 2019, για τελευταία φορά, είχαμε επικοινωνήσει και μιλήσαμε για τα μεταφρασμένα ποιήματα που επρόκειτο να μου στείλει. Ζούσε τότε στην Αθήνα και είχε παντρευτεί τη σύντροφό του των τελευταίων χρόνων. Τα έλαβα και, για κάποιο λόγο άγνωστο σε μένα τότε, δεν υπήρξε άλλη επικοινωνία. Σήμερα μαθαίνω τον λόγο... Τι κρίμα! Δεν ήταν απλός φίλος ο Γιώργης· η προσωπικότητά του φώτιζε όλους μας.
Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1954. Παιδικός φίλος, και οι αναμνήσεις όμορφες και πολλές. Θυμάμαι ότι κάτω από το σπίτι του, εκεί στην αρχή της Γαζέπη, υπήρχε το ψιλικατζίδικο του Ανδρέα Ανθόπουλου. Μαζί με άλλα, είχε και περιοδικά τεραστίου ενδιαφέροντος για τον Γιώργο και εμένα: Κλασικά Εικονογραφημένα, Μάσκα, Μυστήριον, Γκαούρ-Ταρζάν, Μίκυ Μάους κ.λπ., τα οποία, κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τον κυρ-Αντρέα, τα διαβάζαμε και τα επιστρέφαμε.
Παρόμοιες καταστάσεις «εκπαίδευσης» βιώναμε και στην Πλατεία Αγοράς, στο περίπτερο του Γιάννη του Μαριού. Μάλιστα ο Γιώργος, εις ανάμνησιν, μου ζήτησε, πριν χαθεί, να γράψω κάτι για τον Γιάννη τον Μαριό — και το έκανα.
Ο Γιάννης...ο Μαριός
«Καλά,
τώρα, γιατί κλαις;»«Θέλω
το Κλασσικοοό!»«Προχώρα!
Δεν έχουμε λεφτά για τέτοια!»«Δεν
είναι τέτοιααα! Είναι “Οι Ιππότες της Στρογγυλής
Τραπέζηηης”».Για
μέρες το ίδιο τροπάρι! Ο πατέρας να με κρατάει από το χέρι, καθώς
περνούσαμε από το περίπτερο του Ιορδάνη
(δίπλα στου Αρβανιτάκη το ζαχαροπλαστείο) κι εγώ να μυξοκλαίω για να μου
αγοράσει το κλασσικό, που ήταν κρεμασμένο προκλητικά στην πλαϊνή σανίδα!Ήταν
αρχές δεκαετίας του εξήντα… Μετά
το σχολείο πήγαινα με τα πόδια από τον Καράμπαμπα στο κουρείο του παππού μου, Γιώργου
Βέγγου, όπου δούλευε ως κάλφας ο πατέρας μου Μάρκος.Εγώ
ξεσκόνιζα τους πελάτες μετά τα κουρέματα και μου έδιναν κατιτίς.Δύσκολα
χρόνια!Μετά
βίας το κουρείο συντηρούσε και τις δύο οικογένειες. Ο Χρήστος Θαλάσσης, μεγάλο
για την εποχή μπακάλικο, “έγραφε” συνέχεια
και τον εξοφλούσαμε, όποτε είχαμε χρήματα! Να σκεφτείς ότι αρχικά υπήρχαν τρεις
καρέκλες. Δούλευε σ' αυτό και ο Αντώνης, ο γιος του παππού, αλλά αναγκάστηκε να
ανοίξει κουρείο στα Χάλια για να επιβιώσει. Θυμάμαι ότι την απόσταση των πέντε,
περίπου χιλιομέτρων την έκανε με ποδήλατο και ο δρόμος, βέβαια, δεν ήταν ο
σημερινός... ήταν όπως και το όνομα τού χωριού... “Χάλια”!Τώρα
το χωριό λέγεται “Δροσιά”. Καθόμουν
λοιπόν στο κουρείο, μικρό παιδάκι, κάνοντας τα πάντα σε ένα μικρό μαρμάρινο -
στρογγυλό τραπεζάκι! Ζωγράφιζα, διάβαζα τα μαθήματά μου και διάφορα εξωσχολικά.
Από τα τελευταία η μεγάλη μου αγάπη ήταν τα καταπληκ- τικά, ακόμα και για τα
σημερινά δεδομένα, τα περίφημα Κλασσικά Εικονογραφημένα! Όλοι
οι μεγάλοι συγγραφείς σε παράταξη και βέβαια τα αριστουργήματά τους! Ποια να
πρωτοαναφέρω, μιας και η σειρά ξεπερνούσε τους τριακόσιους τίτλους! Μέχρι και
ελληνικές τραγωδίες υπήρχαν στον κατάλογο!"Οι Άθλιοι", "Μιχαήλ Στρογκώφ", "Έγκλημα και
Τιμωρία", "Οι περιπέτειες του Μάρκο Πόλο", "Αβραάμ Λίνκολν", "Η καλύβα του μπάρμπα Θωμά" και
τόσα άλλα με μαγεύανε! Και
βέβαια "Οι Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης"! Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς με την αχαλίνωτη
φαντασία μου!Δε
μου γλύτωσε, τελικά, το Κλασσικό! Το αγόρασα με τα λεφτά που έκρυβα κάθε μέρα
και κέρδιζα από τα ξεσκονίσματα στο κουρείο. Τα υπόλοιπα τα έδινα στη μάνα μου
για τα έξοδα του σπιτιού.Δεν
είχα, όμως, αρκετά Κλασσικά για να κορέσουν τη δίψα μου για διάβασμα σπουδαίων
έργων, έστω κι από αυτά. Πού
λόγος για τα επίσημα βιβλία!Να
πω και την αλήθεια, την αμαρτία μου, προτιμούσα να διαβάσω ένα αριστούργημα από
τα κλασσικά εικονογραφημένα, παρά από το επίσημο βιβλίο.Με
την εικονογράφησή τους ήταν πολύ συναρπαστικά!Το
κενό το κάλυπτε ένας απίθανος περιπτεράς στην πλατεία αγοράς, απέναντι ακριβώς
από το φαρμακείο του Ταμβακά. Το
όνομα αυτού: Γιάννης Μαριός!Μικρό
το περίπτερο, ίσα-ίσα χωρούσε την καρέκλα που καθόταν και στις προθήκες του
μερικές σειρές από τσιγάρα, σπίρτα, ζαχαρωτά, λίγες σοκολάτες. Οι θησαυροί,
όμως, του μικρού του περιπτέρου βρίσκονταν
στο πλάι του και στο έδαφος! Στοίβα τα Κλασσικά Εικονογραφημένα!
Μικρότερες στοίβες : "Το Μυστήριο", "Η Μάσκα", "Ο
Μικρός Ήρως", "Γκαούρ Ταρζάν"!
Ήταν ο παράδεισός μου!Τι
τα έκανε, όμως, όλα αυτά ο Μαριός; Τα πουλούσε; Όχι!
Τα δάνειζε, με το αζημίωτο, βέβαια!Ο
περιπτεράς, Γιάννης Μαριός, είχε την πρώτη (και τελευταία;) δανειστική
βιβλιοθήκη στη Χαλκίδα, επί πληρωμή!Καλά,
με το ενοίκιο; Πρωτοτυπούσε κι εκεί! Σε χρέωνε με την ημέρα!Ακριβώς
δεν μπορώ να θυμηθώ τις χρεώσεις, αλλά, αν πούμε ότι για μια μέρα σε χρέωνε ένα
πενηνταράκι, για τρεις μέρες το ποσό ανέβαινε στη δραχμή.Αυτό
είχε και τα καλά του.Έπεφτα
με τα μούτρα στο διάβασμα και τα επέστρεφα αυθημερόν!Πάντα,
όμως, η μεγάλη απορία του πατέρα μου ήταν πώς, εφ’ όσον μου έδιναν πουρμπουάρ
σχεδόν όλοι, το ταμείο κάθε βράδυ ήταν πενιχρό; Είχα συνεννοηθεί με τον Μαριό,
εάν ερωτηθεί, να απαντήσει ότι μου έδινε όλα τα βιβλία τσάμπα …από συμπάθεια!Για
πότε πεταγόμουν τρέχοντας από το κουρείο στον Μαριό και καλύπτονταςμια
απόσταση περίπου εκατό μέτρων...απίστευτο μεν- αληθινό δε, κανείς δεν με
έπαιρνε χαμπάρι. Ως έφηβος ήμουν καλός στους δρόμους ταχύτητας στα εξήντα και
εκατό μέτρα. Ίσως και γι’ αυτό να είχε βάλει το χεράκι του
ο Γιάννης, ο Μαριός!Μεγάλες
πλάκες λοιπόν και ιστορίες που τις αναπολώ με νοσταλγία... όχι μόνο λόγω της
παιδικής ηλικίας, την οποία ούτως ή άλλως όλοι τη νοσταλγούμε!Τι
οδήγησε έναν απλό περιπτερά να δημιουργήσει δανειστική βιβλιοθήκη έναντι πολύ
μικρού αντιτίμου; Μόνο το κέρδος; Το
όποιο κέρδος; Δεν το πιστεύω…. γιατί τα
παιδιά αναγνώστες και πελάτες του δεν ήταν πολλά.Τον
θυμόμαστε, λοιπόν, ακόμα και σήμερα τον Μαριό οι λιγοστοί, αλλά σταθεροί
πελάτες του. Δυστυχώς πέθανε λίγα χρόνια μετά από μια σπάνια νόσο.Με
τα Κλασσικά εικονογραφημένα ποια ήταν η συνέχεια; Ήταν μια παιδική προτίμηση και μου πέρασε;Όχι!
Μεγάλος, πια, με οικογένεια άρχισα να αγοράζω Κλασσικά... όπου τα εύρισκα.
Βλέπετε υπήρχε, πλέον, και η οικονομική ευχέρεια.Σε
μερικά παλαιοβιβλιοπωλεία υπήρχαν γνήσια Κλασσικά του τότε και βέβαια έγιναν
και επανεκδόσεις με όχι τόσο καλή
ευκρίνεια των εικόνων.Επίσης,
το χαρτί των αρχικών ήταν καλύτερο.Ο
αδελφικός μου φίλος, Γιώργος Σταμελάκος, μού ζήτησε να γράψω κάτι για τον
Γιάννη, τον Μαριό.Έγραψα
το κείμενο και ζωγράφισα το περίπτερο του Γιάννη.Ελπίζω
να σου αρέσει, Γιώργη, το έργο μου... το
οποίο σου το αφιερώνω!
Επιπρόσθετα ζωγράφησα αυτές τις συναντήσεις και έγραψα ένα σχετικό ποίημα. Λες και είχα προαίσθηση για την εξέλιξη της ιστορίας.
Έχοντας πλέον επιστρέψει στη Χαλκίδα από τη Θεσσαλονίκη, στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, θυμάμαι τις μεσημεριανές μας συναντήσεις στο ουζερί του Σωκράτη Παπαδόπουλου, επί της Λ. Χαϊνά, μαζί με τον Θανάση Κορώνη, συμμαθητή από το Β΄ Γυμνάσιο. Πίναμε μπύρα —μόνο Κάιζερ— και τα σχετικά μεζεδάκια: πετροσωλήνες, χταποδάκι, τσίρο και τόσες άλλες θαλασσινές λιχουδιές. Αξέχαστες στιγμές!
"Το ουζερί του Σωκράτη"-2019Λάδια σε καμβά 70Χ90 εκ.(Α-Δ: Εγώ, Γιώργος Σταμελάκος, Θανάσης Κορώνης και δεξιά επάνω ο Σωκράτης Παπαδόπουλος(κάπελας).
Το ουζερί του Σωκράτη
Δροσερό αεράκι — και καυσαέριο...
Στο βάθος, το Κουρέντι και η θάλασσα —
αλλά εμείς σταθεροί,
πάντα έξω!
Χαζεύαμε τους περαστικούς...
Τα βλέμματα — κυρίως —
στα όμορφα κορμιά
και στους περίεργους.
Σπέσιαλ λιαστό χταποδάκι,
σωλήνες, σαγανάκια, φέτα τηγάνι,
τσίρος και μπύρα Κάιζερ!
Συζητήσεις...
ακατάλληλες, συνήθως, για τον χώρο.
Φιλοσοφία, ποίηση —
αλλά και τα ταξίδια
του Θανάση, του ορειβάτη,
στα Θιβέτ και στις Άνδεις.
Αγαπημένος τόπος συνάντησης —
το ουζερί του Σωκράτη, για χρόνια...
μέχρι που αρρώστησε, το παράτησε
και το γκρέμισαν!
Στη θέση του άνοιξε... φαρμακείο!
Αν είναι δυνατόν...
Περνάω από μπροστά του
μ’ έναν κόμπο, πάντα, στο λαιμό.
Αρκετά όμως. Ο Γιώργος, γλωσσομαθής, μου στέλνει όμορφα ποιήματα μεγάλων λογοτεχνών, μεταφρασμένα από τον ίδιο. Η ποιότητα των ποιητών και οι επιλογές του είναι ενδεικτικές του επιπέδου του.
Αναρτώ κάποια...
Si semblable à la fleur et au courant d’air
au cours d’eau aux ombres passagères
au sourire entrevu ce fameux soir à minuit
si semblable à tout au bonheur et à la tristesse
c’est le minuit passé dressant son torse nu
au dessus des beffrois et des peupliers
j’appelle à moi ceux-là perdus dans les campagnes
les vieux cadavres les jeunes chênes coupés
les lambeaux d’étoffe pourrissant sur la terre et le linge
séchant aux alentours des fermes
j’appelle à moi les tornades et les ouragans
les tempêtes les typhons les cyclones
les raz de marée
les tremblements de terre
j’appelle à moi la fumée des volcans et celle des cigarettes
les ronds de fumée des cigares de luxe
j’appelle à moi les amours et les amoureux
j’appelle à moi les vivants et les morts
j’appelle les fossoyeurs j’appelle les assassins
j’appelle les bourreaux j’appelle les pilotes les maçons et
les architectes
les assassins
j’appelle la chair
j’appelle celle que j’aime
j’appelle celle que j’aime
j’appelle celle que j’aime
le minuit triomphant déploie ses ailes de satin
et se pose sur mon lit
les beffrois et les peupliers se plient à mon désir
ceux-là s’écroulent ceux-là s’affaissent
les perdus dans la campagne se retrouvent en me trouvant
les vieux cadavres ressuscitent à ma voix
les jeunes chênes coupés se couvrent de verdure
les lambeaux d’étoffe pourrissent dans la terre et sur la terre
claquent à ma voix comme l’étendard de la révolte
le linge séchant aux alentours des fermes habille d’adorables femmes
que je n’adore pas qui viennent à moi obéissent à ma voix et m’adorent
les tornades tournent dans ma bouche
les ouragans rougissent s’il est possible mes lèvres
les tempêtes grondent à mes pieds
les typhons s’il est possible me dépeignent
je reçois les baisers d’ivresse des cyclones
les raz de marrée viennent mourir à mes pieds
les tremblements de terre ne m’ébranlent pas
mais font tout crouler à mon ordre
la fumée des volcans me vêt de ses vapeurs
et celle des cigarettes me parfume
et les ronds de fumée des cigares me couronnent
les amours et l’amour si longtemps poursuivis se réfugient en moi
les amoureux écoutent ma voix
les vivants et les morts se soumettent et me saluent
les premiers froidement les seconds familièrement
les fossoyeurs abandonnent les tombes à peine creusées
et déclarent que moi seul puis commander leurs nocturnes travaux
les assassins me saluent
les bourreaux invoquent la révolution
invoquent ma voix
invoquent mon nom
les pilotes se guident sur mes yeux
les maçons ont le vertige en m’écoutant
les assassins me bénissent
la chair palpite à mon appel
celle que j’aime ne m’écoute pas
celle que j’aime ne m’entend pas
celle que j’aime ne me répond pas
14 décembre 1926
Recueil : "Les Ténèbres"
Η φωνή του Robert Desnos
Έτσι όμοιο με τον ανθό και την πνοή τ΄ αέρα
το τρεχούμενο νερό και τις περαστικές σκιές
το αχνό χαμόγελο μεσάνυχτα αυτή τη έξοχη βραδιά
έτσι όμοιο με κάθε χαρά και λύπη
είναι το περασμένο μεσονύχτι που υψώνει το γυμνό του στήθος
πάνω απ΄ τα καμπαναριά και τις λεύκες
καλώ σε μένα εκείνους που χαθήκανε στην ύπαιθρο
τ΄ αρχαία πτώματα τις νιές βαλανιδιές που έχουνε κοπεί
τα ξέφτια από ύφασμα που σαπίζουν στη γη και τ΄ ασπρόρουχα
που στεγνώνουν γύρω απ΄ τις φάρμες
καλώ σε μένα σίφουνες και θύελλες
τις τρικυμίες τους τυφώνες τους κυκλώνες
τα κύματα τα παλιρροϊκά
τους σεισμούς
καλώ σε μένα τον καπνό των ηφαιστείων και εκείνον των τσιγάρων
δαχτυλίδια καπνού από ακριβά πούρα
καλώ σε μένα έρωτες και ερωτευμένους
καλώ σε μένα ζώντες και νεκρούς
καλώ τους νεκροθάφτες καλώ τους δολοφόνους
καλώ τους δήμιους καλώ τους πιλότους τους χτίστες και
τους αρχιτέκτονες
τους δολοφόνους
καλώ τη σάρκα
καλώ εκείνη π΄ αγαπώ
καλώ εκείνη π΄ αγαπώ
καλώ εκείνη π΄ αγαπώ
το θριαμβικό μεσονύχτι ξεδιπλώνει τα σατινένια φτερά του
και θρονιάζεται στο κρεβάτι μου
τα καμπαναριά κι΄ οι λεύκες υποκλίνονται στην επιθυμία μου
τα μεν γκρεμίζονται οι δε καταρρέουν
εκείνοι που χαθήκανε στην ύπαιθρο ξαναβρίσκονται βρίσκοντας με
τ΄ αρχαία πτώματα ζωντανεύουν με τη φωνή μου
οι νιές βαλανιδιές που έχουνε κοπεί γεμίζουν φύλλα
τα ξέφτια από ύφασμα που σαπίζουν στη γη και πάνω απ΄ αυτή
ανεμίζουν στη φωνή μου σα φλάμπουρο της επανάστασης
τ΄ ασπρόρουχα που στεγνώνουν γύρω απ΄ τις φάρμες ντύνουν αξιαγάπητες γυναίκες
που δεν αγαπώ που έρχονται σε μένα υπακούουν τη φωνή μου και με αγαπούνε
οι σίφουνες στριφογυρίζουν μεσ΄ το στόμα μου
οι θύελλες αν είναι δυνατό βάφουν κόκκινα τα χείλη μου
οι τρικυμίες βρυχώνται στα πόδια μου
οι τυφώνες αν είναι δυνατόν ανακατεύουν τα μαλλιά μου
δέχομαι μεθυστικά φιλιά από τους κυκλώνες
τα κύματα τα παλιρροϊκά έρχονται να πεθάνουν στα πόδια μου
οι σεισμοί δεν με κλονίζουν
αλλά λυγούν με τη διαταγή μου
ο καπνός των ηφαιστείων με ντύνει με τους ατμούς τους
κι εκείνος των τσιγάρων με αρωματίζει
και δαχτυλίδια καπνού από πούρα με στεφανώνουν
οι εραστές κι ο έρωτας που χρόνια ποθήθηκαν καταφεύγουν σε μένα
οι εραστές ακούνε τη φωνή μου
ζώντες και νεκροί υποκλίνονται και με χαιρετούν
οι πρώτοι παγερά οι δεύτεροι με θέρμη
οι νεκροθάφτες παρατούν μισοσκαμμένους τάφους
και δηλώνουν ότι μόνο εγώ μπορώ να διατάζω τη νυχτερινή τους δουλειά
οι δολοφόνοι με χαιρετούν
οι δήμιοι επικαλούνται την επανάσταση
επικαλούνται τη φωνή μου
επικαλούνται τ΄ όνομά μου
οι πιλότοι κατευθύνονται απ΄ τα μάτια μου
οι χτίστες παθαίνουν ίλιγγο όταν μ ΄ακούνε
οι δολοφόνοι μ΄ ευλογούν
η σάρκα πάλλεται στο κάλεσμά μου
εκείνη π’ αγαπώ δεν μ΄ αφουγκράζεται
εκείνη π’ αγαπώ δεν με ακούει
εκείνη π’ αγαπώ δεν μ΄ απαντά.
Ιανουάριος 2019
Ας προσέξουμε το επόμενο ποίημα
το οποίο ήταν αμετάφραστο στην Ελληνική έως τώρα.
Luke Havergal
BY EDWIN ARLINGTON
ROBINSON
Go to the western gate, Luke Havergal,
There where the vines cling crimson on
the wall,
And in the twilight wait for what will
come.
The leaves will whisper there of her,
and some,
Like flying words, will strike you as
they fall;
But go, and if you listen she will
call.
Go to the western gate, Luke Havergal—
Luke Havergal.
No, there is not a
dawn in eastern skies
To rift the fiery
night that’s in your eyes;
But there, where
western glooms are gathering,
The dark will end
the dark, if anything:
God slays Himself
with every leaf that flies,
And hell is more
than half of paradise.
No, there is not a
dawn in eastern skies—
In eastern skies.
Out of a grave I
come to tell you this,
Out of a grave I
come to quench the kiss
That flames upon
your forehead with a glow
That blinds you to
the way that you must go.
Yes, there is yet
one way to where she is,
Bitter, but one
that faith may never miss.
Out of a grave I
come to tell you this—
To tell you this.
There is the
western gate, Luke Havergal,
There are the
crimson leaves upon the wall.
Go, for the winds
are tearing them away, —
Nor think to
riddle the dead words they say,
Nor any more to
feel them as they fall;
But go, and if you
trust her she will call.
There is the
western gate, Luke Havergal—
Luke
Havergal.
Τράβα
για τη δυτική πύλη Λιουκ Χάβεργκαλ
Eκεί
που οι κληματσίδες κολλούν το άλικο στον τοίχο,
Και
στο λυκόφως να προσμένεις εκείνο που θα ρθεί.
Θα
ψιθυρίσουνε γι΄ αυτήν τα φύλα, και μερικά
Σαν
λέξεις που πετούν, θα σε χτυπήσουν πέφτοντας˙
Μα
πήγαινε, και αν ακούς εκείνη θα καλέσει.
Τράβα
για τη δυτική πύλη Λιουκ Χάβεργκαλ -
Λιουκ
Χάβεργκαλ.
Όχι,
δεν υπάρχει αυγή στους ανατολικούς ουρανούς
Να
σπάσει τη φλεγόμενη νύχτα των ματιών σου
˙
Μα
΄κει που τα δυτικά σκοτάδια συσσωρεύονται,
Σκοτάδι,
αν μη τι άλλο θα τελειώσει το σκοτάδι:
Ο
Θεός δολοφονεί τον Εαυτό του με κάθε ιπτάμενο φύλλο,
Κ΄
η κόλαση ΄ναι μεγαλύτερη απ΄ το μισό του
παραδείσου.
Όχι,
δεν υπάρχει αυγή στους ανατολικούς ουρανούς -
Στους
ανατολικούς ουρανούς.
Απ΄
τον τάφο τούτο θα σου πω,
Απ΄
τον τάφο έρχομαι να σβήσω το φιλί
Που
φλέγεται στο μέτωπό σου με μια λάμψη
Που
σε τυφλώνει απ΄ το δρόμο που πρέπει να τραβήξεις.
Ναι,
υπάρχει ακόμα ένας δρόμος για ΄κει που είναι αυτή,
Πικρός
αλλά που η πίστη ποτέ της δεν θα χάσει.
Απ΄
τον τάφο τούτο θα σου πω-
Τούτο
θα σου πω.
Υπάρχει η δυτική πύλη Λιουκ Χάβεργκαλ,
Υπάρχουν
τα άλικα φύλλα στον τοίχο.
Πήγαινε,
γιατί οι ανέμοι τα τραβάνε μακρυά,-
Ούτε
να σ΄ απασχολούν τα νεκρά λόγια που λένε,
Μήτε
να τα νοιώθεις καθώς θα πέφτουνε ˙
Πήγαινε
λοιπόν, και αν την εμπιστεύεσαι εκείνη θα καλέσει.
Υπάρχει η δυτική πύλη Λιουκ Χάβεργκαλ,-
Λιουκ
Χάβεργκαλ,
Σχόλια: Σημαντικός ποιητής ο Robinson για την Αμερική, minor, ωστόσο, για την Ευρώπη,
καθώς υποψιάζομαι. ΄Αλλωστε, μετά από μια πρόχειρη έρευνα, φαίνεται ότι και εδώ
δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής, και ίσως παραμένει τελείως αμετάφραστος. Το
ποίημα αυτό το συνάντησα πριν από αρκετά χρόνια σε κάποια ανθολογία και με
τράβηξε το θέμα και οι εικόνες του. Σκοτάδια, βαθύ κόκκινο, ο άνεμος, ένας
έρωτας που χάθηκε πρόωρα, ο πόνος εκείνου που έμεινε πίσω, και , τελικά, η λύση
που προτείνει ο ίδιος ο ποιητής συνεπικουρούμενος από τη μαρτυρία ενός νεκρού.
Ένα ποίημα haunting. Γενικά, δεν θα μπορούσα να πω και πολλά πράγματα, όντας μη
ειδικός, ούτε και να επιχειρήσω κάποια ανάλυση, απλώς ως αναγνώστης μόνο δυο
λόγια σχετικά με το θέμα του.
Η
δυτική πύλη, το τέλος της ζωής, που
μπορεί να έρθει και εθελούσια, κυριαρχεί. Τα κόκκινα φύλλα , ίσως συμβολισμός
για τον έρωτα του Luke Havergal, ο τοίχος που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο, ένα
setting μακάβριο για πολλούς, ωστόσο, τοπίο άγριας ομορφιάς για άλλους. Το πέρασμα της πύλης
αυτής, κατά τον ποιητή, θα οδηγήσει τον L.H. στο ποθούμενο. Θα μεταβεί εκεί που
βρίσκεται ο πρόωρα χαμένος έρωτας του.
Άλλος τρόπος δεν υπάρχει γι΄ αυτόν.
Μάλιστα ο ποιητής τον προτρέπει να πάει γρήγορα εκεί, και , όπως διατείνεται,
εκείνη «θα καλέσει», προφανώς από την
άλλη πλευρά του τοίχου. Προτροπή σε αυτοκτονία; Απ΄ ό,τι φαίνεται, ναι. Ωστόσο, ο ποιητής δεν φαίνεται ότι το
βλέπει έτσι. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση του L.H., ο οποίος πάσχει από
ανείπωτη θλίψη, θα πρέπει να ισχύσουν άλλα μέτρα. Ο L.H. θα πρέπει ενδεχομένως
να περάσει σε άλλη κατάσταση ύπαρξης, - πάλι κατά την αντίληψη του ποιητή -,
όπου και θα λυθεί δια μιας το πρόβλημά του. Θα πρέπει να μεταβεί στη δυτική
πύλη ν΄ ακούσει το κάλεσμα της αγαπημένης του από την άλλη πλευρά του τοίχου,
γιατί και στην άλλη πλευρά υπάρχει ζωή,
- αυτό υπαινίσσεται σαφώς ο ποιητής-, άλλης
τάξης βέβαια από εκείνη που γνωρίζουμε, και, τελικά , ο ίδιος ο L.H. θα
πρέπει να πάρει την απόφαση, αν θα περάσει τη δυτική πύλη ή θα παραμείνει στους
«ανατολικούς ουρανούς», όπου δεν υπάρχει, -κατά τον ποιητή- αυγή.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου