Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Γιώργος Σταμελάκος (1954- ) : Μεταφραστής, Ανώτατος δικαστικός - Χαλκίδα



Γεννήθηκε στην Χαλκίδα το 1954. Παιδικός φίλος και οι αναμνήσεις  όμορφες και πολλές.
Οι πιο χαρακτηριστικές ήταν από τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, έχοντας επιστρέψει πλέον στην Χαλκίδα από τη Θεσσαλονίκη. Μεσημεριανές συναντήσεις στο ουζερί του Σωκράτη Παπαδόπουλου επί της Λ. Χαϊνά μαζί με τον Θανάση Κορώνη, συμμαθητή από το Β' Γυμνάσιο. Πίναμε μπύρα, μόνο Κάϊσερ και τα σχετικά μεζεδάκια: πετροσωλήνες, χταποδάκι, τσίρο και τόσες άλλες θαλασσινές λιχουδιές. Αξέχαστες στιγμές! Αρκετά .όμως! Ο Γιώργος ξενομαθής μου στέλνει όμορφα ποιήματα μεγάλων λογοτεχνών μεταφρασμένα. Αναρτώ κάποια...



EDGAR ALLAN POE

Annabel Lee

It was many and many a year ago, 
   In a kingdom by the sea, 
That a maiden there lived whom you may know 
   By the name of Annabel Lee; 
And this maiden she lived with no other thought 
   Than to love and be loved by me. 

I was a child and she was a child, 
   In this kingdom by the sea, 
But we loved with a love that was more than love— 
   I and my Annabel Lee— 
With a love that the wingèd seraphs of Heaven 
   Coveted her and me. 

And this was the reason that, long ago, 
   In this kingdom by the sea,                   
A wind blew out of a cloud, chilling      
   My beautiful Annabel Lee;                    
So that her highborn kinsmen came     
   And bore her away from me,             
To shut her up in a sepulchre             
   In this kingdom by the sea.              

The angels, not half so happy in Heaven,
   Went envying her and me—                      
Yes!—that was the reason (as all men know,  
   In this kingdom by the sea)  
That the wind came out of the cloud by night, 
   Chilling and killing my Annabel Lee.  

But our love it was stronger by far than the love 
   Of those who were older than we—                   
   Of many far wiser than we—                                
And neither the angels in Heaven above               
   Nor the demons down under the sea                  
Can ever dissever my soul from the soul              
   Of the beautiful Annabel Lee;                             

For the moon never beams, without bringing me dreams
   Of the beautiful Annabel Lee; 
And the stars never rise, but I feel the bright eyes 
   Of the beautiful Annabel Lee; 
And so, all the night-tide, I lie down by the side 
   Of my darling—my darling—my life and my bride, 
   In her sepulchre there by the sea— 
   In her tomb by the sounding sea.


Ανναμπέλα Λη

Ήταν πριν από πολύ πολύ καιρό,
Σε μια χώρα στην ακτή,
Που μια κόρη, ίσως ξέρεις, ζούσ΄ εκεί
Με τ΄ όνομα Ανναμπέλα Λη˙
Και η κόρη αυτή δεν είχε άλλο στοχασμό
Παρά να μ΄ αγαπάει και να την αγαπώ.

Ήμουν και ήτανε παιδί, 
Σ΄ αυτή τη χώρα στην ακτή,
Αλλ΄ αγαπιόμαστε με μι’  αγάπη πάνω απ΄ αγάπη-
Εγώ κι η Ανναμπέλα Λη-
Με μια αγάπη που τα φτερωτά Σεραφείμ του Ουρανού
Φθονήσανε εμένα και αυτή.

Κι΄ αυτή ήταν η αιτία πριν από καιρό
Σ΄ αυτή τη χώρα στην ακτή, 
Που ο άνεμος φυσώντας  απ΄ τα νέφη, μου πάγωσε
Την όμορφη  Ανναμπέλλα  Λη˙
Κι έτσι οι ουράνιοι συγγενείς της ήρθαν 
και τη πήραν μακρυά από  ΄με πολύ, 
Να την κλείσουν σ΄ ένα τάφο
Σ΄ αυτή τη χώρα στην ακτή.

Οι άγγελοι του Ουρανού που δεν είχαν τη μισή μας ευτυχία
Ζηλέψανε εμένα και αυτή-
Ναι!- Αυτή ήταν η αιτία ( όπως όλοι ξέρουν 
σ΄ αυτή τη χώρα στην ακτή)
Που ο άνεμος τη νύχτα απ΄ τα νέφη,
Πάγωσε και σκότωσε την Ανναμπέλα Λη.

Αλλά η αγάπη μας ήταν πιο δυνατή
 Εκείνων που ΄ταν   μεγαλύτεροι από ΄μας-
 Των πιο πολλών σοφότερων από ΄μας-
 Κι ούτε οι άγγελοι στον ουρανό ψηλά
 Ούτε οι δαιμόνοι  απ΄ της θάλασσας τα νερά
 Μπορούν ποτέ να χωρίσουν την ψυχή μου απ΄ τη ψυχή 
 Της ωραίας  Ανναμπέλας Λη˙

Γιατί η σελήνη ποτέ δεν ανατέλλει,  χωρίς όνειρα να μου φέρνει
Της πανώριας Ανναμπέλλας Λη˙
Κ ποτέ δεν βγαίνουν τ΄ άστρα, αλλά νοιώθω  λαμπερά τα μάτια
Της πανώριας Ανναμπέλλας Λη˙
Κι έτσι , στης νύχτας τη φουσκονεριά
Δίπλα στη γλυκειάς μου, της ζωής συντρόφισσας  μου 
Κάθομαι στο μνήμα πλάι  στην ακτή -
Στον τάφο της στη θάλασσα τη βουερή.


Απόδοση από τα αγγλικά: Γ. Ι.  Σταμελάκος. (2019)

(Υπάρχει ως τραγούδι σε διάφορες, όμορφες, εκτελέσεις στο YouTube)


EDGAR ALLAN POE
(1809–1849) 

To Helen

Helen, thy beauty is to me 
Like those Nicéan barks of yore, 
That gently, o'er a perfumed sea, 
The weary, way-worn wanderer bore 
To his own native shore. 

On desperate seas long wont to roam, 
Thy hyacinth hair, thy classic face, 
Thy Naiad airs have brought me home 
To the glory that was Greece,       
And the grandeur that was Rome. 

Lo! in yon brilliant window-niche 
How statue-like I see thee stand, 
The agate lamp within thy hand! 
Ah, Psyche, from the regions which 
Are Holy-Land!


Στην Ελένη

Σαν τα παλιά της Νίκαιας εκείνα πλοία
Eίναι, Ελένη, η ομορφιά σου για μένα,
Που τον κουρασμένο και περιπλανώμενο ταξιδευτή
Απαλά απ΄ τα νερά της θάλασσας τα μυρωμένα
Φέρανε στης πατρίδας την ακτή.

Χρόνια συνηθισμένος σε καταραμένες θάλασσες να πλέω,
Η κλασική σου η μορφή, η υακίνθινη κόμη, 
Των Ναϊάδων σου το πνεύμα μ΄ έφερε πίσω
Στη δόξα της  Ελλάδας,
Και στο μεγαλείο που ΄χε η  Ρώμη

Να! Σαν άγαλμα να στέκεις σε θωρώ 
Στη λαμπρή του παραθύρου σου κόγχη,  
Ο αχάτινος λύχνος στο χέρι σου
Ω, Ψυχή, απ΄ τις χώρες που ΄ναι 
Άγιοι Τόποι!


Απόδοση από τα αγγλικά Γ. Ι. Σταμελάκος. 2019

ΣΧΟΛΙΑ
(1) Helen. Είναι προφανές ότι  πρόκειται για την Ελένη της Τροίας
(2) Nicéan barks of yore. Nicéan ίσως σημαίνει τα πλοία της νίκης, εκείνα που εμπνέονται από τη θεά Νίκη, μπορεί να είναι εκείνα που πρώτα έλαβαν μέρος στον τρωικό πόλεμο. 
(3) weary, way-worn wanderer. Η αναφορά γίνεται μάλλον στον Οδυσσέα. 
(4) Naiad airs. Η Ελένη μπορεί και να είναι και μια αιθερική  ύπαρξη σαν τις Ναϊάδες νύμφες των νερών. 
 (5) statue. Η Ελένη παρομοιάζεται από τον Poe σαν άγαλμα, που είναι σύμβολο της κλασικής ομορφιάς.
(6) Holy Land. Για τον Poe η Ελλάδα είναι «Άγιοι Τόποι», υπό την έννοια ότι είναι μήτρα της δυτικής τέχνης και ποίησης. 



Dylan Thomas 
(1914 – 1953)

And Death Shall Have No Dominion

And death shall have no dominion.
Dead man naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily;
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan't crack;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift its head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails,
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.


Τόμας Ντύλαν
(1914-1953)

Κι ο θάνατος δεν θα εξουσιάζει.


Κι ο θάνατος δεν θα εξουσιάζει.
Με τον άνθρωπο στον άνεμο και το φεγγάρι της δύσης
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
‘Όταν τα οστά τους ξεπλυθούν και τα πλυμέν΄ οστά χαθούνε, 
Θα ΄χουν  αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν και τρελαίνονται θα βρουν τα λογικά τους,
Αν και βυθίζονται στη θάλασσα θ΄ αναδυθούν ξανά 
Αν θα χαθούν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη 
Κι ο θάνατος δεν θα εξουσιάζει.

Κι ο θάνατος δεν θα εξουσιάζει.
Κάτω απ΄ της θάλασσας τις ριπές
Που χρόνια κείτονται, δεν θα χαθούν από ριπές ανέμου 
Σε μέγγενες στριμμένοι με τένοντες παράλυτους,
Δεμένοι στον τροχό, κι ωστόσο δεν θα σπάσουν 
Στα χέρια τους η πίστη στα δυό θα χωριστεί,
Και τα μονόκερα  δαιμόνια που ορμάνε 
Κομμάτια να τους κάνουν εκείνοι δεν λυγούν  
Κι ο θάνατος δεν θα εξουσιάζει.

Κι ο θάνατος δεν θα εξουσιάζει.
Μπορεί κρωγμούς των γλάρων να μην ακούνε πιά
 Ή κύματα να σπουν΄ με θόρυβο στις παραλίες
Μπορεί λουλούδι να μην έχει πιά εκεί που πρώτα φύτρωνε λουλούδι
Να υψώσει το κεφάλι του σε δάρσιμο βροχής 
Αν και τρελοί και πεθαμένοι σαν καρφιά, 
Χτυπούν σφυριές με τα κεφάλια τους στις μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο μέχρι ο ήλιος να χαθεί,
Κι ο θάνατος δεν θα εξουσιάζει.


Απόδοση από τα αγγλικά: Γ. Ι.  Σταμελάκος.

ΣΗΜ. (1) Ο τίτλος του ποιήματος είναι εμπνευσμένος από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου (6.9) « Knowing that Christ being raised from the dead dieth no more; death hath no more dominion over him» (KJV). Ελλ.  «εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει». 
           (2) «dead as nails» Ιδιωματισμός. Βλ. σχετ. και  « Dead as a doornail».
           (3) «Heads of the characters hammer through daisies».  Εμπνευσμένο από την έκφραση «pushing up the daisies» (σπρώχνω τις μαργαρίτες ), που λέγεται για τους ενταφιασμένους . Ισχυρές προσωπικότητες -αγωνιστές, ηρωικές φιγούρες  του παρελθόντος, που χτυπούν και σπρώχνουν με σφυριές  το χώμα για να βγουν πάλι στην επιφάνεια, να ξαναγυρίσουν στη ζωή. Απόλυτη κατάφαση της ζωής που -με τη δυναμική της-  επικρατεί του θανάτου. Αυτό το πνεύμα και αυτό το είδος ανθρώπων, άλλωστε, είναι διάχυτο σ΄  όλο το ποίημα.
          (4) Αξιοπρόσεκτο το σχήμα με τη χρήση των λέξεων nails και hammer (καρφιά και σφυρί). 



La Voix de Robert Desnos

Si semblable à la fleur et au courant d’air
au cours d’eau aux ombres passagères
au sourire entrevu ce fameux soir à minuit
si semblable à tout au bonheur et à la tristesse
c’est le minuit passé dressant son torse nu
au dessus des beffrois et des peupliers
j’appelle à moi ceux-là perdus dans les campagnes
les vieux cadavres les jeunes chênes coupés
les lambeaux d’étoffe pourrissant sur la terre et le linge
séchant aux alentours des fermes
j’appelle à moi les tornades et les ouragans
les tempêtes les typhons les cyclones
les raz de marée
les tremblements de terre
j’appelle à moi la fumée des volcans et celle des cigarettes
les ronds de fumée des cigares de luxe
j’appelle à moi les amours et les amoureux
j’appelle à moi les vivants et les morts
j’appelle les fossoyeurs j’appelle les assassins
j’appelle les bourreaux j’appelle les pilotes les maçons et
les architectes
les assassins
j’appelle la chair
j’appelle celle que j’aime
j’appelle celle que j’aime
j’appelle celle que j’aime
le minuit triomphant déploie ses ailes de satin
et se pose sur mon lit
les beffrois et les peupliers se plient à mon désir
ceux-là s’écroulent ceux-là s’affaissent
les perdus dans la campagne se retrouvent en me trouvant
les vieux cadavres ressuscitent à ma voix
les jeunes chênes coupés se couvrent de verdure
les lambeaux d’étoffe pourrissent dans la terre et sur la terre
claquent à ma voix comme l’étendard de la révolte
le linge séchant aux alentours des fermes habille d’adorables femmes
que je n’adore pas qui viennent à moi obéissent à ma voix et m’adorent
les tornades tournent dans ma bouche
les ouragans rougissent s’il est possible mes lèvres
les tempêtes grondent à mes pieds
les typhons s’il est possible me dépeignent
je reçois les baisers d’ivresse des cyclones
les raz de marrée viennent mourir à mes pieds
les tremblements de terre ne m’ébranlent pas
mais font tout crouler à mon ordre
la fumée des volcans me vêt de ses vapeurs
et celle des cigarettes me parfume
et les ronds de fumée des cigares me couronnent
les amours et l’amour si longtemps poursuivis se réfugient en moi
les amoureux écoutent ma voix
les vivants et les morts se soumettent et me saluent
les premiers froidement les seconds familièrement
les fossoyeurs abandonnent les tombes à peine creusées
et déclarent que moi seul puis commander leurs nocturnes travaux
les assassins me saluent
les bourreaux invoquent la révolution
invoquent ma voix
invoquent mon nom
les pilotes se guident sur mes yeux
les maçons ont le vertige en m’écoutant
les assassins me bénissent
la chair palpite à mon appel
celle que j’aime ne m’écoute pas
celle que j’aime ne m’entend pas
celle que j’aime ne me répond pas

14 décembre 1926
Recueil : "Les Ténèbres"



Η φωνή του Robert Desnos

Έτσι όμοιο με τον ανθό και την πνοή τ΄ αέρα
το τρεχούμενο νερό και τις περαστικές σκιές
το αχνό χαμόγελο μεσάνυχτα  αυτή τη έξοχη βραδιά
έτσι όμοιο με κάθε χαρά και λύπη
είναι το περασμένο μεσονύχτι που υψώνει το γυμνό του στήθος
πάνω απ΄ τα καμπαναριά και τις λεύκες
καλώ σε μένα εκείνους που χαθήκανε στην ύπαιθρο
τ΄ αρχαία πτώματα τις νιές βαλανιδιές που έχουνε κοπεί
τα ξέφτια από ύφασμα που σαπίζουν στη γη και τ΄ ασπρόρουχα
που στεγνώνουν γύρω απ΄ τις φάρμες
καλώ σε μένα σίφουνες και θύελλες
τις τρικυμίες τους τυφώνες τους κυκλώνες
τα  κύματα τα παλιρροϊκά
τους σεισμούς
καλώ σε μένα τον καπνό των ηφαιστείων και εκείνον των τσιγάρων
δαχτυλίδια καπνού από ακριβά πούρα
καλώ σε μένα έρωτες και ερωτευμένους
καλώ σε μένα ζώντες και νεκρούς
καλώ τους νεκροθάφτες καλώ τους δολοφόνους
καλώ τους δήμιους καλώ τους πιλότους τους χτίστες και
τους αρχιτέκτονες
τους δολοφόνους
καλώ τη σάρκα
καλώ εκείνη π΄ αγαπώ 
καλώ εκείνη π΄ αγαπώ 
καλώ εκείνη π΄ αγαπώ 
το θριαμβικό μεσονύχτι ξεδιπλώνει τα σατινένια φτερά του
και θρονιάζεται στο κρεβάτι μου
τα καμπαναριά κι΄ οι λεύκες υποκλίνονται στην επιθυμία μου
τα μεν γκρεμίζονται οι δε  καταρρέουν
εκείνοι που χαθήκανε στην ύπαιθρο ξαναβρίσκονται βρίσκοντας με
τ΄ αρχαία πτώματα ζωντανεύουν  με τη φωνή μου
οι νιές βαλανιδιές που έχουνε κοπεί γεμίζουν φύλλα
τα ξέφτια από ύφασμα που σαπίζουν στη γη και πάνω απ΄ αυτή
ανεμίζουν στη φωνή μου σα φλάμπουρο της επανάστασης
τ΄ ασπρόρουχα που στεγνώνουν γύρω απ΄ τις φάρμες ντύνουν αξιαγάπητες  γυναίκες
που δεν αγαπώ που έρχονται σε μένα υπακούουν τη φωνή μου και με αγαπούνε
οι σίφουνες στριφογυρίζουν μεσ΄ το στόμα μου
οι θύελλες αν είναι δυνατό βάφουν κόκκινα τα χείλη μου
οι τρικυμίες βρυχώνται στα πόδια  μου
οι τυφώνες αν είναι δυνατόν ανακατεύουν τα μαλλιά μου
δέχομαι μεθυστικά φιλιά από τους κυκλώνες
τα  κύματα τα παλιρροϊκά έρχονται να πεθάνουν στα πόδια μου
οι σεισμοί δεν με κλονίζουν
αλλά λυγούν με τη διαταγή μου
ο καπνός των ηφαιστείων με ντύνει με τους ατμούς τους
κι εκείνος των τσιγάρων με αρωματίζει
και δαχτυλίδια καπνού από πούρα με στεφανώνουν
οι εραστές κι ο έρωτας που χρόνια ποθήθηκαν καταφεύγουν σε μένα
οι εραστές ακούνε τη φωνή μου
ζώντες και  νεκροί υποκλίνονται και με χαιρετούν
οι πρώτοι παγερά οι δεύτεροι με θέρμη
οι νεκροθάφτες παρατούν μισοσκαμμένους τάφους
και δηλώνουν ότι μόνο εγώ μπορώ να διατάζω τη νυχτερινή τους δουλειά
οι δολοφόνοι με χαιρετούν
οι δήμιοι επικαλούνται την επανάσταση
επικαλούνται τη φωνή μου
επικαλούνται τ΄ όνομά μου
οι πιλότοι κατευθύνονται απ΄ τα μάτια μου
οι χτίστες παθαίνουν ίλιγγο όταν μ ΄ακούνε
οι δολοφόνοι μ΄ ευλογούν
η σάρκα πάλλεται στο κάλεσμά μου
εκείνη π’ αγαπώ δεν μ΄ αφουγκράζεται
εκείνη π’ αγαπώ δεν με ακούει
εκείνη π’ αγαπώ δεν μ΄ απαντά.



14 décembre 1926
«Συλλογή: “Τα Σκότη / Το Σκοτάδι”»
Μετάφραση από τα γαλλικά: Γ. Ι. Σταμελάκος
Ιανουάριος 2019



Robert Desnos (1900-1945)

Réveils

Il est étrange qu'on se réveille parfois en pleine nuit
En plein sommeil quelqu'un a frappé à une porte
Et dans la ville extraordinaire de minuit de mi-réveil et de
mi-souvenir des portes cochères retentissent lourdement de rue en rue

Qui est ce visiteur nocturne au visage inconnu
que vient-il chercher que vient-il espionner
Est-ce un pauvre demandant pain et gîte
Est-ce un voleur est-ce un oiseau
Est-ce un reflet de nous-mêmes dans la glace
Qui revient d'un abîme de transparence
Et tente de rentrer en nous

Il s'aperçoit alors que nous avons changé
que la clef ne fait plus manœuvrer la serrure
De la porte mystérieuse des corps
Même s'il n'y a que quelques secondes qu'il nous a
quitté au moment troublant où l'on éteint la lumière

Que devient-il alors
Où erre-t-il ? souffre-t-il ?
Est-ce là l'origine des fantômes ?
l'origine des rêves ?
la naissance des regrets?

Ne frappe jamais plus à ma porte visiteur
Il n'y pas place à mon foyer et dans mon cœur
Pour les anciennes images de moi-même
Peut-être me reconnais-tu moi
je ne saurai jamais te reconnais-tu


Ξυπνήματα


Παράξενο πώς μερικές φορές ξυπνάς
Στη μέση της νύχτας πώς στο μέσο του ύπνου 
Κάποιος έχει χτυπήσει μια πόρτα.
Και στην παράξενη πόλη του μεσονυχτιού
Του μισο-ξυπνήματος της μισο-μνήμης
Βαριές πύλες αντηχούν από δρόμο σε δρόμο

Ποιος είναι τούτος ο νυχτερινός επισκέπτης με τ΄ άγνωστο πρόσωπο
Τι ζητά τι κατασκοπεύει
Είναι φτωχός που στέγη και ψωμί γυρεύει
Είναι κλέφτης είναι πουλί

Είναι το είδωλό μας στον καθρέφτη
Που ΄ρχεται από  μια διάφανη άβυσσο
Και  μέσα μας πασχίζει πάλι να γλιστρήσει 

Τότε καταλαβαίνει πως έχουμε αλλάξει
Πως το κλειδί δεν στρέφει πια την κλειδαριά
Της μυστηριακής πύλης των σωμάτων
Ακόμη κι΄ αν  ελάχιστα μας άφησε
Σε ώρα βασανιστική τότε που σβήστηκε το φως

Τι γίνεται τότε αυτός
Που να περιπλανιέται; άραγε υποφέρει;
Είναι αυτό των φαντασμάτων η αρχή;
Η μήτρα των ονείρων;
Η γέννηση της θλίψης;

Μη χτυπάς πια τη πόρτα μου επισκέπτη
Δεν έχει χώρο σπίτι μου ή στην καρδιά μου 
Για τις παλιές εικόνες του εαυτού μου
Ίσως εσύ να με αναγνωρίζεις
Πώς τον εαυτό σου συ αναγνωρίζεις ποτέ μου δεν θα μάθω.


Μετάφραση από τα γαλλικά Γ. Ι.  Σταμελάκος. (2019)


Guillaume Apollinaire


 Le Pont Mirabeau

Sous le pont Mirabeau coule la Seine        
Et nos amours                       
Faut-il quil men souvienne       
La joie venait toujours après la peine         

Vienne la nuit sonne lheure               
Les jours sen vont je demeure              

Les mains dans les mains restons face à face   
Tandis que sous                          
Le pont de nos bras passe                  
Des éternels regards londe si lasse        

Vienne la nuit sonne lheure                
Les jours sen vont je demeure        

Lamour sen va comme cette eau courante  
Lamour sen va                    
Comme la vie est lente                    
Et comme l’ Espérance est violente        

Vienne la nuit sonne lheure                
Les jours sen vont je demeure           


Passent les jours et passent les semaines     
Ni temps passé                           
Ni les amours reviennent            
Sous le pont Mirabeau coule la Seine        


Vienne la nuit sonne lheure                
Les jours sen vont je demeure 
         


Η γέφυρα του Μιραμπώ


 Κάτω απ’ τη γέφυρα του Μιραμπώ κυλά ο Σηκουάνας
 Κι ΄οι έρωτες μας
 Πρέπει να το θυμάμαι
Η χαρά πάντα ερχόταν μετά τον πόνο

 Να΄ρθει η νύχτα να σημάνει η ώρα
Φεύγουν οι μέρες εγώ μένω

Ας μείνουμε με χέρια ενωμένα πρόσωπο με πρόσωπο
Ενώ κάτω από τη γέφυρα
Των χεριών μας περνά
Το νερό κουρασμένο από αιώνια βλέμματα

Να΄ρθει η νύχτα να σημάνει η ώρα
Φεύγουν οι μέρες εγώ μένω

Φεύγει ο έρωτας σαν τούτο το τρεχούμενο νερό
Φεύγει ο έρωτας
Πόσο ήρεμη είν΄ η ζωή
Και πόσο βίαιη η Ελπίδα

Να΄ρθει η νύχτα να σημάνει η ώρα
Φεύγουν οι μέρες εγώ μένω

Περνούν οι μέρες περνούν βδομάδες
Ούτε οι καιροί που πέρασαν
Ούτε οι έρωτες ξαναγυρνούν
Κάτω απ’ τη γέφυρα του Μιραμπώ κυλά ο Σηκουάνας

Να΄ρθει η νύχτα να σημάνει η ώρα
Φεύγουν οι μέρες εγώ μένω


Μετάφραση από τα γαλλικά Γ. Ι.  Σταμελάκος. (2019)





Ας προσέξουμε το επόμενο ποίημα το οποίο ήταν αμετάφραστο στην Ελληνική έως τώρα.

 

Luke Havergal

BY EDWIN ARLINGTON ROBINSON

 

         Go to the western gate, Luke Havergal,

         There where the vines cling crimson on the wall,

         And in the twilight wait for what will come.

         The leaves will whisper there of her, and some,

         Like flying words, will strike you as they fall;

         But go, and if you listen she will call.

         Go to the western gate, Luke Havergal—

         Luke Havergal.

 

No, there is not a dawn in eastern skies

To rift the fiery night that’s in your eyes;

But there, where western glooms are gathering,

The dark will end the dark, if anything:

God slays Himself with every leaf that flies,

And hell is more than half of paradise.

No, there is not a dawn in eastern skies—

In eastern skies.

 

Out of a grave I come to tell you this,

Out of a grave I come to quench the kiss

That flames upon your forehead with a glow

That blinds you to the way that you must go.

Yes, there is yet one way to where she is,

Bitter, but one that faith may never miss.

Out of a grave I come to tell you this—

To tell you this.

 

There is the western gate, Luke Havergal,

There are the crimson leaves upon the wall.

Go, for the winds are tearing them away, —

Nor think to riddle the dead words they say,

Nor any more to feel them as they fall;

But go, and if you trust her she will call.

There is the western gate, Luke Havergal—

 

Luke Havergal.

 

Τράβα για τη δυτική πύλη Λιουκ Χάβεργκαλ

Eκεί που οι κληματσίδες κολλούν το άλικο στον τοίχο,

Και στο λυκόφως να προσμένεις εκείνο που θα ρθεί.

Θα ψιθυρίσουνε γι΄ αυτήν τα φύλα, και μερικά

Σαν λέξεις που πετούν, θα σε χτυπήσουν πέφτοντας˙

Μα πήγαινε, και αν ακούς εκείνη θα καλέσει.

Τράβα για τη δυτική πύλη Λιουκ Χάβεργκαλ -

Λιουκ Χάβεργκαλ.

 

Όχι, δεν υπάρχει αυγή στους ανατολικούς ουρανούς

Να σπάσει  τη φλεγόμενη νύχτα των ματιών σου ˙

Μα ΄κει που τα δυτικά σκοτάδια συσσωρεύονται,

Σκοτάδι, αν μη τι άλλο θα τελειώσει το σκοτάδι:

Ο Θεός δολοφονεί τον Εαυτό του με κάθε ιπτάμενο φύλλο,

Κ΄ η κόλαση  ΄ναι μεγαλύτερη απ΄ το μισό του παραδείσου.

Όχι, δεν υπάρχει αυγή στους ανατολικούς ουρανούς -

Στους ανατολικούς ουρανούς.

 

Απ΄ τον τάφο τούτο θα σου πω,

Απ΄ τον τάφο έρχομαι να σβήσω το φιλί

Που φλέγεται στο μέτωπό σου με μια λάμψη

Που σε τυφλώνει απ΄ το δρόμο που πρέπει να τραβήξεις.

Ναι, υπάρχει ακόμα ένας δρόμος για ΄κει που είναι αυτή,

Πικρός αλλά που η πίστη ποτέ της  δεν θα χάσει.

Απ΄ τον τάφο τούτο θα σου πω-

Τούτο θα σου πω.

 

Υπάρχει  η δυτική πύλη Λιουκ Χάβεργκαλ,

Υπάρχουν τα άλικα φύλλα στον τοίχο.

Πήγαινε, γιατί οι ανέμοι τα τραβάνε μακρυά,-

Ούτε να σ΄ απασχολούν τα νεκρά λόγια που λένε,

Μήτε να τα νοιώθεις καθώς θα πέφτουνε ˙

Πήγαινε λοιπόν, και αν την εμπιστεύεσαι εκείνη θα καλέσει.

Υπάρχει  η δυτική πύλη Λιουκ Χάβεργκαλ,-

Λιουκ Χάβεργκαλ,

 


Σχόλια:  Σημαντικός ποιητής ο Robinson για την Αμερική, minor, ωστόσο, για την Ευρώπη, καθώς υποψιάζομαι. ΄Αλλωστε, μετά από μια πρόχειρη έρευνα, φαίνεται ότι και εδώ δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής, και ίσως παραμένει τελείως αμετάφραστος. Το ποίημα αυτό το συνάντησα πριν από αρκετά χρόνια σε κάποια ανθολογία και με τράβηξε το θέμα και οι εικόνες του. Σκοτάδια, βαθύ κόκκινο, ο άνεμος, ένας έρωτας που χάθηκε πρόωρα, ο πόνος εκείνου που έμεινε πίσω, και , τελικά, η λύση που προτείνει ο ίδιος ο ποιητής συνεπικουρούμενος από τη μαρτυρία ενός νεκρού. Ένα ποίημα haunting. Γενικά, δεν θα μπορούσα να πω και πολλά πράγματα, όντας μη ειδικός, ούτε και να επιχειρήσω κάποια ανάλυση, απλώς ως αναγνώστης μόνο δυο λόγια σχετικά με το θέμα του.

Η δυτική πύλη, το τέλος  της ζωής, που μπορεί να έρθει και εθελούσια, κυριαρχεί. Τα κόκκινα φύλλα , ίσως συμβολισμός για τον έρωτα του Luke Havergal, ο τοίχος που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο, ένα setting μακάβριο για πολλούς, ωστόσο, τοπίο άγριας  ομορφιάς για άλλους. Το πέρασμα της πύλης αυτή, κατά τον ποιητή, θα οδηγήσει τον L.H. στο ποθούμενο. Θα μεταβεί εκεί που βρίσκεται ο πρόωρα  χαμένος έρωτας του. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει γι΄ αυτόν.  Μάλιστα ο ποιητής τον προτρέπει να πάει γρήγορα εκεί, και , όπως διατείνεται, εκείνη «θα καλέσει», προφανώς  από την άλλη πλευρά του τοίχου. Προτροπή σε αυτοκτονία; Απ΄ ό,τι φαίνεται,  ναι. Ωστόσο, ο ποιητής δεν φαίνεται ότι το βλέπει έτσι. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση του L.H., ο οποίος πάσχει από ανείπωτη θλίψη, θα πρέπει να ισχύσουν άλλα μέτρα. Ο L.H. θα πρέπει ενδεχομένως να περάσει σε άλλη κατάσταση ύπαρξης, - πάλι κατά την αντίληψη του ποιητή -, όπου και θα λυθεί δια μιας το πρόβλημά του. Θα πρέπει να μεταβεί στη δυτική πύλη ν΄ ακούσει το κάλεσμα της αγαπημένης του από την άλλη πλευρά του τοίχου, γιατί και στην άλλη πλευρά  υπάρχει ζωή, - αυτό υπαινίσσεται σαφώς ο ποιητής-, άλλης  τάξης βέβαια από εκείνη που γνωρίζουμε, και, τελικά , ο ίδιος ο L.H. θα πρέπει να πάρει την απόφαση, αν θα περάσει τη δυτική πύλη ή θα παραμείνει στους «ανατολικούς ουρανούς», όπου δεν υπάρχει, -κατά τον ποιητή- αυγή.

Γιώργος Σταμελάκος 2018


Δεν υπάρχουν σχόλια: