Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Βασίλης Πεππές(1974- ): Χρονικογράφος, Ποιητής, Γιατρός: Σέρρες-Χαλκίδα




Αργώ


Ξύλινου κουφαριού πηδάλιο κρατώ
-του Ποσειδώνα ειρωνικό μειδίαμα στην τσέπη-
Ανταριασμένα κύματα, σκοτούρες σα μετρώ∙
Θέλω αρκετά, μ’ ακόμα περισσότερα τα Πρέπει.

Των σκουριασμένων ήλων τα τριξίματα αλμυρά,
του καταστρώματος σκιρτήματα∙
Πιωμένα βήματα, βαριά
του σκοταδιού παραστρατήματα.

Αργοκυλά η βάρδια απόψε μεσονύχτι,
σα συλλογίζομαι της μοίρας μου το δίχτυ
το ξεσκισμένο απ’ ένα αμείλικτο Γιατί.

Σε μπάρκο μυστικό γι’ άγνωστους τόπους
αποζητώ νηφάλιους λαμνοκόπους,
καθώς θυμός τη ρότα μου χαράζει
παρέα μ’ όνειρα τα βράδια που πλαγιάζει
κάτω, στα μουχλιασμένα αμπάρια της Αργούς.

Δεν έχει αστέρια ο ουρανός αυτή τη νύχτα,
κεριά σβησμένα των ανθρώπων οι ψυχές,
θυμίζοντας φθαρμένα απομεινάρια
αγάπης που ξεθώριασε στο χθες.

Οι φάροι των ματιών της όμως φτάνουν
της Μήδειας να λύσουν τις γητειές.
Πυξίδα του Σεπτέμβρη οι αγκαλιές…
Αρχαίου μύθου το υφάδι ας προκάνουν
αλήτισσες να πλέξουνε εικόνες ξωτικές.



Β.Π. Σεπτέμβριος 2019

(Απόσπασμα από το Ημερολόγιο ενός Late Bloomer)


Για τις παλιές αγάπες

Το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου είναι ανοιχτό και παίζει μουσική χαμηλόφωνα. 
Οφείλω να παραδεχτώ ευθέως πως η μοναχική οδήγηση κάτι νύχτες με ψιλόβροχο σαν την αποψινή, εξακολουθεί να αποτελεί ω μια τάξη στους χαλαρούς συνειρμούς και τις σκέψεις που έχουν προηγηθεί στη διάρκεια μιας ακόμη μέρας που έφυγε και πάει… Ώρες-ώρες έχω ‘κείνη την περίεργη αίσθηση πως οι ψιχάλες του νερού έχουν την ιδιότητα να ξεπλένουν τη σκόνη του καιρού μας που έχει κάτσει απάνω στις ψυχές όλων, κάνοντάς τες να δείχνουν μια ιδέα πιο λαμπερές.
Πιο καθάριες, πιο αγνές ίσως… πηγή χαλάρωσης και – γιατί όχι – έμπνευσης. 
Είναι μια ευκαιρία να βρεθώ επιτέλους λίγη ώρα παρέα με την αφεντιά μου, για να βάλ
***
Κόκκινο το φανάρι στην Πανόρμου που μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα γίνεται πράσινο….Βάζω πρώτη αυξάνοντας μηχανικά την ένταση του ήχου, ενώ αισθάνομαι τη ραχοκοκαλιά μου να κολλά στην πλάτη του καθίσματος από την επιτάχυνση.
“Οι μεγαλύτεροι έρωτες είναι αυτοί που δεν έχουμε ζήσει ακόμα…” ακούγεται η φωνή του Μηλιόγλου on air από τη συχνότητα του Love Radio καθώς με το νου μου τραβώ απότομα χειρόφρενο στου ρολογιού τους δείκτες, ανατρέχοντας σε ένα στιγμιαίο flash back στο παρελθόν.
- Καλά όλα αυτά φίλτατε, τι γίνεται όμως με τους παλιούς έρωτες ;
Ειλικρινά, θα ήθελα πολύ να τον ρωτήσω. 
Λένε πως οι παλιές αγάπες πηγαίνουν στον παράδεισο…
Είναι άραγε αλήθεια ; 
Ή μήπως τελικά τις καταπίνει το σκοτάδι της λησμονιάς ;
Τι γίνονται όλες αυτές οι παρουσίες που - ξεκινώντας από τα σκιρτήματα της πρώτης νιότης για να φτάσουμε στο σήμερα - πέρασαν άλλοτε σαν ορόσημα κι άλλοτε σαν φευγαλέες σκιές από το προσκήνιο της ζωής μας ;
Περί έρωτος σε χρόνο αόριστο τα γραφόμενα, αλατισμένα ίσως με μια πρέζα φθινοπωρινής μελαγχολίας. Εκεί οπού το “αγάπησα” ορίζεται ως ο αόριστος του ρήματος “αγαπώ” στη γραμματική μα και στην πράξη... 
***
Τα λεπτά τρέχουν πότε εμπρός και πότε πίσω, μα εξακολουθώ να κινούμαι ντουγρού στην άσφαλτο που οδηγεί στο Νεγκρεπόντε. Όσο τα χρώματα της μουσικής ερεθίζουν τις έλικες του εγκεφάλου, αναδεύονται παλιά συναισθήματα που κάποτε κρύφτηκαν πίσω από βαριές κουρτίνες μια φορά κι έναν καιρό.
Κάτι ξεχασμένα αποκαΐδια και στάχτες που άφησε πίσω της η φλόγα του νεκρού πλέον έρωτα. Βλέμματα, ανάσες, μυρωδιές και αγγίγματα σαν cartes postales από παλιά μπάρκα για άλλους κόσμους, τα αντικείμενα του Πόθου μας αυτοπροσώπως, κρυφά ή φανερά.
Με μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς - πυξίδα ίσως - εκείνη την απροσμέτρητη δίψα για ζωή που μας μετατρέπει σε περιπλανώμενους συλλέκτες εμπειριών και βιωμάτων. Εκεί που μέσα από τη ματιά των άλλων επαναπροσδιοριζόμαστε δίνοντας σάρκα και οστά στο περίγραμμα του εαυτού μας, ανταλλάσσοντας στοιχεία σε ένα μοναδικό αλισβερίσι, ένα θερμό δούναι και λαβείν ασυνείδητων προβολών και ταυτίσεων. Ένα ταξίδι είναι άλλωστε η ζωή μας.
Ή μήπως όχι ;
Κάποιοι άνθρωποι-σταθμοί μοιραία κι αναπόφευκτα άφησαν το ανεξίτηλο στίγμα τους σε καρδιά και κορμί στο παρελθόν, ενώ αντιθέτως άλλοι χάθηκαν σύντομα καθώς οι αναμνήσεις έσβησαν όπως τα ίχνη από τα πατήματα στην αμμουδιά το καλοκαίρι. 
Πάμπολλες φορές έχω αναρωτηθεί ποια να ήταν η μετέπειτα πορεία τους, όταν πια το πάθος χάθηκε δια παντός και ό,τι αποτελούσε κάποτε ένα ζεύγος χωρίστηκε κακήν-κακώς σε δύο ερείπια όρθια γεμάτα από συντρίμμια και χαλάσματα.
Αλλά ευτυχώς τα περασμένα τέρμινα έχουν πια δυναμώσει τις καρδιές ενώ η Λήθη, το βάλσαμο που κουβαλά στο δισάκι του ο γέρο-χρόνος έχει κάνει τις παλιές πληγές να γιάνουν. Η ουσία είναι πως η ζωή κυλά εμπρός σαν ποτάμι και πρέπει να δει καθένας το μέλλον του κατάματα, κολυμπώντας όμως παράλληλα με το ρεύμα ετούτη τη φορά, εκών άκων.
Κάτι θλιβερά ξεθωριασμένα βλέμματα σε παλιές φωτογραφίες απέμειναν, μόνο και μόνο για να υπενθυμίζουν πως κάποτε έλαμψαν στο μισοσκόταδο, κάτω από το φώς των αστεριών.
Χρόνος αόριστος, ξανά.
Παλίνδρομες σκέψεις, παρασυρμένες από την επίγευση περασμένων όμορφων στιγμών και σκηνών σκορπισμένων εδώ κι εκεί. Καθεμιά τους κι ένα διαφορετικό αφήγημα, τα μαθήματα του οποίου καθορίζουν το ποιοι είμαστε και γιατί φερόμαστε όπως φερόμαστε στον παρόντα χρόνο, ως κομμάτια του προσωπικού μας story….
Τα αγαπάμε ωστόσο όπως και να ‘χει, ακόμα και τα πάθη – λάθη, γιατί πολύ απλά δεν γίνεται να ακυρώσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. 
Κάπως έτσι τα αποδεχόμαστε ως τετελεσμένα, συμπορευόμενοι με την κληρονομιά που μας άφησαν.
Non, je ne regrette rien…όπως τραγούδησε κάποτε η Edith Piaf
Οι μέρες όμως έτσι όπως κυλούν γοργά μεταφέρουν το μήνυμα πως κάποτε ο κύκλος της ζωής καθενός μας θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα, καθώς ήδη η επόμενη γενιά υψώνει προκλητικά το μεσαίο δάχτυλο κλείνοντας το μάτι παιχνιδιάρικα.
Τότε λοιπόν, όλες οι αφές και οι παραστάσεις που αλιεύτηκαν καθ’ οδόν θα ξεδιπλωθούν εν ριπή οφθαλμού σαν διήγημα – όπως οι Γυναίκες του Charles Bukowski - για να ζεσταίνουν την καρδιά τα παγωμένα βράδια του χειμώνα.
Εκείνες τις στιγμές που καθένας θα ανακαλεί, ρουφώντας αργά γουλιές από το μεθυστικό μα γλυκόπικρο απόσταγμα της εμπειρίας μιας ζωής ολάκερης που πέρασε σαν αστραπή…
Cheers !


Β. Π. Οκτώβριος 2017
(Απόσπασμα από τις εξομολογήσεις ενός late bloomer)


Του φεγγαριού οι δρόμοι


Πλανεύτρα η Θύμηση απόψε αρμενίζει πέρα μακριά, στα βαθυγάλανα νερά του Λιβυκού Πελάγους παρέα με την Όστρια και το λάγνο λίκνισμα των κυμάτων απάνω στο ασημένιο μονοπάτι, το χαραγμένο από την ανατολή μιας χλωμής πανσελήνου.
Εκεί όπου η αλαργινή γραμμή του ορίζοντα σχηματίζει μια ανεπαίσθητη καμπύλη, ντυμένη με σκουρόχρωμες μπλε αποχρώσεις που διακόπτουν μονάχα τα ξέθαμπα φώτα κάποιου ταξιδιάρικου βαποριού με κατεύθυνση άλλα μέρη.
Ανάμεσα σε αέρινα περάσματα που και φέτος διέσχισαν τα γοργοφτέρουγα χελιδόνια για να φέρουν μαζί τους το καλοκαίρι.
Μπεϊρούτ, Τελ-Αβίβ, Αλεξάνδρεια, Τρίπολη, Βεγγάζη, Τύνιδα…
Οι αγκαλιές των νότιων λιμανιών της Μεσογείου πλημμυρισμένες από μυρουδιές μπαχαρικών και καφέ γιομάτες πολύχρωμες περπατησιές, γλώσσες και ηχοχρώματα.
Σιμά στην εσχατιά του δικού μας Νότου.
Τόσο κοντά…τόσο μακριά.

Ξανακοιτώ τη μορφή σου, αχνή οπτασία στον αφρό τυλιγμένη.
Ώρα πολλή σε γύρεψα ανάμεσα σε παφλασμούς κυμάτων για πάντα φυλακισμένους σ’ ετούτο το πορφυρό κοχύλι που κρατώ σφιχτά στη φούχτα μου.
Αγγίζω τη ματιά σου στα σκοτάδια. Μα εσύ ξεγλιστράς σαν την άμμο στις άκρες των δαχτύλων, σαν νότα από μαντινάδα πριν σκορπίσει για να χαθεί στον αέρα.
Σαν μια ανάσα ακόμα βαθιά με οσμή από γέλια, τραγούδια κι άφθονη ρακή στιγμές πριν χωθείς για πάντα στης Λήθης το ερμάρι.
Κρυμμένη και πάλι πίσω από ατέλειωτα μεθύσια, στους μυστικούς διαδρόμους του δικού μου Λαβυρίνθου.

Κοντοστέκομαι σε ένα μπαλκόνι με θέα την ανοιχτή θάλασσα γοητευμένος από το χαμόγελο, την υπέροχη κουζουλάδα και τη ζεστή φιλοξενία των ανθρώπων αυτού του τόπου.
Για ένα λεπτό μονάχα, προτού η σκέψη πεταρίσει βορειότερα για να ανακαλύψω ξανά το χαμένο μίτο της Αριάδνης πλάι στ’ άψυχο κουφάρι του σκοτωμένου Μινώταυρου.
Βλέπω τον Πρίγκηπα με τα Κρίνα να χαμογελά συνωμοτικά παρέα με τη Νεφέλη.
Σωπαίνω για να γευτώ άχρονες στιγμές λουσμένες στο φως του Ήλιου σαν χύνεται στις πέτρες και τα μάρμαρα. Αγγίζοντας φευγαλέα κομμάτια της ιστορίας ενός πολιτισμού που ταξιδεύει το μυαλό αιώνες πίσω.
Πόσο μικρός στ’ αλήθεια είμαι.

Το φως του αποσπερίτη λάμπει στο παράθυρο.
Κλείνω τα μάτια σφιχτά δεμένος με τη ζώνη στο κάθισμα.
Θέση 11D, βραδινή πτήση Ηράκλειο - Αθήνα.
Λίγο προτού προσγειωθώ στα γνώριμα στενά του Νεγκρεπόντε και τα τρελόνερα της δικιάς μου ρουτίνας.
Επαέ, στην άκρη του φεγγαρένιου δρόμου…
Ιούνιος 2018
.....................


(Απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός Late Bloomer)


Hasta siempre

Επιστρέφοντας στο σπίτι υπό βροχή τις προάλλες είχα αφήσει το ράδιο του αυτοκινήτου ανοιχτό για να μου κρατά συντροφιά.
Η κούραση βάραινε τη διάθεση, καθώς στο τελείωμα μιας φορτωμένης μέρας είχα ανάγκη από ένα αντίδοτο κόντρα στην υγρή μελαγχολική ατμόσφαιρα του φθινοπωρινού Νεγρεπόντε.
Ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι το Hasta siempre που ξεπηδούσε από τα ηχεία ήταν κάτι παραπάνω από βάλσαμο τη δεδομένη στιγμή. Μα περισσότερο μου άρεσε η φωνή της βραδυνής παρουσιάστριας έτσι όπως έβγαινε στον αέρα ζωντανά.
Ήρεμη, σταθερή και γλυκιά.

Περί ραδιοφώνου ο λόγος λοιπόν. Ενός μέσου παλιακού που επιμένει να υπάρχει στις μέρες μας παρά τις αντίξοες συνθήκες.
Ξενέρωτη εποχή, μουδιασμένοι άνθρωποι και μια τεχνολογία που αντί να απελευθερώνει μας εγκλωβίζει περισσότερο στο μαλακό υπογάστριο της, κάπου ανάμεσα στα αμάσητα megabytes που καθημερινά καταπίνουμε.
Ωστόσο παραμένει εδώ.
Μαζί του και αρκετοί πιστοί εναπομείναντες ακόλουθοι.
Αναμφίβολα ζούμε τη δικτατορία της εικόνας και των πολυμέσων τη σήμερον αλλά δεν μπορώ να κρύψω ένα σαρδόνιο χαμόγελο καθώς αντιλαμβάνομαι τη δύναμη του προφορικού λόγου που αποκωδικοποιεί σύμβολα, φθόγγους και λέξεις πριν μετατραπούν ακαριαία σε παλλόμενες ηχητικές δονήσεις. 
Κύματα τα οποία δονούν τις τυμπανικές μας μεμβράνες ερεθίζοντας τις συνάψεις του εγκεφάλου για να μετουσιωθούν σε σκέψεις, συναισθήματα, δράσεις και αντιδράσεις.
Ετούτη η διαδρομή από τα ερτζιανά ως τα νευρικά μας κύτταρα φαντάζει μακρινή, μα δεν είναι. Τουναντίον καλύπτεται σε χρόνο dt από μια ζεστή μελωδία ή μια επαρκώς χρωματισμένη φωνή.
Και οι δυο λειτουργούν σαν μεταλλάκτες ενέργειας, αρωγοί του πνεύματος αλλά και αγωγοί θετικών vibes που ξεχύνονται στο άυλο στερέωμα για να ταξιδέψουν στο χωροχρόνο και να γίνουν ένα με τον μικρόκοσμο κάθε ακροατή.
Αυτή είναι η δύναμη του μέσου.
Η απελευθέρωση της φαντασίας γίνεται σχεδόν ηδονικά καθώς στο εκράν του μυαλού αρχίζουν να ξεδιπλώνονται συνειρμικά εικόνες όπως σε μια ονειρική κατάσταση. Κάτι σαν τη REM φάση του ύπνου με άλλα λόγια.
Άνθρωποι παντελώς άγνωστοι μεταξύ τους γίνονται κοινωνοί σε αυτές τις αποδράσεις, έτσι όπως συντονίζονται νοερά με τις μουσικές νότες αλλά και το ηχόχρωμα που αναβλύζει από τις φωνητικές χορδές του ραδιοφωνικού παραγωγού.
Κάπως έτσι λοιπόν η μουσική μετατρέπεται σε όχημα αναμνήσεων για να με ταξιδέψει πίσω σε παλιά ξενύχτια εξεταστικών στο πανεπιστήμιο, εφημερίες της κλινικής, καλοκαιρινές διακοπές και παλιές αγάπες.
Βλέπετε ανήκω σε μια γενιά πιο ρομαντική η οποία μεγάλωσε ακούγοντας ράδιο, αρκετά χρόνια πριν την ψηφιακή επανάσταση του σήμερα.
Τότε που τα τραγούδια είχαν ψυχή και το σκράτς της βελόνας στο φθαρμένο βινύλιο έκανε παρέα με την ηλεκτρική κιθάρα των Pink Floyd των Scorpions και των Dire Straits.
Πολύ καιρό πριν την επέλαση των megabytes.

Έφτασα σπίτι δίχως να πάρω χαμπάρι.
Λίγο το ψιλόβροχο, λίγο η γλυκιά νύχτα, ίσως ακόμα η περιρρέουσα χαρμολύπη ήτανε που σκέπασαν σαν κουβέρτα την κούραση μου με τρόπο σχεδόν μαγικό.
Πάρκαρα αφήνοντας τη μυρωδιά από το νοτισμένο χώμα να μου γνέφει νοσταλγικά «καληνύχτα»…


Β.Π. Οκτώβριος 2018

(Απόσπασμα από το Ημερολόγιο ενός Late Bloomer.


Espresso lungo


Είδα ένα όνειρο πάλι ψες…
Από ‘κείνα τα κατά περιόδους επαναλαμβανόμενα στις λούπες του μυαλού, όποτε διαισθάνομαι ανθρώπους χαμένους στη λήθη που επιθυμούν να με επισκεφτούν ξανά χτυπώντας επίμονα την πόρτα του ονειρόκοσμου.
Φιλίες κι αγάπες παλιές που παρασύρθηκαν από το ρέμα του καιρού μας αλλά πρόκαμαν ν’ αφήκουν ένα αχνό αποτύπωμα, ένα απολειφάδι στη μνήμη ικανό να παραπέμψει στην ξεθωριασμένη πλέον ύπαρξη τους.
Ενίοτε οι νεκρές θύμησες από το παρελθόν ζωντανεύουν πάλι στο ασυνείδητο για να εισπράξουν αναδρομικά συναισθήματα και καρδιοχτύπια στο παρόν.
Κάτι σαν τοκογλύφοι της ψυχής οι ρημάδες…
Κι όμως ετούτος ο μαγικός ονειρικός κόσμος είναι που επιτρέπει σε καθένα να εκτονώσει αλυσοδεμένες επιθυμίες, σκέψεις και ορμές τις υγρές φθινοπωρινές νύχτες. Να συμφιλιωθεί με τους προσωπικούς του δαίμονες προκειμένου να επανέλθει στο μικρό σύμπαν της καθημερινότητας γαλήνιος και καθαρός.
         Με τούτα και μ’ εκείνα αναλογίζομαι πως πάει αρκετός καιρός που δε γράφω, τουλάχιστον όχι όπως παλιότερα.
Ίσως γιατί η πεζή πραγματικότητα με έχει καταπιεί ξανά.
Πιο πιθανό όμως μου φαίνεται πως η σιωπή αυτή αντανακλά την ηρεμία που προηγείται ή ακολουθεί μια καταιγίδα. Το δεύτερο μου ακούγεται περισσότερο ταιριαστό.
Δεν είμαι πια θυμωμένος.
Ούτε με την πάρτη μου αλλά ούτε και με κανέναν άλλο.
Δίνω και παίρνω αγάπη κι αυτό είναι αρκετό για την ώρα.
Η μυρωδιά του espresso και μια βιαστική ρουφηξιά καπνού αποδείχτηκαν ικανές να διακόψουν το πρωινό μου ονειροπόλημα.
Είναι ώρα για δουλειά.
Μάζεψα βιαστικά τ’ απομεινάρια των συνειρμών μου από τη μπάρα του μικρού κόζικου καφέ κι έφυγα τυλιγμένος στην αχνή γκρίζα μουντάδα.




Οκτώβριος 2018

(Απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός late bloomer)



Σαν παραμύθι


«-Πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη;», ρώτησε η αλεπού τον Πέτρο στη μέση της κουβέντας τους.
Εκείνος έδειξε να αιφνιδιάζεται.
Δεν περίμενε ποτέ ν’ ακούσει κάτι τέτοιο από τα χείλη της αν και κανονικά τίποτα δε θα έπρεπε να τον εκπλήσσει πια, ειδικά από την πανούργα Μίκα.
Τι στο καλό. Κόντευε σχεδόν σαρανταπέντε χρονών και είχε δει μέχρι στιγμής αρκετές μπερδεμένες καταστάσεις στη ζωή του.
Η ώρα ήταν περασμένη, σχεδόν έντεκα και μισή το βράδυ.
Έπειτα από μια γεμάτη μέρα φορτωμένη με δουλειά, έγνοιες και μπόλικο τροχάδι αισθανόταν τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν σιγά-σιγά. Ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο ίσως να έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, αλλά αποτελούσε μάλλον ευσεβή πόθο για την ώρα. Εξ’ άλλου βιαζόταν να επιστρέψει στο σπίτι κι έξω έκανε παγωνιά. Δεκέμβρης γαρ.
«-Παιδιάστικα πράματα!», κάγχασε.
«-Αν υπάρχει Άγιος Βασίλης, ζει κι αναπνέει μόνο μέσα από τα παιδικά όνειρα.
- Δε θυμάμαι καν την τελευταία φορά που του έστειλα γράμμα.
- Βλέπεις έμαθα να μην πιστεύω πια στα παραμύθια…», συνέχισε.
«-Αλήθεια τώρα;»
Η Μίκα ανασήκωσε ελαφρά το δεξί φρύδι ρίχνοντας προς το μέρος του μια επίμονη ματιά και πήρε ένα ελαφρά παιχνιδιάρικο ύφος.
«-Πάντα όμως θα υπάρχουν άνθρωποι που θα μπορούνε να μας κάνουν να πιστέψουμε σ’ αυτόν.
-Μην το ξεχνάς αυτό!»
«-Μπορεί και να ‘ναι έτσι.
- Τα μάτια του παιδιού μου είναι παραπάνω από αρκετά για την ώρα».
Ο Πέτρος ξερόβηξε αμήχανα χαζεύοντας την οθόνη του κινητού. Μέρες που είναι ο νους των μεγάλων βρίσκεται κοντά στην αδημονούσα πιτσιρικαρία και το γιορτινό τραπέζι. Αυτό είναι βέβαιο.
«-Θέλεις να γίνεις κομμάτι αυτής της εικόνας;»
«-Δεν ξέρω.
–Υποθέτω πως ναι.
-Νομίζω θα ‘θελα να γινόμουν ξανά παιδί, έστω για λίγο.»
«-Μια μικρή απόδραση από την πραγματικότητα επιβάλλεται, δε νομίζεις;» επέμεινε η Μίκα.
Η φωνή του άρχισε να μαλακώνει κάπως καθώς ένα ντροπαλό χαμόγελο εμφανίστηκε στις γωνίες των χειλιών του.
Ανασήκωσε το δεξί χέρι ρίχνοντας μια τελευταία βιαστική ματιά στο ρολόι.
«-Πρέπει να φύγω, έχω αργήσει.»
Έσβησε με νευρικές κινήσεις το τσιγάρο στο γυάλινο τασάκι κι άρχισε να ετοιμάζεται, φορώντας το κασκόλ και το μαύρο δερμάτινο τζάκετ.
Η ψιλόλιγνη σιλουέτα και το ανήμερο βλέμμα του Πέτρου θύμισαν στη Μίκα κάτι από τον Κοβάλσκι, τον πρωταγωνιστή του Τενεσσί Ουίλλιμας στο «Λεωφορείο ο Πόθος». Ίσως το αξύριστο πρόσωπο, η υφέρπουσα μελαγχολία και το μικρό αγόρι που έκρυβε κάτω από τα αντρίκεια του χαρακτηριστικά να ξύπνησαν μνήμες μέσα της.
Τα ταλαιπωρημένα από το ξενύχτι μάτια έμοιαζαν να είναι στραμμένα προς τα μέσα, σάμπως ο ίδιος ήθελε να ρίξει μια διερευνητική ματιά στης ψυχής του τα τρίσβαθα.
Γαλήνιος όσο κι ένα παγιδευμένο αγρίμι στο σκοτάδι της νύχτας.
Σηκώθηκε, έκανε δυο βήματα πιο κοντά και με μια αποφασιστική κίνηση της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο αγγίζοντας ελαφρά τον ώμο.
Η Μίκα κοκκίνισε αλλά παρέμεινε στη θέση της.
«-Καληνύχτα!»
«-Καλό βράδυ!»
Έκλεισε πίσω του την πόρτα με θόρυβο αφήνοντας την αλεπού καθισμένη στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο ενώ η γλυκιά μελωδία του starry, starry night ξεχυνόταν απαλά από τα ηχεία του ραδιοφώνου.
Καθώς διέσχιζε το μικρό σκοτεινό δρομάκι στην έξοδο τα λόγια της επαναλαμβάνονταν στη σκέψη του:
«-Πάντα όμως θα υπάρχουν άνθρωποι που θα μπορούνε να μας κάνουν να πιστέψουμε. Μην το ξεχνάς…»




Β.Π. Δεκέμβριος 2018
(Απόσπασμα από το Ημερολόγιο ενός Late Bloomer)
(Για εκείνους που αγαπώ και με εμπνέουν.)


"Λόγια της αποβάθρας"


“…Αγέρωχα ορθό στέκεται τούτο το γέρικο κορμί από πέτρα παρά τους εκατό και κάτι χρόνους που ‘χουν σκαρφαλώσει σαν καλικάντζαροι πάνω στην κεραμιδένια μου ράχη. Είμαι ο σταθμός του αλλοτινού Νεγκρεπόντε και σημερινής Χαλκίδας, για να συστηθώ. Άρχοντας της αφετηρίας και του τέρματος μιας στράτας καμωμένης από χαλίκια κι ατσάλινες γραμμές, πάνω στο φιδίσιο κορμί της οποίας σέρνονται στριγγλίζοντας συρμοί γεμάτοι εμπορεύματα κι επιβάτες.
Πέρα – δώθε…
Το άγρυπνο βλέμμα μου στραμμένο στο νότιο λιμάνι έχει δει πολλά μα πιο πολύ θαρρώ πως θυμάμαι τα γενέθλια της ετεροθαλούς μου αδερφής, της συρταρωτής γέφυρας του Ευρίπου το εξήντα τρία. Γέννημα των Ε. Μαλάκη και Θ. Τάσιου με μήτρα κοινή τη ‘βλογημένη τούτη γη. Τη λουσμένη στα αφρισμένα τρελόνερα του Εγριμπόζ σαν κυλάνε ανάλογα με τα κέφια της σελήνης, του Μαΐστρου και της Σοροκάδας κάτω από τα σκέλια της.
Πέρα – δώθε…
Καθώς με τον καιρό γιόμιζε ο τόπος γιωταχήδες με ύφος και αέρα κοπανιστό, όλο και λιγότεροι ήταν εκείνοι που διάβαιναν το κατώφλι μου για να πάρουν το τρένο. Άρχισα να αργοπεθαίνω μέρα τη μέρα, ώσπου με βάφτισαν «διατηρητέο» και τη γραμμή «προαστειακή». Τα παλιά ντουβάρια επιδιορθώθηκαν, βάφτηκαν και χτίστηκαν νέες αποβάθρες. Καινούρια, πιο γρήγορα τρένα έκαναν την εμφάνισή τους. Φόρεσα τα καλά μου και στάθηκα πάλι στα πόδια μου για όσο ακόμα αντέξω, αρκεί να βλέπω τον κόσμο να περνά ξανά από ‘δώ.
Πέρα – δώθε…» 

1905




Ακανέδες Ρούμπου

"Τα μεγαλύτερα ταξίδια τελικά είναι εκείνα του μυαλού"

Φεύγουν σταδιακά πρόσωπα του μακρινού παρελθόντος, σαν ξεφτισμένες σελίδες απ’ το κιτρινισμένο τετράδιο της παιδικής ηλικίας.
Ένας-ένας…
Άνθρωποι που τον κύκλο της ζωής τους ολοκλήρωσαν, σαν ταξιδιάρικα πουλιά πετώντας πάνω από του χρόνου την κοιλάδα. Φεύγουν αφήνοντας στο διάβα τους παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα.
Αναχωρητές των εγκοσμίων, πλήρεις ημερών και αγάπης.
Ένας-ένας…
Το τηλεφώνημα της μάνας μου με βρήκε να πίνω στο πόδι έναν εσπρέσο στο καφέ της Γεωργίας, δίπλα στο ιατρείο. Ήταν οχτώ και τέταρτο το πρωί της προπερασμένης Παρασκευής.
«-Η θεία πέθανε τα ξημερώματα. Η κηδεία θα γίνει το μεσημέρι στις τρείς και μισή..»
«-Έρχομαι από εκεί. Ετοιμάσου !»
Δε χρειάστηκε τίποτε άλλο. Εξάλλου το μοιραίο ήταν αναμενόμενο, μέρες τώρα. Πλήρωσα βιαστικά και χάθηκα δίχως να πω κουβέντα.
Χαλκίδα- Σέρρες-Χαλκίδα.
Χίλια τόσα χιλιόμετρα σε μόλις είκοσι τέσσερεις ώρες στάθηκαν παραπάνω από αρκετά για να γυρίσουν τα ρολόγια κάμποσα χρόνια πίσω, διακτινίζοντας νου και σώμα σαν χρονοδίνη. Τελευταία φορά που βρέθηκα ‘κεί πάνω ήταν στο γάμο της ανιψιάς μου, αν η μνήμη δε με απατά. Πλησιάζοντας το Στρυμώνα χάζεψα την απλωσιά του μακεδονικού κάμπου με τα χωράφια του σπαρμένα βαμβάκι, τις συστάδες με τα καβάκια και τις πελαργοφωλιές πάνω στις ξύλινες κολώνες της ΔΕΗ. Θυμήθηκα τον πατέρα στην τωρινή μου ηλικία, σαν μ’ έπαιρνε μαζί του στο κυνήγι αρχές της σεζόν για τσίχλες, κοτσύφια, φάσσες και τριγώνια. Όμως παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του δεν κόλλησα το μικρόβιο της καραμπίνας παραμένοντας παιδί της πόλης. Ούτε κατάλαβα για πότε έφτασα..
Έπειτα από καιρό ξανασυνάντησα πρόσωπα αγαπημένα, μα κι άλλα για πρώτη φορά. Μικρά παιδιά ήμασταν και μεγαλώσαμε παράλληλα, καθένας τώρα με τη δική του οικογένεια καθώς νέα φυντάνια ξεπρόβαλαν δειλά για να κατακτήσουν τον κόσμο στράτα-στρατούλα.
Οι τότε νέοι ενήλικες ωρίμασαν πια, έχοντας εμφανή τα σημάδια του χρόνου. Μονάχα τα μάτια παρέμειναν ίδια.
Άνθρωποι που παρέλασαν από τη ρούγα της μνήμης, διασχίζοντας το οπτικό μου πεδίο και το στήθος στο μέρος της καρδιάς.
Κάτι σαν family reunion ένα πράμα.
Πέρασα μπροστά από το παλιό σπίτι του παππού ανάμεσα στα λιγοστά προσφυγικά που απέμειναν στις Σέρρες, κυκλωμένα από τσιμέντο και πολυκατοικίες.
Είδα το παρεκκλήσι του Αγίου Θεράποντα στα Κιουπλιά και το γήπεδο του Πανσερραϊκού καθώς κατευθυνόμουν με το αμάξι προς τα παλιά τσαμπάζικα.
Οδός Αϊδινίου, οδός Κυδωνιών, οδός Μπιζανίου...
Ονόματα δρόμων βγαλμένων straight through απ’ τα κιτάπια της Ιστορίας και των δικών μου αναμνήσεων. Αν και μεσημέρι το κρύο έτσουζε.
Μελαγχόλησα κομμάτι. Δεν ξέρω στ’ αλήθεια αν ήταν η απώλεια της θείας που με βάρυνε ή η συνειδητοποίηση πως ο πανδαμάτωρ χρόνος κυλά σαν ποτάμι δίχως πισογύρισμα ξεπλένοντας μνήμες και ξεθωριάζοντας βιώματα.
Μάλλον και τα δυο νομίζω.
Η κληματαριά στην αυλή του παλιού καφενέ της θείας αποτελεί μακρινή ανάμνηση αποτυπωμένη σε έγχρωμες polaroid φωτογραφίες εποχής με την αφεντιά μου μπόμπιρα παρέα με τις ξαδέρφες, καμιά σαρανταριά καλοκαίρια πίσω. Όπως και η μυρωδιά από τα σουτζουκάκια, το ψημένο καλαμπόκι στο μαγκάλι και το ούζο Μαγεία με συνοδεία τη φωνή του Καζαντζίδη στο τζουκ μποξ.
Αν η παιδική μου ηλικία είχε γεύση, θα ‘ταν εκείνη της μπουγάτσας από το «Ανώτερον» ή των ακανέδων του Ρούμπου. Παρεμπιπτόντως το μαγαζί του στην πλατεία Ελευθερίας έμεινε ίδιο κι απαράλλαχτο, όπως το θυμόμουν από τότε.
Τα μεγαλύτερα ταξίδια τελικά είναι εκείνα του μυαλού. Του μυαλού που έκανε σκανταλιάρικη κοπάνα από τη νεκρώσιμη ακολουθία, αρνούμενο πεισματικά να σκαλώσει στο πένθιμο παρόν.
Είναι στ’ αλήθεια συγκλονιστικό πόσα λογίζουμε οι άνθρωποι ως δεδομένα. Πράγματα που το πήλινο μυαλό μας θεωρεί πως κρατάνε για πάντα.
Ως την επόμενη ανατροπή.
Σε κάποιο βιβλίο του Γιάλομ διάβασα πως η ζωή μοιάζει με ένα σύντομο φωτεινό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο σκοτάδια: Εκείνου που προϋπάρχει της γέννησης κι εκείνου που έπεται του θανάτου. Κι ενώ παραδόξως κανείς δεν ασχολείται με ό,τι προηγείται ο συλλογικός νους στοιχειώνεται από το επέκεινα.
Αυτή ακριβώς η πανανθρώπινη αγωνία είναι που μας καθιστά πιο σεμνούς, πιο ταπεινούς και πιο γήινους. Παραδόξως δε πιο ζωντανούς από ποτέ, κατά το «άνω θρώσκω».
Σε αναζήτηση παρηγοριάς η πίστη του ανθρώπου γίνεται σανίδα σωτηρίας καθώς ίσως από όλα τα πλάσματα έχουμε το προνόμιο να ξέρουμε πως η ζωή δεν κρατά παντοτινά. Σε αντιστάθμισμα τούτης της γνώσης υπάρχει το αντίδοτο της ελπίδας για την άχρονη συνέχεια εν τόπω χλοερό, εν τόπο αναψύξεως.
Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε…
Στο δρόμο της επιστροφής στο Νεγκρεπόντε, κάπου στο ύψος του Αγίου Κωνσταντίνου αντίκρυσα από απόσταση την πυκνή συννεφιά που κάλυπτε σαν γκριζόλευκη κουβέρτα τις απέναντι βουνοκορφές της Εύβοιας.
Καθώς φαίνεται η κακοκαιρία «Ζηνοβία» κατηφόριζε φουριόζα υποσχόμενη χιόνια και παγωνιά τις επόμενες ημέρες.
Ένιωσα μια φλόγα να τρεμοπαίζει στην άκρη του βλέμματος καθώς το κοντέρ του αυτοκινήτου ήταν καρφωμένο στα 140 χιλιόμετρα την ώρα.
Οδηγούσα στην αριστερή λωρίδα σύριζα στο διαχωριστικό τσιμεντένιο στηθαίο τρέχοντας να προλάβω κατιτίς, δίχως να ξέρω ακριβώς.
Μα όσο πλησίαζα κάτι μέσα μου άρχισε να παίρνει σχήμα και χρώμα.
Μια αγκαλιά ήταν ό,τι χρειαζόμουν.
Μια αγκαλιά με γεύση ακανέ και ζάχαρη άχνη…
(In memoriam)

Β.Π. Δεκέμβριος 2019








Β.Π. Δεκέμβριος 2019







Δεν υπάρχουν σχόλια: