Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Βασίλης Κούλης( 1928-1995 ) Ποιητής - Καλημεριάνοι Κύμης






Νταχάου 

Το Νταχάου, λέει, θα το κάνουν κήπο:
Ζίνιες, τριανταφυλλιές, μιμόζες.
Έτσι, το επόμενο Νταχάου θα βρει τον κόσμο 
ζαβλακωμένο απ' ομορφιές κι αρώματα.
...
Στην πόρτα γράφει:

" Η δουλειά απελευθερώνει "
Πράγματι..!

Δοκιμιακή Ανάλυση 

«Νταχάου»

Το σύντομο ποίημα «Νταχάου» συγκροτείται ως αιχμηρή ηθική παρέμβαση, όπου η λιτότητα της μορφής εντείνει τη βαρύτητα του νοήματος. Ο ποιητής δεν περιγράφει το στρατόπεδο συγκέντρωσης· αντιθέτως, εστιάζει στη μεταγενέστερη διαχείριση της μνήμης του, μετατοπίζοντας το βάρος από το ιστορικό γεγονός στον τρόπο με τον οποίο αυτό εξουδετερώνεται συμβολικά.

Η πρώτη φράση («Το Νταχάου, λέει, θα το κάνουν κήπο») εισάγει ειρωνικά τη φωνή του ανώνυμου συλλογικού λόγου. Το «λέει» αποστασιοποιεί τον ποιητή από την πρόταση και υποδηλώνει έναν μηχανισμό διάδοσης που στερείται ηθικής περίσκεψης. Η μετατροπή του χώρου μαζικού θανάτου σε κήπο προβάλλεται όχι ως πράξη συμφιλίωσης, αλλά ως αισθητική εξαγνιστική χειρονομία, που επιχειρεί να αντικαταστήσει τη μνήμη με ευχάριστες αισθήσεις.

Η απαρίθμηση των λουλουδιών («Ζίνιες, τριανταφυλλιές, μιμόζες») δεν λειτουργεί διακοσμητικά· αντιθέτως, επιτείνει την ειρωνεία. Τα άνθη, σύμβολα ζωής, ομορφιάς και αθωότητας, έρχονται σε βίαιη αντίθεση με τον τόπο της ιστορικής φρίκης. Η συγκεκριμενοποίηση των φυτών ενισχύει την υλικότητα της ωραιοποίησης: δεν πρόκειται για αφηρημένη «φύση», αλλά για σχεδιασμένη αισθητική παρέμβαση.

Στους δύο τελευταίους στίχους αποκαλύπτεται το ηθικό διακύβευμα του ποιήματος. Το «επόμενο Νταχάου» δεν αφορά έναν νέο γεωγραφικό τόπο, αλλά μια επανάληψη της Ιστορίας. Ο κόσμος που θα το αντικρίσει θα είναι «ζαβλακωμένος απ’ ομορφιές κι αρώματα», δηλαδή ανίκανος να αναγνωρίσει τα προειδοποιητικά σημάδια της βαρβαρότητας. Η αισθητική υπερφόρτωση λειτουργεί ως ναρκωτικό της μνήμης και της κριτικής συνείδησης.

Το ποίημα, έτσι, αρθρώνει μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στις πρακτικές εξωραϊσμού του τραύματος. Η φύση και η ομορφιά δεν αποκαθιστούν τη μνήμη· μπορούν, αντίθετα, να τη συγκαλύψουν. Το «Νταχάου» μετατρέπεται σε σύμβολο όχι μόνο του παρελθόντος εγκλήματος, αλλά και της σύγχρονης ηθικής αμνησίας, όπου η αισθητική κατανάλωση υποκαθιστά τη μνήμη και ανοίγει τον δρόμο για την επανάληψη του κακού.

Με ελάχιστους στίχους, ο ποιητής διατυπώνει έναν στοχασμό εξαιρετικής οξύτητας: δεν είναι η λήθη που προετοιμάζει το επόμενο Νταχάου, αλλά η ωραιοποιημένη μνήμη.


Βιογραφικό
.   .   .
Γεννήθηκε στους Καλημεριάνους της Κύμης το 1928. Ήταν εκπαιδευτικός, καθηγητής Αγγλικών και στην αρχή έζησε στην Αθήνα. 
Την δεκαετία του πενήντα τον "φιλοξένησε" η Δράμα.(Μπορώ να φαντασθώ πως έζησε εκεί, τότε, καθόσον και εγώ έζησα μια πενταετία σχεδόν στην περιοχή(τέλη 1978-αρχές 1983). 
Τέλη του πενήντα λοιπόν επιστροφή στην Αθήνα και αρχές του εξήντα στο Αμέρικα! Ήταν η εποχή των beatniks, του Kerouac,Bob Dylan,
Allen Ginsberg,William Burroughs, Edward Hopper (ο καταπληκτικός αυτός ζωγράφος που απέδωσε αριστουργηματικά την μοναξιά των μεσο-δυτικών πολιτειών) και ο Robert Lee Frost(1874-1963)
ίσως ο πιο διάσημος Αμερικανός ποιητής με 4 Πούλιτζερ. 

Του μετέφρασε ένα ποίημα του...

"Απάντηση" 

Robert Lee Frost

(πατήστε τον σύδεσμο) Robert Lee Frost 

Μετάφραση: Βασίλης Κούλης
......
Γειτονεύω τώρα με ασήμαντες φυτείες
και με μια μεγάλη φάμπρικα επεξεργασίας καπνού
με πριονοκορδέλα που δουλεύει ολημερίς
σκίζοντας καυσόξυλα για το βαρύ χειμώνα
γειτονεύω μ’ ένα κοιλαρά αλλαντοποιό
και μ’ ένα ‘Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων
κι ανάμεσα στους άψυχους ήχους που με κυκλώνουν
ανάμεσα στα σίδερα και στ’ ατσάλια
που διεκδικούν το μέλλον μου
ανάμεσα στον ομαδικό θόρυβο των ανθρώπων
που διεκδικούν την εύνοια της βροχής
που διεκδικούν την αμοιβή του ιδρώτα τους
που διεκδικούν τ’ αμερικάνικα παυσίπονα της τελευταίας αποστολής
ήρθε η ρομαντική φωνή σου
σαν ένα σύντομο απροσδόκητο ιντερμέτζο
ηχογραφημένη σε φθηνό χαρτί
με τον παλιό τρόπο
ήρθε η φωνή σου
πολύ αταίριαστη – αυτό σου λέω μονάχα –
εδώ που οι αναμνήσεις φθείρουν τις παραγωγικές δυνάμεις
εδώ που κ’ η βιομηχανία του έρωτα
βρίσκεται σε ακμή.

Δοκιμιακή Ανάλυση

«Απάντηση»Robert Lee Frost
Μετάφραση: Βασίλης Κούλης

Το ποίημα «Απάντηση» οργανώνεται ως στοχαστική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο ασύμμετρους κόσμους: από τη μία, ο κόσμος της βιομηχανικής καθημερινότητας, της παραγωγής και της χρησιμότητας· από την άλλη, ο κόσμος της ιδιωτικής φωνής, του αισθήματος και της ρομαντικής μνήμης. Η ένταση δεν προκύπτει από σύγκρουση προσώπων, αλλά από τη χωρική και αξιακή ασυμβατότητα των δύο αυτών περιοχών.

Το ποιητικό υποκείμενο αυτοτοποθετείται ρητά μέσα σε ένα τοπίο χαμηλής ποιητικότητας: ασήμαντες φυτείες, εργοστάσιο καπνού, πριονοκορδέλα, αλλαντοποιός, ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων. Η απαρίθμηση δεν είναι ουδέτερη· συγκροτεί έναν χώρο όπου κυριαρχούν ο θόρυβος, η μηχανική επανάληψη και η χρηστικότητα. Η πριονοκορδέλα που «δουλεύει ολημερίς» γίνεται έμβλημα του αδιάκοπου χρόνου της εργασίας, ενός χρόνου χωρίς ανάπαυση ή υπέρβαση.

Οι «άψυχοι ήχοι» και τα «σίδερα και τ’ ατσάλια» δεν αποτελούν απλώς σκηνικό, αλλά ενεργούς παράγοντες που «διεκδικούν το μέλλον» του υποκειμένου. Η βιομηχανία παρουσιάζεται ως δύναμη οικειοποίησης του χρόνου και της ζωής. Παράλληλα, ο «ομαδικός θόρυβος των ανθρώπων» εντάσσει το άτομο σε μια συλλογικότητα ανάγκης: άνθρωποι που διεκδικούν βροχή, αμοιβή, παυσίπονα. Πρόκειται για έναν κόσμο όπου οι διεκδικήσεις είναι στοιχειώδεις και βιολογικές, όχι υπαρξιακές.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εμφάνιση της «ρομαντικής φωνής» λειτουργεί ως ρήγμα. Δεν έρχεται ως λύτρωση ή απάντηση στα αδιέξοδα του χώρου, αλλά ως «σύντομο απροσδόκητο ιντερμέτζο» — μια παύση χωρίς διάρκεια. Η μουσική μεταφορά υποδηλώνει κάτι όμορφο αλλά παροδικό, που δεν μπορεί να ενσωματωθεί οργανικά στο περιβάλλον. Η φωνή είναι «ηχογραφημένη σε φθηνό χαρτί», δηλαδή υλικά ευτελής, τεχνικά ξεπερασμένη, συναισθηματικά φορτισμένη αλλά ιστορικά ασύγχρονη.

Η επανάληψη «ήρθε η φωνή σου» εντείνει την αίσθηση της εισβολής, αλλά και της αμηχανίας. Το ποιητικό υποκείμενο δεν απορρίπτει τη φωνή· την χαρακτηρίζει όμως «πολύ αταίριαστη». Η αταίριαστη φύση της δεν αφορά την ποιότητά της, αλλά το περιβάλλον στο οποίο εμφανίζεται. Εδώ, «οι αναμνήσεις φθείρουν τις παραγωγικές δυνάμεις»· η μνήμη και το συναίσθημα δεν θεωρούνται πια πηγές ζωής, αλλά εμπόδια στην αποδοτικότητα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η τελική ειρωνική διατύπωση: «η βιομηχανία του έρωτα βρίσκεται σε ακμή». Ο έρωτας, κατεξοχήν πεδίο ατομικό και άρρητο, παρουσιάζεται ως βιομηχανία, δηλαδή ως θεσμοποιημένο, μαζικοποιημένο και εμπορεύσιμο φαινόμενο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προσωπική ρομαντική φωνή δεν έχει πλέον θέση· είναι ξεπερασμένη όχι αισθητικά, αλλά δομικά.

Το ποίημα, τελικά, δεν είναι ερωτικό ούτε αντιερωτικό. Είναι ένα κείμενο βαθιά ιστορικό, που καταγράφει τη μετατόπιση του αισθήματος από τον ιδιωτικό χώρο της εμπειρίας στον δημόσιο χώρο της κατανάλωσης. Η «Απάντηση» δεν προσφέρεται ως διάλογος, αλλά ως διαπίστωση: στον σύγχρονο κόσμο της παραγωγής και του θορύβου, η ρομαντική φωνή μπορεί ακόμη να ακούγεται — αλλά μόνο ως παρεμβολή, ποτέ ως κεντρικός λόγος.




.  .  . . . . . . . . .

Τα "ρολόγια" και το "επιβιώνω" του Βασίλη είναι από εκείνα τα ταξίδια,
τα ατομικά, και τα αφιερώνει στον... εαυτό του και... καλά κάνει! 
Κάπνιζε, έπινε και έγραφε ποιήματα. 
Επιστρέφοντας, οι σταθμοί του ήταν Πειραιάς και Αθήνα. 
Ένας μοναχικός ποιητής.


Tα ρολόγια


Τα ρολόγια τῶν ἀσθενῶν
στὸ μεγάλο Washington Hospital Center
εἶναι σταματημένα,
ἢ ἂν μερικὰ σκελετωμένα χέρια
θυμηθοῦν κάποτε, τρέμοντας, νὰ τὰ κουρντίσουν,
δουλεύουν κάπως,
μὰ ἔξω ἀπὸ τὶς ἀρπάγες τοῦ κανονικοῦ χρόνου,
ἐλευθερωμένα
τρέχουν μέσα στὸν πυρετὸ τους
ἢ ὑποτονικὰ κινοῦνται
καὶ πίσω μένουνε – ποιος τὰ προσέχει!

Τὰ ρολόγια τῶν νοσοκόμων – τῶν ἐκπαιδευμένων
καὶ τῶν βοηθητικῶν,
τῶν λευκῶν κοριτσιῶν
μὲ τὰ γλυκά, καλοσυνάτα πρόσωπα
καὶ τῶν μαύρων κοριτσιῶν
μὲ τὰ περίφροντη μάτια
καὶ τὰ πρόσωπα, ποὺ γλυκὰ θὰ ’ναι
γι’ αὐτοὺς ποὺ τ’ ἀγαπᾶνε,

τὰ ρολόγια τῶν πολλῶν, φρεσκοντυμένων,
φρεσκοσιδερωμένων νοσοκόμων,
ὅλα εἶναι πιασμένα στὴν ἴδια ἀρπάγη
τοῦ καθημερινοῦ χρόνου.

κι’ ἔρχονται τὰ χάπια, ἔρχονται οἱ ἐνέσεις
κατὰ τὶς καθημερινὲς σημειώσεις τῶν γιατρῶν,
ἔρχονται τὰ θερμόμετρα,
ἔρχονται οἱ μετρητὲς τῆς πιέσεως,
ἔρχονται αὐτοὶ ποὺ παίρνουν αἷμα
κι’ ἄλλα δείγματα γιὰ ἐξέταση,
γίνεται τὸ καθημερινὸ πλύσιμο,
ἀλλάζουν τὰ σεντόνια
καὶ συνεχίζεται κανονικὰ ἡ ζωή,
παρὰ τὶς λίγες, ἐξάλλου,
καὶ διακριτικὲς πάντα,
ἐπισκέψεις τοῦ θανάτου,
στὸ μεγάλο Washington Hospital Center.

(Washington Σεπτέμβριος 1961)
Βασίλης Κούλης

Δοκιμιακή Ανάλυση 

Βασίλης Κούλης – «Τα ρολόγια»

Το ποίημα «Τα ρολόγια» συγκροτείται ως μια στοχαστική τοιχογραφία του θεσμικού χώρου του νοσοκομείου, όπου ο χρόνος δεν βιώνεται ενιαία αλλά κατακερματίζεται σε πολλαπλά, ασύμβατα καθεστώτα. Ο ποιητής δεν περιγράφει απλώς ένα σκηνικό· οικοδομεί ένα χρονικό σύστημα αξιών, στο οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη δοκιμάζεται από την απόσταση ανάμεσα στον βιωμένο και στον επιβαλλόμενο χρόνο.

Στο πρώτο επίπεδο, ο χρόνος των ασθενών εμφανίζεται ως απορρυθμισμένος χρόνος. Τα ρολόγια τους είτε σταματούν είτε λειτουργούν τυχαία, «τρέμοντας», σαν να μιμούνται τη σωματική αστάθεια των φορέων τους. Η εικόνα των «σκελετωμένων χεριών» που κουρντίζουν τα ρολόγια δεν είναι απλώς οπτική: λειτουργεί ως μεταφορά της αδύναμης ανθρώπινης βούλησης να επαναφέρει την κανονικότητα. Ο ασθενής ζει εκτός των «αρπαγών του κανονικού χρόνου»· δηλαδή έξω από τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν την κοινωνική και παραγωγική ζωή. Ο χρόνος γίνεται εδώ υπαρξιακή εμπειρία, άρρηκτα δεμένη με τον πόνο, τον πυρετό, την αγωνία, αλλά και με την αίσθηση εγκατάλειψης, που συμπυκνώνεται στο ρητορικό ερώτημα «ποιος τα προσέχει!».

Αντίθετα, ο χρόνος των νοσοκόμων εντάσσεται στον χώρο της πειθαρχημένης καθημερινότητας. Παρά την ανθρώπινη ποικιλία που σκιαγραφείται —διαφορές εκπαίδευσης, φυλής, χαρακτήρα— όλα τα ρολόγια τους είναι «πιασμένα στην ίδια αρπάγη του καθημερινού χρόνου». Η μεταφορά αυτή δηλώνει έναν χρόνο αδυσώπητο, που δεσμεύει εξίσου όλους όσοι υπηρετούν τον θεσμό. Οι νοσοκόμες δεν παρουσιάζονται ως άκαρδες μορφές, αλλά ως πρόσωπα ενταγμένα σε έναν μηχανισμό που υπαγορεύει ρυθμούς, βάρδιες, επαναλήψεις. Ο ανθρώπινος παράγοντας επιβιώνει μόνο ως λεπτή απόχρωση, όχι ως δύναμη ανατροπής.

Στο τρίτο επίπεδο, ο χρόνος της ιατρικής πράξης αποκτά σχεδόν μηχανικό χαρακτήρα. Η επαναληπτική δομή των στίχων («ἔρχονται… ἔρχονται…») δημιουργεί έναν μονότονο ρυθμό, που παραπέμπει σε πρωτόκολλο. Χάπια, ενέσεις, μετρήσεις, δείγματα: η ζωή οργανώνεται σε ακολουθίες πράξεων, όπου το υποκείμενο υποχωρεί μπροστά στη διαδικασία. Εδώ ο χρόνος δεν βιώνεται ούτε ως πόνος ούτε ως καθήκον, αλλά ως διοικητική αναγκαιότητα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται ο θάνατος. Δεν δραματοποιείται ούτε προσωποποιείται· έρχεται «λίγες» και «διακριτικές» επισκέψεις. Ο θάνατος εντάσσεται στην κανονικότητα του χώρου, χωρίς να διακόπτει τη ροή του χρόνου. Αυτή η αποδραματοποίηση καθιστά τον θάνατο ακόμη πιο ανησυχητικό: δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά σταθερό ενδεχόμενο μέσα στον θεσμικό κύκλο.

Συνολικά, το ποίημα λειτουργεί ως κριτικός στοχασμός πάνω στην αποπροσωποποίηση του ανθρώπου μέσα στους θεσμούς. Ο χρόνος, αντί να υπηρετεί την ανθρώπινη εμπειρία, μετατρέπεται σε μηχανισμό που την υποτάσσει. Τα «ρολόγια» δεν μετρούν απλώς τις ώρες· αποτυπώνουν τις βαθιές ρωγμές ανάμεσα στο άτομο, το σώμα και το σύστημα. Έτσι, το ποίημα υπερβαίνει το συγκεκριμένο νοσοκομειακό πλαίσιο και αποκτά ευρύτερη υπαρξιακή και κοινωνική σημασία, ως στοχασμός πάνω στη σύγχρονη ανθρώπινη συνθήκη.


Επιβιώνω


Επιβιώνω σε μιαν άλλη Αθήνα.
Πολλές φορές εδώ στην πόλη, που με γέννησε,
αισθάνομαι όπως, κάποτε, στο Φοίνικα, στην Αριζόνα,
όπου ταξιδεύοντας για τις Δυτικές Ακτές,
σταθμεύσαμε μια Κυριακή κάνα δυό ώρες
και γυρίσαμε λίγο στους κεντρικούς δρόμους
χαζεύοντας τις βιτρίνες κλεισμένων μαγαζιών
και μπήκαμε σαν ίσκιοι
σ' ένα δυό μπάρ μισοσκότεινα
και με μισοσβησμένη, άλλου κόσμου
μουσική.

Δοκιμιακή Ανάλυση 

«Επιβιώνω»

Το ποίημα «Επιβιώνω» αρθρώνεται ως χαμηλόφωνος υπαρξιακός μονόλογος, όπου η έννοια της επιβίωσης δεν συνδέεται με την υλική αντοχή αλλά με μια εσωτερική απομάκρυνση από τον οικείο χώρο. Η Αθήνα, πόλη καταγωγής και ταυτόχρονα παρόντος, βιώνεται ως «άλλη», δηλαδή ως χώρος αποξενωμένος, που δεν προσφέρει πλέον το αίσθημα της συνέχειας ή της αναγνώρισης. Η επιβίωση προκύπτει έτσι όχι από την ένταξη, αλλά από την ικανότητα του υποκειμένου να κινείται μέσα σε μια συνθήκη εσωτερικής ξενότητας.

Η αναφορά στην πόλη που «με γέννησε» λειτουργεί αντιστικτικά προς την εμπειρία της αλλοτρίωσης. Το βιογραφικό βάθος της Αθήνας δεν αναιρεί την αίσθηση ότι ο ποιητικός ομιλητής βρίσκεται σε έναν τόπο που δεν τον περιλαμβάνει ουσιαστικά. Η σύγκριση με τον Φοίνικα της Αριζόνα εντείνει αυτή την εμπειρία: ένας τόπος απολύτως ξένος, βραχύβια βιωμένος, μετατρέπεται σε μέτρο σύγκρισης για την πατρίδα. Η εξίσωση πατρίδας και ξενιτιάς αποκαλύπτει την κατάρρευση της γεωγραφικής οικειότητας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η χρονική και κοινωνική ατμόσφαιρα της σκηνής στον Φοίνικα. Η Κυριακή, ημέρα αργίας και παύσης, οι κεντρικοί δρόμοι, οι κλειστές βιτρίνες, συνθέτουν ένα τοπίο ακινησίας και ερημίας. Οι περιπατητές δεν συμμετέχουν ενεργά στην πόλη· την «χαζεύουν», δηλαδή τη διασχίζουν χωρίς στόχο ή εμπλοκή. Η εικόνα αυτή μεταφέρεται υπόγεια στην Αθήνα του παρόντος, η οποία βιώνεται με την ίδια αίσθηση κενού και αδράνειας.

Η είσοδος «σαν ίσκιοι» στα μισοσκότεινα μπαρ εντείνει το αίσθημα αποσωμάτωσης. Οι άνθρωποι δεν εμφανίζονται ως πλήρεις παρουσίες αλλά ως σκιές, υποκείμενα μειωμένης έντασης. Ο χώρος της διασκέδασης, αντί να προσφέρει ζωντάνια, είναι βυθισμένος σε μισοσκόταδο, με «μισοσβησμένη, άλλου κόσμου μουσική». Η μουσική δεν ανήκει στο παρόν· λειτουργεί ως ηχητικό ίχνος ενός διαφορετικού, ίσως χαμένου χρόνου.

Στο επίπεδο του νοήματος, η «επιβίωση» δεν συνιστά νίκη ή ανθεκτικότητα, αλλά μια ήσυχη, σχεδόν παθητική παραμονή μέσα σε έναν κόσμο που έχει χάσει τη ζωτική του ένταση. Το ποιητικό υποκείμενο δεν αντιδρά· παρατηρεί, συγκρίνει, μετακινείται εσωτερικά. Η επιβίωση ταυτίζεται με τη διατήρηση της συνείδησης μέσα σε έναν χώρο που έχει μεταβληθεί σε σκηνικό.

Έτσι, το ποίημα λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στη σύγχρονη αστική εμπειρία, όπου η πατρίδα δεν εγγυάται πλέον οικειότητα και η ξενότητα δεν απαιτεί γεωγραφική απόσταση. Η Αθήνα και ο Φοίνικας συναντώνται ως ισοδύναμα τοπία εσωτερικής αποξένωσης, και η επιβίωση ορίζεται ως η ικανότητα να κατοικεί κανείς αυτή τη συνθήκη χωρίς ψευδαισθήσεις.


Βασίλης Κούλης:

στο "Ἑυβοϊκό Ανθολόγιο"

της "Νέας Προοδευτικής Εύβοιας"












Ποιήματα του στην Ανθολογία 
Ανδρέα Σ. Ιωάννου(Χαλκίδα 1958)


Σκόρπια ποιήματα 










Άλλη εκδοχή της Πηνελόπης
.........................

Όποια κάθεται ήσυχα
και υφαίνει τον ιστό της
με ατέλειωτα, λαβυρινθώδη ξόμπλια,
δεν περιμένει οπωσδήποτε τον Οδυσσέα.
Η αράχνη λόγου χάρη
με τη σιγουριά της πως όπου να 'ναι
κάποιο θύμα θα φανεί,
κάποιο γλυκόσαρκο κορμί θα μπερδευτεί
στα ξόμπλια της.


Ταξιδεύω
........
Αχόρταγα ρουφάω τους χυμούς του κόσμου,
τα μάτια μου αγκαλιάζουν τα βουνά της γης.
Θρέφω την ψυχή μου μετο πράσινο των κάμπων
και την αγάπη των ξωμάχων.
Τρέχω να μάθω κι άλλους τόπους
για να ξέρω, πεθαίνοντας, τι χάνω.


ΚΡΙΤΙΚΕΣ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

"Φοβού τους κριτικούς και δώρα φέροντας"
Να μου πείτε "γιατί το ανεβάζεις;" 
Για την ιστορία παιδιά! 
Οτιδήποτε βρίσκουμε για τους "ανθρώπους μας" είναι ευπρόσδεκτο.


"Νέα Πορεία" 1955 τεύχος 7 σελ: 292



"Νέα Πορεία" 1962 τεύχος:(83-84)σελ:47-48

της Μεσόγειος (Κύπρος)



 









Δεν υπάρχουν σχόλια: