Κάποιο απόγιωμα…
Κάποιο απόγιωμα παίρνοντας τοῦ νησιοῦ σου τὸ δρόμο
θάρθω – βάρκα μου τ’ ὄνειρο, κυβερνήτης ἡ ἀγάπη –
τρυφερά πὰ στὰ χέρια σου, σὰν μωρό, ν’ ἀποθώσω
τὴν ψυχὴ μου ποὺ σύντριψε τῶν χαμῶν τὸ δρολάπι.
Καὶ θὰ φτάσω! Ἀναπάντεχα θὰ μὲ δεῖς στὸ λιμάνι
μιὰ βραδυὰ ποὺ σὰν πάντοτε θὰ γυρνᾶς μὲ τὴ λύπη·
θὰ σταθῶ μπρός σου ξάφνισμα, δῶρα μάγων κρατώντας
τὴν ἀγάπη ποὺ πόθησες, τὴ στοργὴ ποὺ σοῦ λείπει.
Κι’ ἀπέ μὲς στὸ σπιτάκι μας μαλακὰ θὰ σοῦ στρώσω
στρώμα ἀγάπης τὰ χάδια μου ποὺ τὰ σύναξα χρόνια,
γιὰ νὰ γύρεις ξεκούραστα στὴν ποὺ θάρθει γαλήνη
τῆς ζωῆς ποὺ μᾶς σύντριβε μιὰ στερνὴ ψυχοπόνια.
Τέτοια πλάθω χρυσόνειρα ταξιδιοῦ κάποια βράδυα,
χάρη μάταια προσμένοντας ἀπ’ τῆς μοίρας τὸ νόμο,
γιὰ νὰρθῶ – στοργὴ κι’ ἔρωτας – νειά ζωὴ νὰ σοῦ φέρω
κάποιο απόγιωμα παίρνοντας τοῦ νησιοῦ σου τὸ δρόμο.
(Από την εφημερίδα "Πανευβοϊκό Βήμα", 30 Νοεμβρίου 1938).
Φθινοπωρινό
Ήρθε καί μ’ ήυρε καθιστή πίσω άπ’ τό τζάκι ή θλίψη
άπόψε καθώς κοίταζα τον γκρίζον ουρανό,
γιά την παληά μου μίλησε χαρά που μού’χει λείψει
σ’ άγύριστο ταξίδι μακρινό…
Ώρες μαζί κοιτούσαμε τήν πεθαμένη φύση,
τα φύλλα, των κυπαρισσιών, τις γέρικες κορφές
κι όλα, θαρρείς, στό λίγο φως που βιάζονταν νά σβήσει
παίρναν γνωστές μορφές…
Έτσι στά φύλλα τά ξερά, π’ άπ’ τα κλαδιά μαδήσαν
καί στο χαμό τα έσερνε τό ρέμμα τής βροχής,
είδα τους πόθους, τις χαρές, τά όνειρα που σβύσαν
τής έρμης μου ψυχής…
Καί σ’ ένα φύλλο—τό στερνό—πού χτύπαγε νά κόψει
ό μανιασμένος σίφουνας κι’ ή μπόρα τού βορηά,
μέ κάποια πίκρα αντίκρυσα στήν κίτρινη του όψη,
τήν δόλια μου καρδιά…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου