Μικρό βιογραφικό
Ο Βασίλης Μπαρούτης γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής και μεγάλωσε στη Χαλκίδα. Φοίτησε στο Τ.Ε.Ι. Καβάλας, στη Σχολή Διοίκησης Παραγωγικών Μονάδων. Από το 2007 ζει μόνιμα στην Αθήνα και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος. Αγαπάει τη μουσική, τα ταξίδια, τη μαγειρική, τις κακές συνήθειες και την καλή παρέα. Τα πρώτα του γραπτά ήταν στίχοι. Έχει κάνει μαθήματα δημιουργικής γραφής και με την παρέα των Luden labs συμμετείχε στην οργάνωση βραδιών ανάγνωσης στην Αθήνα. Οι ήρωες της καθημερινότητας και η οικογένεια του αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης για τα γραπτά του.
"Μεγάλωσα στη Χαλκίδα όμως η καταγωγή μου είναι από τη Θάσο. Μου αρέσει να ταξιδεύω, να μαγειρεύω και να παίζω με τον γιο μου. Διαβάζω και γράφω στα διαλείμματα."
Ο μουσαφίρης
Περπατούσες με βήματα μικρά και άτσαλα, όσο σου επέτρεπαν τα χοντρά ρούχα και παπούτσια που φορούσες. Στη χαραυγή της νιότης σου τότε. Είχες ξυπνήσει νωρίς από κάποιο κλαδί σ’ ένα δέντρο έξω από το σπίτι, που έσπασε μην αντέχοντας άλλο το βαρύ φορτίο από στοιβαγμένες νιφάδες πάνω του. Αυτή η στιγμιαία κραυγή του ξύλου που τσακίζεται και ο γδούπος της πτώσης σε τράβηξαν απότομα από τη ζεστή αγκαλιά του ύπνου.
Από βραδύς ο καιρός το γύρισε σε βοριά και έπιασε να χιονίζει μέχρι που τα πρώτα σκιρτήματα φωτός έπεσαν με μια τρυφερή αντανάκλαση στο κάτασπρο πάπλωμα, που είχε σκεπάσει την πόλη από νωρίς το πρωί. Είχε ασπρίσει ο τόπος μέχρι την κάτω στην παραλία.
Την ώρα εκείνη ο Κωστής ο Πετροβέας, φίλος σου, έφηβος κι εκείνος, ξυπνούσε χωρίς κάποια παρέμβαση αλλά μοναχός του επειδή είχε χορτάσει τον ύπνο. Η κάμαρα του ήταν σε ένα μισό-φτιαγμένο συγκρότημα κατοικιών που ενώ προοριζόταν για φοιτητικές εστίες, είχε μείνει μισοτελειωμένο καθώς λιγόστευαν όλο και πιο πολύ εκείνοι που έρχονταν στην πόλη για σπουδές. Το έλεγαν «ο ερημότοπος» ή «ρημαδόκτισμα» και ντρέπονταν να το κοιτάξουν. Από καιρό είχε μείνει έτσι στην έξοδο της πόλης κοντά στο σταθμό υπεραστικών λεωφορείων, σε μία νοητή μεθόριο ανάμεσα στα αντίο και στα καλωσορίσματα.
Οι περισσότεροι αγνοούσαν την ύπαρξη του όπως κι εσύ άλλωστε μέχρι που σε κάλεσε ο φίλος για να δεις από κοντά το «αρχοντικό» του. Είχε φτιάξει με παλέτες ένα κρεβάτι που ήταν σκεπασμένο με ένα σωρό παλιές κουβέρτες και το χρησιμοποιούσε επίσης και για καναπέ, γραφείο αλλά και εντευκτήριο για τις συνάξεις σας. Τα υπόλοιπα έπιπλα ήταν ένα παλιό ηχείο που χρησίμευε για τραπέζι και ένα μεγάλο πλαστικό καλάθι, από αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές τα άπλυτα, που τελούσε χρέη ντουλάπας. Τα υπόλοιπα υπάρχοντα ήταν τα σχολικά βιβλία του και τα CD που είχαν οι γονείς του αλλά τώρα εκείνος δεν μπορούσε να τα ακούσει. Κάτι ποτήρια, κάτι πιάτα και μαχαιροπίρουνα σε ένα νεροχύτη πιο πέρα. Ευτυχώς σε ένα διάδρομο έξω από την μικρή κάμαρα υπήρχε τουαλέτα.
Με τον Κωστή κάνατε παρέα από πιτσιρίκια, παίζατε στην ίδια γειτονιά, στην Αγιά Μαρίνα, στα εργατικά μα μετά που πιάστηκαν οι γονείς σου με τα καράβια, έφυγαν σε καινούριο σπίτι στην άλλη μεριά της πόλης και σε πήραν κι εσένα από μία τσιμεντένια ομοιομορφία για να βλέπεις τη Χαλκίδα εκεί που τη βρέχει η θάλασσα.
Έχασες όμως τα βράδια με την ανεμελιά της αμπάριζας και του κυνηγητού γύρω από τα σκαλοπάτια της Αγιά Μαρίνας. Ευτυχώς σου έμεινε ο Κωστής γιατί εκείνος ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα μετά το σχολείο του και παίζατε βόλους στην αυλή του σπιτιού σου.
Όταν κι οι δυο του γονείς χάθηκαν από αρρώστια ήταν στην έκτη δημοτικού. Τον έστειλε η πρόνοια ένα καλοκαίρι κλεισμένο σε ανάδοχο σπίτι και μετά που γύρισε για να μείνει σε μία από τις γιαγιάδες, όλα ήταν αλλιώς. Δεν ήταν εκείνη η πόλη του, ούτε τα νερά που πήγαιναν πάνω κάτω η θάλασσα του, ούτε οι γιαγιάδες που χαν μείνει σαν φαντάσματα να πενθούν ήταν οικογένεια του, ούτε το σχολείο που αρίστευε, σχολείο του. Υπήρξε εξαίρετος μαθητής, υπόδειγμα για τα άλλα παιδιά, όμως με τούτη τη στεναχώρια έμεινε δύο χρόνια στην ίδια τάξη. Δεν άντεχε τον κόσμο και πήρε απόφαση, έφυγε από το σπίτι και πήγε στον ερημότοπο αυτό να ζήσει μόνος του.
Εσύ τον επισκεπτόσουν κρυφά τα μεσημέρια ή έφευγες τα απογεύματα δήθεν να διαβάσεις με κάποιον συμμαθητή σου και πήγαινες εκεί να αράξετε. Εκείνος ήταν ο μόνος που ένιωθε τη μοναξιά σου κι εσύ ο μόνος που δεν θα έλεγες ποτέ το μυστικό του. Καθαρίζατε το δωμάτιο, του πήγαινες φαγητό από αυτό που έφτιαχνε η μάνα σου και μετά διαβάζατε παίζοντας θέατρο κάνοντας ο ένας το δάσκαλο κι ο άλλος το μαθητή. Αυτά μέχρι να πέσει το βράδυ γιατί μετά τον άφηνες στη μικρή του ελευθερία να γιορτάσει έχοντας νικήσει για άλλη μια μέρα τη ζωή.
Ευτυχώς ο Κωστής είχε μάθει από τον πατέρα του να ανάβει το μαγκάλι αλλιώς δεν θα έβγαζε ούτε μήνα. Από Νοέμβρη και μετά το κρύο εκεί σου τρυπάει τα κόκαλα σαν τον τσαγκάρη που τρυπάει τη σόλα να γίνει ένα με το παπούτσι.
Η απόλαυση του ύπνου ήταν η μόνη πολυτέλεια που μπορούσε να προσφέρει στον εαυτό του ο Κωστής καθώς όντας μόνος του σε ένα οίκημα χωρίς ρεύμα δεν είχε και πολλές ασχολίες. Κεριά δεν ήθελε να ανάβει τα βράδια γιατί αν τον έπαιρνε κανένα μάτι και μαθευόταν θα ‘χε πρόβλημα. Ε, δεν ήθελε και πολύ να μαθευτεί κάτι στη Χαλκίδα. Ένας να τον έβλεπε θα τριγύριζε η φήμη μετά σε όλη την πόλη τιτιβίζοντας τα μαντάτα. Θα μαζεύονταν οι καθηγητές από το γυμνάσιο, οι συγγενείς του κι άλλοι περίεργοι και θα του στερούσαν το καταφύγιο του.
Έπρεπε να το κρατήσει κρυφό. Είχε λέει σχέδιο, να τελειώσει το γυμνάσιο και μετά επειδή έπιαναν τα χέρια του, να γίνει παραγιός κανένας μαραγκού. Έτσι να βγάζει το ψωμί του κόβοντας και πλανάρωντας τις σανίδες, δουλεύοντας στον τροχό και στο πριόνι και να γίνει μια μέρα κι αυτός μάστορας, διαλεχτός και περιζήτητος.
Την παραμονή των Χριστουγέννων πήγες και τον είδες. Θα μπορούσες να τον καλέσεις σπίτι αλλά όταν θα αντίκριζε την πολυτέλεια που ζούσες το λιγότερο που θα έκανε θα ήταν να σε μισήσει.
«Σου έφερα ένα δώρο», του είπες. «Τι δώρο;» είπε ο Κωστής
«Ένα tablet».
«Τι να το κάνω σε ηλίθιε το tablet αφού δεν έχω ρεύμα; Κι εσύ δεν το θες για το σχολείο;»
«Όχι έχω άλλο. Μη σε νοιάζει και κρατάει πολύ η μπαταρία του. Μετά, το δίνεις κάτω στα Κτελ να το φορτίζουν».
«Άμα με δουν ότι μένω εδώ θα φωνάξουν την πρόνοια και τότε πάει χάθηκα. Θα χαθούμε κι εμείς κι όχι τίποτε άλλο, θα το χω κρίμα στο λαιμό μου που δεν θα διαβάζουμε παρέα και θα μείνεις στουρνάρι».
«Καλά, το περίμενα ότι δεν θα το θελες και σου έφερα κι ένα φορητό CD player με ακουστικά και μπαταρίες. Είναι SONY και το χε ο πατέρας μου ξεχασμένο σε ένα συρτάρι. Να πιάσουν τουλάχιστον τόπο όλα αυτά τα CD που χεις πεταμένα εδώ μέσα».
Τα μάτια του Κωστή άστραψαν. Έπιασε ευλαβικά το δώρο του φίλου του και αφέθηκε να ξεστομίσει ένα ψίθυρο που έμοιαζε με ευχαριστώ μην έχοντας δύναμη να μιλήσει πιο δυνατά από τους χτύπους της καρδιάς του. Σίγουρα αυτά τα Χριστούγεννα θα ήταν τα καλύτερα εδώ και πολύ καιρό καθώς η μουσική ήταν ότι του έλειπε περισσότερο μετά την απώλεια των δικών του.
Σε μια στιγμή γύρισες να δεις το ρολόι σου και του πες ότι έπρεπε να φύγεις. Ήταν σαράντα λεπτά περπάτημα μέχρι το σπίτι και με το χιόνι που ‘χε έξω θα έφτανες του Αη Γιαννιού.
Στην σκοτεινή όμως πλευρά του φεγγαριού η αλήθεια ήταν άλλη. Δεν άντεχες να βλέπεις το φίλο σου να μένει έτσι μετέωρος με ένα ξεχασμένο αντικείμενο στο χέρι του που το έσφιγγε λες και κρατούσε με λαχτάρα εκεί όλη του την ύπαρξη.
«Κάτσε ρε συ», σου είπε και σου έκλεισε το μάτι, «να πιούμε κάτι πρώτα για το καλό». Έβγαλε κάτω από την κουβέρτα ένα πλαστικό μπουκάλι από αναψυκτικό με ξεθωριασμένη ετικέτα που φαινόταν να έχει γεμίσει με ένα σκουρόχρωμο υγρό. Το άνοιξε με προσμονή και γέμισε το καπάκι του προσφέροντας σου.
«Είναι κονιάκ, ενθύμιο από το σπίτι της γιαγιάς. Το φύλαξα για σήμερα».
Το έφερες στο στόμα και ήπιες με κλειστά μάτια και σφιγμένη την ανάσα σου.
«Καλά Χριστούγεννα Κωστή», του είπες πνιχτά με καμένα τα σωθικά από την πρώτη σου αυτή επαφή με το οινόπνευμα. Εκείνος έλαμπε. Έφυγες βιαστικά χαιρετώντας με ένα ασαφές νεύμα αμηχανίας.
Έξω η πόλη απλωνόταν ήσυχη, γυμνή από στολίδια εορτών λόγω του χιονιά, σαν να ήταν άσπιλη ακόμα κάτω από το λευκό της ένδυμα. Ο παγωμένος αέρας δεν σε πτόησε γιατί είδη είχες κρυσταλλώσει από τη στιγμή που σκέφτηκες ότι έπρεπε να αφήσεις το φίλο σου. Για να γυρίσεις μετά μουσαφίρης στο σπίτι φυγαδεύοντας εκεί τις σκέψεις σου, μέσα στην ασφαλή απάθεια της γιορτινής ατμόσφαιρας.
Πίσω σου, σε ένα πλαστικό μπουκάλι με κονιάκ και ένα φορητό CD player έμεινε να εξατμίζεται σιγανά η άχνα από τη θαλπωρή των Χριστουγέννων.
Τα σύνορα της πατάτας
Όταν μαθεύτηκε πως η πατάτα είχε σχήμα σφαιρικό, καθώς κάποιος σημαντικός ερευνητής περπατώντας ευθεία, μετά από μερικές εβδομάδες έφτασε στο σημείο από όπου ξεκίνησε, σαν κάτι να τράνταξε τη ζωή εκεί πάνω και μετά από αυτή την αποκάλυψη, όλα τα άλλαξε.
Οι κάτοικοι της πατάτας άρχισαν να γίνονται κυκλοθυμικοί και η σκέψη τους, που παλιά ήταν πιο επίπεδη, τώρα σαν να πλάστηκε ξανά σε νέο σχήμα, όμοιο με αυτό το καινούριο που είχαν πληροφορηθεί για τον τόπο τους.
Επειδή όμως πλέον η ζωή σε μία σφαίρα ήταν για όλους πάνω κάτω η ίδια και ο καθένας μπορούσε σε μικρό χρονικό διάστημα να πάει οπουδήποτε χωρίς να ενοχλήσει τους υπόλοιπους, κάποιοι αποφάσισαν να κόψουν τους δύο πόλους, εκεί που ο ορίζοντας έσβηνε την όραση ελλειπτικά, απλώνοντας μια διαφανή βεντάλια με καφέ-κόκκινες αποχρώσεις, την ώρα που βούταγε ο ήλιος το δείλι και αναδυόταν μετά από την αντίθετη μεριά ντυμένος το ξημέρωμα.
Με τον ημί-τετραγωνισμό που προέκυψε απλώθηκαν πλευρές, γίνανε σύνορα, ένα φυσικό και μη αναστρέψιμο επακόλουθο εξαιτίας της απουσίας της καμπυλότητας. Μοιράστηκε ο πληθυσμός εκεί που θα έμενε ο καθένας κατά τύχη ή ακόμα και με βίαιες μετακινήσεις καθώς οι περισσότεροι ήθελαν μία ευκαιρία να ξεφύγουν από το σκληρό και χωμάτινο περίβλημα που πατούσαν τώρα επί γενεές και όταν είδαν ακάλυπτη την κίτρινη σάρκα, ένα θαύμα που αποκαλύφθηκε με το μαχαίρι, κατάλαβαν ότι είχαν κουραστεί πλέον να ζουν στη σκληράδα του φλοιού και ήταν αποφασισμένοι στο εξής να πατούν μόνο πάνω στο καθαρό και υδαρές άμυλο.
Τελικά αφού χτύπησαν και έσπρωξαν ο ένας τον άλλο αρκετές φορές, έκατσαν όλοι στη θέση τους ή σε κάποια θέση τέλος πάντων, διαπίστωσαν ότι ήταν άδικο κάποιοι να μείνουν με τη φλούδα ενώ άλλοι έχουν την ψίχα, και μεγάλη κουταμάρα έκαναν τόσο καιρό να αγωνίζονται να μην χαλάσουν το περίβλημα ενώ θα μπορούσαν να ζουν χωρίς ιδιαίτερους κόπους και να τρέφονται σαν βασιλιάδες απευθείας από τα σωθικά της πατάτας.
Έτσι ξεφλούδισαν και την υπόλοιπη, πετώντας από πάνω της τα απομεινάρια της παλιάς ζωής με το χώμα και τα εξογκώματα, εγκαινιάζοντας μία λεία και τραγανή συγχρόνως επιφάνεια που τους καλωσόρισε με χρυσό-κίτρινη φορεσιά στο κατώφλι της ευημερίας και της απόλαυσης. Και γιόρτασαν.
Μετά από λίγο καιρό η πατάτα, αφού ήταν χωρίς τη φλούδα, χάλασε και την πέταξαν.
Οι κάτοικοι της πατάτας άρχισαν να γίνονται κυκλοθυμικοί και η σκέψη τους, που παλιά ήταν πιο επίπεδη, τώρα σαν να πλάστηκε ξανά σε νέο σχήμα, όμοιο με αυτό το καινούριο που είχαν πληροφορηθεί για τον τόπο τους.
Επειδή όμως πλέον η ζωή σε μία σφαίρα ήταν για όλους πάνω κάτω η ίδια και ο καθένας μπορούσε σε μικρό χρονικό διάστημα να πάει οπουδήποτε χωρίς να ενοχλήσει τους υπόλοιπους, κάποιοι αποφάσισαν να κόψουν τους δύο πόλους, εκεί που ο ορίζοντας έσβηνε την όραση ελλειπτικά, απλώνοντας μια διαφανή βεντάλια με καφέ-κόκκινες αποχρώσεις, την ώρα που βούταγε ο ήλιος το δείλι και αναδυόταν μετά από την αντίθετη μεριά ντυμένος το ξημέρωμα.
Με τον ημί-τετραγωνισμό που προέκυψε απλώθηκαν πλευρές, γίνανε σύνορα, ένα φυσικό και μη αναστρέψιμο επακόλουθο εξαιτίας της απουσίας της καμπυλότητας. Μοιράστηκε ο πληθυσμός εκεί που θα έμενε ο καθένας κατά τύχη ή ακόμα και με βίαιες μετακινήσεις καθώς οι περισσότεροι ήθελαν μία ευκαιρία να ξεφύγουν από το σκληρό και χωμάτινο περίβλημα που πατούσαν τώρα επί γενεές και όταν είδαν ακάλυπτη την κίτρινη σάρκα, ένα θαύμα που αποκαλύφθηκε με το μαχαίρι, κατάλαβαν ότι είχαν κουραστεί πλέον να ζουν στη σκληράδα του φλοιού και ήταν αποφασισμένοι στο εξής να πατούν μόνο πάνω στο καθαρό και υδαρές άμυλο.
Τελικά αφού χτύπησαν και έσπρωξαν ο ένας τον άλλο αρκετές φορές, έκατσαν όλοι στη θέση τους ή σε κάποια θέση τέλος πάντων, διαπίστωσαν ότι ήταν άδικο κάποιοι να μείνουν με τη φλούδα ενώ άλλοι έχουν την ψίχα, και μεγάλη κουταμάρα έκαναν τόσο καιρό να αγωνίζονται να μην χαλάσουν το περίβλημα ενώ θα μπορούσαν να ζουν χωρίς ιδιαίτερους κόπους και να τρέφονται σαν βασιλιάδες απευθείας από τα σωθικά της πατάτας.
Έτσι ξεφλούδισαν και την υπόλοιπη, πετώντας από πάνω της τα απομεινάρια της παλιάς ζωής με το χώμα και τα εξογκώματα, εγκαινιάζοντας μία λεία και τραγανή συγχρόνως επιφάνεια που τους καλωσόρισε με χρυσό-κίτρινη φορεσιά στο κατώφλι της ευημερίας και της απόλαυσης. Και γιόρτασαν.
Μετά από λίγο καιρό η πατάτα, αφού ήταν χωρίς τη φλούδα, χάλασε και την πέταξαν.
Το ποδήλατο
Ξύπνησα με το πρώτο φως της αυγής αλλά και πάλι είχα αργήσει. Ντύθηκα όπως όπως και έριξα μια ασπιρίνη σε ένα φλιτζάνι με νερό κουνώντας το κυκλικά. Το ποδήλατο μου που είχα αφήσει χθες βράδυ στην αλάνα, χθες βράδυ και πέρασαν μετά τριάντα χρόνια, έπρεπε να προλάβω να το μαζέψω πριν το πάρουν. Σήμερα η τελευταία ημέρα. Πραγματικά όμως είχα αργήσει.
Μετά θα είναι σαν να μην το είχα ποτέ. Η σκέψη αυτή αντηχούσε στους άδειους τοίχους του δωματίου που έκλεινε μέσα την αναστολή μου. Μα γιατί αργώ; Η αλάνα έγινε μπλοκ από πολυκατοικίες με πυλωτές για εύκολο παρκινγκ και καφετέριες μόστρα στην παραλία. Η παραλία με τη θάλασσα μίκρυνε και μοιάζει με σταφίδα εκεί πίσω από τα μπετά και ο ήλιος να κρύβεται ζαρωμένος ζητιάνος βλεμμάτων παιδικών. Θάμπωσε και η θέα στην πλατεία του Αγίου Νικολάου όπως η ασπιρίνη θόλωσε πριν λίγο το νερό στο φλιτζάνι μου. Μέχρι και το προαύλιο του δημοτικού που βούιζε όλη η γειτονιά στα διαλείμματα, το κουτσούρεψαν για χωροταξικές ανάγκες.
Το ποδήλατο όμως ήταν εκεί. Κι ας μην το έβλεπε κανείς. Θα ανασήκωνα λίγο το κρύο σκυρόδεμα και θα το έβρισκα. Αρκούσε να βιαστώ γιατί ήδη είχαν αρχίσει να κρέμονται ακριβές κουρτίνες στα τζάμια και οι τοίχοι να ντύνονται με κορνίζες και πορτρέτα. Τελικά μήπως ήταν ήδη αργά. Ανοίγω την πόρτα βιαστικά μα στο πρώτο βήμα σκοντάφτω σε κάτι μεταλλικό. Κοιτάω το αντικείμενο της οριστικής μου αποτυχίας και αρχίζω πάλι να πιστεύω στα όνειρα. Κάτω στα πόδια μου τό αγαπημένο μου δίκυκλο, το αμάλγαμα της παιδικής μου ηλικίας που νιώθω να τρίβεται στα παπούτσια μου σαν την γάτα της αυλής. Ένα αεράκι φύσηξε και ανασήκωσε ένα χάρτινο μήνυμα κολλημένο στο τιμόνι με λίγο σελοτέιπ.
Έσκυψα και το διάβασα, «μπαμπά σου έφερα το ποδήλατο σου να μην ψάχνεις», με τον γραφικό χαρακτήρα του γιου μου, γραμμένο επάνω.
" Θαλασσοπλαγιά "
Στο Τουρκολίμανο, οι βάρκες στέκονταν πάνω στο νερό ασάλευτες, όμοιες κυράδες ενδεδυμένες τα νυχτικά τους φορέματα με ακάλυπτα τα ξάρτια τους ορθά σε στάση προσευχής.
Κάπου προς το δείλι την ώρα που αμβλύνουν οι αισθήσεις, φούντωσε λες η γης από τα καμώματα των εραστών κι έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό.
Χάραξε στο κύμα την ανάσα του ο άνεμος κι έγινε Λεβάντες. Και μπήκε στο λιμάνι να ξανασάνει.
Άρχισαν οι βάρκες, στριμωγμένες καθώς ήταν η μία πλάι στην άλλη, να επιδίδονται ταυτόχρονα σε μία ανεπαίσθητη σχεδόν αιώρηση που τους επέβαλε το ανάλαφρο κυματάκι κάτω από τις σκούνες τους. Αιωρούμενες συντονισμένα σε ένα κατανυκτικό τρεμούλιασμα των άκρων τους, έμοιαζαν πράγματι να εκτελούν όχι μόνο προσευχή αλλά λειτουργία ολόκληρη. Μια ψαλμωδία τρεμόπαιζε σαν μουρμούρισμα ρυθμικό και ατελές και καλούσε τους μύστες να συμμετέχουν σε αυτήν νοητά στρέφοντας απλά το βλέμμα προς τα εκεί.
Το νερό που ήταν στρωμένο από κάτω κι αντανακλούσε τα πλαϊνά τους έμοιαζε με ένα πανί βουτηγμένο στη λαδομπογιά με ανάκατα πάνω του γυναικεία ονόματα λευκό-γραμμένα ανάστροφα. "αιραΜ" όπως Μαρία, "ανιρεταΚ" όπως Κατερίνα και πάει λέγοντας. Όλες τους λειψές στο μάτι που βλέπει μόνο το πάνω μέρος, ιδανικές αγκαλιές για αραλίκι, πιστές ερωμένες. Στον καιρό δοσμένες μονάχα. Ούτε στον καπετάνιο, ούτε στον ψαρά. Στον καιρό. Μπουνάτσα; καλμαριστές. Κύμα; φουριόζες. Όλα τα ζόρια τα περνούσαν γλιστρώντας απαλά πάνω στην υδάτινη αντανάκλαση τους και ζητούσαν λίγα. Όταν τις έτρωγε το αλάτι θελαν φροντίδα, φτιασίδωμα, να ναι μετά έτοιμες να ξανοιχτούν πάλε. Φωνές δεν είχαν δικές τους. Δανικές μόνο έπαιρναν των γλάρων και των ψαράδων. Τις άκουγες να σκούζουν μεσοπέλαγα ή να μουρμουρίζουν ανάκατα λόγια σαν να σου σιγοτραγουδάει τον καημό του ο ναύτης ή το κλάμα του ο νοικοκύρης που το παιδί του δεν στέριωσε στο ίσκιο του σπιτιού κι έκανε ρεσάλτο στα κύματα.
Κάπου εκεί γεννήθηκες σε μια γειτονιά μέσα στην Καστέλλα.
Τα πρωινά κατηφόριζες το δρόμο προς την ακρογιαλιά κι έριχνες νόθες ματιές στο υδάτινο πάπλωμα. Ξάνοιγες το βλέμμα εκεί που ο βόμβος από τα ψαροπούλια μπέρδευε στο άκουσμα τη λαλιά τους με το άφρισμα του νερού που πλατάγιζε στα βράχια σαν τη γλώσσα στα δόντια μετά από μία γενναία δαπάνη σε φαΐ και ποτό.
Τα μεσημέρια στο μεγαλείο της άνοιξης, ύφαινες με το μυαλό σου στην προκυμαία τα δίχτυα και αρμάτωνες τα παραγάδια με δολώματα.
Οι κόρες των ματιών σου δύο πέτρες πυρωμένες από το λιοπύρι και τα άκρα σου όλα, σχοινιά που τραβούσαν το κορμί στη θάλασσα. Να γίνει ξάρτι με πανί τα μακριά μαλλιά σου να ταξιδέψει.
Και να σκεφτεί κανείς πως όταν βγήκες από την κοιλιά της μάνας σου ήταν τόσο καχεκτικό το σουλούπι σου που για μέρες έσκουζε ανυπόμονο κάποιο όρνιο πάνω από το σπίτι σας. Μόνο όταν σε έβαλαν στο νερό σηκώθηκες στα πόδια σου και πείστηκαν οι γείτονες ότι ήσουν πλάσμα ζωντανό και μάλιστα ανθρώπινο.
Στα πρώτα σκιρτήματα πάλευες να βουτήξεις στα απύθμενα βάθη βγάζοντας σφουγγάρια για τα δάκρυα κάποιου άδολου έρωτα που σε βασάνιζε γλυκά.
Στον ίσκιο της σκέψης σου ίχνη από κοχύλια πάνω στην άμμο και χορωδίες άλμπατρος ζωντάνευαν τα λόγια του παππού σου για ταξίδια του στους ωκεανούς. Είκοσι τρεις φορές είχε γυρίσει τον κόσμο και άλλες τόσες θα τον ξανάφερνε βόλτα αν δεν πάθαινε εκείνο το ατύχημα στο μηχανοστάσιο. Σε ξόρκιζε να μείνεις μακριά από τα πλοία μα η καρδιά σου δεν βολευόταν στη στεριά. Μόνο μέσα στο νερό την άκουγες να πάλλεται ρυθμικά σαν ένα κύτος που βουτάει στην άβυσσο να κρυφτεί από τους θηρευτές του και αναρριγεί τρεμάμενο βουνό στη σεισμική δόνηση που προκαλεί ο φόβος στον κυνηγημένο.
Κι εσύ κυνηγημένος από τις ιστορίες του παππού και τις επικλήσεις του λιμανιού, έτρεχες στους ψαράδες και τους ρωτούσες ποιος να σε έπαιρνε στο καΐκι του. Ένας από την Ύδρα τελικά σε δέχτηκε σε κάποιο πόστο κι εσύ βιάστηκες να φυγαδέψεις τον κρυφό σου πόθο στην αλμύρα και την γλίτσα πάνω στην κουπαστή. Ήταν ένα στενόμακρο σκαρί με τη μηχανή μέσα στην κοιλιά του να γουργουρίζει και με την καμπίνα στην μέση. «Πρωτέα» το είχε ονομάσει ο κύρης του και το είχε ξανοίξει σε όλα τα μήκη και πλάτη του Αιγαίου και παραπέρα. Ο καπετάνιος όμως ήταν άνθρωπος με δύσκολα χούγια και ήθελε ναύτες μόνο από το λιμάνι. Τους έλιωνε στη δουλειά γιατί έλεγε άντεχαν. Αν είχαν ζήσει κάπου πιο μέσα στην πόλη βούταγαν μεσοπέλαγα να γυρίσουν πίσω κολυμπώντας. Μα εσύ δεν λογίστηκες δουλειά, μόνη σου μέριμνα η φυγή στα γκρίζα νερά. Εκεί μονάχα που ένιωθες ελευθερία και γαλήνη. Ίδια μυσταγωγία που τρέφει μια ανώτερη δύναμη μέσα σου, τράβαγες και ξέπλεκες τα δίχτυα με την αγριάδα μερμηγκιού που τραβάει στη φωλιά του πληγωμένο το σκαθάρι να το αποτελειώσει.
Η ψαρόβαρκα του «Πρωτέα» που σε τράβηξε πρώτη στ’ ανοιχτά να τιθασέψεις την ορμή σου και να γίνεις ναύτης. Αυτή ήταν η πρώτη σου αγάπη που σε βάφτισε στα ταραγμένα νερά στο σκαμπανέβασμα της βάρκας κάθε φορά που άνοιγε τον ασκό του ο Αίολος.
Είχες μετά τον τρόπο να μπεις και σε καράβι. Πατρίδα και σπίτι δεν σε είδε ξανά, αραιά και που μόνο όταν έμενες ξέμπαρκος για λίγο στο λιμάνι.
Και να λένε μετά οι παλιοί σου φίλοι στον καφενέ, «ο Άγγελος ρε σεις έχει να πατήσει χρόνια. Μπάρκαρε λέει σε γκαζάδικο με ξένη σημαία κι έχει οργώσει τις θάλασσες σε αμερικές και βραζιλίες».
«Μπα», λέει άλλος, «τον είδα πριν κάτι μήνες που γύρισε σακάτης από τις μηχανές και ζει με τη μάνα του».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου