ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ
Στις μεγάλες ἐκκλησιαστικές γιορτές κι' Ιδιαίτερα στὴν ἀναπαράστασι τοῦ θείου δράματος, κα ταφαίνεται ἡ προέχουσα συμμετοχὴ τῆς τέχνης στὴν ἐκδήλωσι τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Ὅλες οἱ ἐκφραστικές μορφές που μετέρχεται ὁ ὀρθόδοξος χριστιανισμός, κείμενα δηλαδή, τροπάρια «στιχηρά», κοντάκια, ύμνους (κανόνες), μελλωδική ψαλμωδία, εἰκόνες καὶ ἀρχιτεκτονήματα, μετουσιώνονται ἀπ᾿ τὴν πνοὴ τῆς τέχνης. Συμπλέκονται σὲ θαυμαστὴ καὶ ἀραγὴ ἑνότητα, ἡ ποίησι κι' ἡ μουσική, τὰ σχήματα καὶ τὰ χρώματα, ὁ χώρος κι᾿ ὁ διάκοσμος καὶ κατορθώνουν νὰ ἐναρμονίσουν τὸν θρησκευτικό μυστικισμό μὲ τὴ λυρική συγκίνησι. Χιλιόχρονη παραδοσιακὴ ἐμπειρία ἐπεξεργάσθη τη θρησκευτική πίστη καὶ τὴ μορφοποίησε σε έργο τέχνης ποὺ φθάνει τὴν αἰσθητική λύτρωσι, ἀνεξάρτητα ἂν ὁ θεατὴς εἶναι ἡ δὲν εἶναι θρησκευόμενο άτομο. Μέσα στη θρησκευτική τέχνη συμπυκνώνονται οἱ πόθοι καὶ τὰ ὁράματα χιλιάδων ψυχῶν, κι' ὅπως εἶναι ἐργασμένη μὲ τὴ σμίλη τῆς πίστης καὶ τὴ φλόγα τοῦ αἰσθήματος, ξεπερνά τις ψυχές τῶν πιστῶν καὶ προχωρεί πρὸς καθαρώς πλαστικές μορφές. Προσλαμβάνει ἔτσι αὐτοτελή καλλιτεχνικὴ ἀξία καὶ παίρνει διακριτική θέσι ἀνάμεσα στην ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ. Τὸ ἴδιο θὰ λέγαμε καὶ γιὰ τις ἄλλες μεγάλες θρησκείες όπως τὸν πανθεϊσμὸ τοῦ ᾿Αρχαίου Κόσμου, τὸ Βουδδισμό, τὸν Μωαμεθανισμό. Ὅλες αὐτὲς οἱ θρησκεῖες κατέφυγαν στη τέχνη γιὰ νὰ μεταδώσουν τὰ θρησκευτικά τους μηνύματα. Στοὺς ἱστορικούς μάλιστα Πολιτισμούς ἡ τέχνη στὴν ἀπαρχή τουλάχιστον τῆς ἐμφανίσεώς της ήταν θρησκευτική. Κι' όταν στη πορεία τους ἐπεκτείνονταν καὶ σε ἐξωθρησκευτικά θέματα, ἡ ἀπο καλούμενη «Κοσμική τέχνη» ξεκινοῦσε πάντα ἀπὸ θρησκευτικά πρότυπα. Γιὰ κάποιο μάλιστα διάστημα συμπορεύονταν έως ότου ή κοσμική τέχνη ἀποκτοῦσε αὐτοτελή ὕπαρξι, που πολλές φορές καὶ σὰν περιεχόμενο καὶ σὰν μορφὴ ἀντιστρατεύονταν τὴ θρησκευτική τέχνη. ᾿Απ' αὐτὰ τὰ Ιστορικὰ δεδομένα εδραιώθη ὁ ἰσχυρισμὸς πῶς ἄν ἡ θρησκεία χρησιμοποιεῖ τὴν ὑποβλητική μορφὴ τῆς τέχνης γιὰ νὰ μεταδώση τους εὐαγγελισμούς της, ἡ τέχνη ὅμως γεννήθηκε μέσ' ἀπ' τὴ θρησκεία, καὶ φέρνουν σὰν παράδειγμα τις ἐκδηλώσεις τῶν πρωτογόνων Ὅ,τι πιστεύαμε ἄλλοτε πῶς ήταν πρωτόγονη τέχνη, τὰ σχεδιάσματα δηλαδή που συναντώνται στα παινάρχαια σπήλαια, οἱ ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις πάνω στα ξόανα, ἡ γλυπτική ἐπεξεργασία τῆς πέτρας, δὲν ἐκπροσωπούσαν καλλιτεχνικές προθέσεις, οὔτε ἐκάλυπταν αίσθητικά ιδεώδη, ἀλλὰ ἦσαν ἀπλῶς συμβολικά ΤΟΤΕΜ ποὺ ἐξυπηρετοῦσαν τις θρησκευτικές δεισιδαιμονίες. Οἱ ἀρχέτυπες ἐπομένως ἐμαφανίσεις τῆς τέχνης εἶναι συνυφα σμένες μὲ τις θρησκευτικές ανάγκες. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Ποῦ οφείλεται αὐτό; Γιατί ἡ θρησκεία ὁδηγεῖ πρὸς τὴν τέχνη κι' ἡ τέχνη συνυπάρχει στη θρησκεία; Ἴσως δοθῆ ἡ ἀπόκρισις ἄν καθορισθῆ τὸ οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς όποιασδήποτε θρησκείας. "Όλες οἱ θρησκεῖες, ἀνεξάρτητα ἀπ' τὸ τελετουργικό τους μέρος, τις τοπικές ἢ χρονικές Ιδιομορφίες τους, τις φι-λοσοφικές τους τυχόν ἀντιθέσεις, συμπίπτουν σ' ένα βασικό σημείο. Εὐαγγελίζονται ένα Ιδεατό κόσμο, ἀπηλλαγμένο ἀπὸ τὰ χάσματα καὶ τῆς πικρίες τῆς πραγματικότητος. Φέρνουν τὸ μήνυμα μιᾶς δίκαιης κι' ἀνώτερης ζωῆς, ἑνὸς ὁράματος τόσον ἐπιθυμητοῦ ἀπὸ χιλιάδες άτομα, τόσο μεγάλου, που μόνον ἡ ὑπερβατική δύναμις τοῦ θείου μπορεῖ νὰ τὸ πραγματώση. Τέτοιοι κόσμοι ὀνειρικοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐκφρασθούν λογικά. Ἡἀντικειμενική σκέψις, ἀδυνατεῖ νὰ τοὺς ἀκολουθήσει, γιατὶ εἶναι γεννήματα διαθέσεων καὶ παρορμήσεων ψυχικῶν, ἀπροσδιόριστων ἀκόμα που ξεπερνοῦν τὰ στατικά πλαίσια τῆς νοήσεως. Αν όμως ἡ λογική εἶναι ἀνεπαρκής μὲ ποιό τρόπο θὰ γίνουν ἀντιληπτὰ τὰ θρησκευτικά αὐτὰ μηνύματα. Φαίνεται πῶς προσφορότερη στη σύλληψι καὶ στὴν ἀπόδοσή του παραμένει ή φαντασία. Η φαντασία μαζὶ μὲ τὸ συναίσθημα μποροῦν νὰ κινηθοῦν στὸν ὀνειρικό χῶρο τοῦ θρησκευτικοῦ ὁράματος, Μὰ ἡ φαντασία καὶ τὸ συναίσθημα εἶναι ἡ βάσις που στηρίζει καὶ τὴν τέχνη. Και ή τέχνη κινείται πέραν τοῦ πραγματικοῦ καὶ τοῦ καθωρισμένου. Ζη σ' ἕνα περιβάλλον ποὺ δὲν ἐκφράζεται μὲ μαθηματική ἀκρίβεια, γιατί το συνθέτουν ἀπροσδιόριστοι ψυχισμοί, ἀπωθημένα βιώματα τῆς συνειδήσεως καὶ ἄλλοτε μισοσβυσμένες μνῆμες τοῦ ἐνστίκτου. Αὐτὴ εἶναι ή βαθύτερη συγγένεια τῆς Θρη σκείας καὶ τῆς Τέχνης. Ο κοινός χῶρος τῶν ὁραμάτων τους εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ἡ θρησκεία χρησιμοποιεῖ τὴ τέχνη σὰν ἐκφραστικό της ὄργανο καὶ ἡ τέχνη στις ἀρχὲς τῆς ἐμφανίσεώς της εἶναι ταυ τισμένη μὲ τὴ θρησκεία. Μόνο με τη μυστηριακήὴ γλῶσσα τῆς τέχνης μποροῦσαν νὰ ἐκφρασθοῦν καὶ νὰ μετουσιωθοῦν οἱ θρησκευτικές ἔννοιες, νὰ λάβουν ἀντικειμενική ὑπόστασι καὶ ἔκτασι, νὰ ὑποβά λουν καὶ ν' ἀναπτύξουν τὸ θρησκευτικὸ αἴσθημα καὶ τελικά να καταξιώσουν τὴν ὕπαρξι τοῦ θρησκευομένου ἀνθρώπου. Ίσως ή παραπάνω τοποθέτησις νὰ δίδη τὴν ἐξήγησι γιατί συναντάμε τὴν τέχνη δίπλα στη θρησκεία καὶ τὴ θρησκεία μέσα στην τέχνη.







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου