Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Ζήσης Οικονόμου (1911-2005): Ποιητής, Συγγραφέας, Δοκιμιογράφος – Σκιάθος

 



( Ο δεύτερος ξάδερφός μου Γιάννης Βουτσής (1946-2010) με τον Ζήση Οικονόμου

στο κατάστημά του με φωτογραφικά είδη, λίγο πριν το κλείσιμο του αιώνα.)

Στο Ιντερνετ υπάρχει ο διαδικτυακός τόπος του Ζήση Οικονόμου

Ο Ζήσης Οικονόμου (Σκιάθος, 25 Απριλίου 1911 - Σκιάθος, 3 Αυγούστου 2005) ήταν Έλληνας ποιητής  και συγγραφέας. Το 1977 έλαβε το βραβείο ποιήσεως της Ακαδημίας Αθηνών, για όλο το ποιητικό του έργο και ιδιαίτερα για το βιβλίο του «Αιθρία σιγή» . Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το βιβλίο του «Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή» και το σύνολο του έργου του.

Ο βίος του

Τα παιδικά του χρόνια πέρασε στη Σκιάθο. Ο πατέρας του ήταν πλοίαρχος και ιδιοκτήτης ιστιοφόρου εκείνης της εποχής. Πέθανε όταν ο Ζήσης Οικονόμου ήταν 10 χρονών. Η μητέρα του κατάφερε να μεγαλώσει τα τρία παιδιά της δουλεύοντας στον αργαλειό και κάνοντας εμπόριο με σκιαθίτικους τάπητες.

Ο Ζήσης Οικονόμου τοποθετείται στη μεσοπολεμική γενιά των Ελλήνων ποιητών. Η ποιητική του πορεία κάλυψε μια ευρεία θεματική και υφολογική περιοχή. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1930 με δημοσιεύσεις στίχων στο περιοδικό Νέα Γενιά. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του, που είχε τίτλο «Η εποποιία των αγενών μετάλλων».   

Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940/41) ήταν διερμηνέας της Ιταλικής και της Γερμανικής γλώσσας, στο επιτελείο τού Γ Σώματος Στρατού. Κατά τη διάρκεια της κατοχής (1941-44), μαζί με τη γυναίκα του Ευγενία, το γένος Δεληγιάννη, είχαν ένα μικρό σκάφος σαν κατοικία και ταξίδευαν στα νησιά και στις θάλασσες του βόρειου Αιγαίου και του Ευβοϊκού κόλπου, ώσπου θεωρήθηκαν ύποπτοι και ταλαιπωρήθηκαν ανακρινόμενοι από Ιταλούς, Γερμανούς, ακόμα κι από Έλληνες. Η γλωσσομάθεια, η ειλικρίνεια και η αφοβία επέτρεψαν στο ζεύγος να επιβιώσει.

Από μικρή ηλικία ο ποιητής μάθαινε ξένες γλώσσες πολύ εύκολα, γνώριζε δέκα γλώσσες και ασχολήθηκε με διεπιστημονικά, διαταξικά και διαπολιτιστικά ζωτικά ζητήματα. Του άρεσε να ταξιδεύει και έχει δημοσιεύσει μερικές από τις εντυπώσεις του σε περιοδικά κι εφημερίδες, με το όνομά του, αλλά και με ψευδώνυμο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και ως το 1976 διέκοψε τις δημοσιεύσεις και ασχολήθηκε με έρευνες στο χώρο της γλωσσολογίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής. Το βασικό στόχο του ποιητή ήταν η αναζήτηση μιας ενιαίας κοσμοθεωρίας που να αντλεί στοιχεία από όλες τις εκφάνσεις του επιστητού. Με σημείο έναρξης την αισιόδοξη κοσμοθεωρία του φουτουρισμού και του υπερρεαλισμού και τον εκθειασμό της μηχανικής τεχνολογίας πέρασε γρήγορα στη φάση της αναδίπλωσης και της επιφύλαξης μπροστά στο δυτικό ορθολογισμό και προσανατολίστηκε προς μια ατομοκεντρική κοσμοθεωρία, η οποία επηρεάστηκε και από την ενασχόλησή του με τις ανατολικές θρησκείες, κυρίως το βουδισμό και από φιλοσόφους όπως οι Σοπενάουερ, Μπερντιάγιεφ και Καίζερλιγκ. Οι αναζητήσεις του είχαν αντίκτυπο και στο ποιητικό έργο του, που οδηγήθηκε σταδιακά σε έναν λόγο όλο και πιο λιτό και δραστικότερο. Ασχολήθηκε επίσης με το θέατρο και έγραψε μερικά έργα.

Τότε πού έμενε στην Αθήνα, είχε πολλές γνωριμίες και φιλίες με κάθε κοινωνικής τάξης κι επαγγέλματος ανθρώπους. Μεταξύ των διανοούμενων και λογοτεχνών φίλων του στην Αθήνα ήταν ο Ντίμης Αποστολόπουλος, ο Σαραντάρης, ο Βαρίκας, ο Ρίτσος, ο Καζαντζάκης και άλλοι.  Επίσης, επηρέασε τον Μανόλη Αναγνωστάκη.

Πάντα παρέμενε αμερόληπτος ερευνητής. Η αδέσμευτη συμπεριφορά του προκάλεσε από μικρή ηλικία την αντίδραση συγχωριανών του, καθηγητών του και ανθρώπων των γραμμάτων αργότερα.

Σε μεγάλη ηλικία επέστρεψε στη γενέτειρά του.

Εργογραφία

Το λογοτεχνικό έργο του Ζήση Οικονόμου περιλαμβάνει τους θεματικούς τομείς: ποίηση, ημερολόγια, δοκίμια, μελέτη και θέατρο.

Ποίηση

Η εποποιία των αγενών μετάλλων. 1934.

Ο κόσμος στη δύση του. 1935.

Ανάρρωση. 1935.

Τοπία. 1936.

Η προσευχή της γης. Αθήνα, 1938.

Ωκεάνεια. Αθήνα, Γκοβόστης, 1939.

Η συνοδεία του ανέμου. Αθήνα, Γκοβόστης, 1945.

Στο σταυροδρόμι του χρόνου· Ποιήματα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1946.

Προς τον καθαρό εαυτό. 1953.

Αιθρία σιγή. Αθήνα, Κέδρος, 1976.

Ποιήματα 1934-1953. Αθήνα, Κέδρος, 1977.

Και επί γης ειρήνη. Αθήνα, Κέδρος, 1984.

Μαύρο χιούμορ γιαυτά που μας συμβαίνουν. 1988.

Ημερολόγια

Το ημερολόγιο ενός ζώου. Αθήνα, Γκοβόστης, 1938.

Το ημερολόγιο της ερημιάς και της σιωπής. Αθήνα,Πολύτυπο, 1989.

(κατεβάστε το από τον παραπάνω σύνδεσμο)

Δοκίμια

Η διαμονή εκείνου που έφυγε. 1938.

Περ’ απ’ τον παράδεισο της κοινότητας. Αθήνα, Γκοβόστης, 1939.

Η ομολογία της ταπείνωσης. Αθήνα, Γκοβόστης, 1944.

Πολιτική και πνεύμα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1944.

Σκέψεις για τη μουσική και για την ποίηση. 1946.

Μοίρα και λόγος. Αθήνα, Γκοβόστης, 1948.

Μηδενισμός και ψυχική επανάσταση. 1978.

Πολιτισμός θανάτου και ζωτική εγρήγορση. 1982.

Η γυναίκα της ανδροκρατίας και οι κοινωνίες των υπερκαταναλώσεων. Αθήνα, Πολύτυπο, χ.χ.

Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή (άλλα σατιρικά και άλλα). Αθήνα, Πολύτυπο, 1994.

Μελέτη

Ο Παπαδιαμάντης και το νησί του (μικρογραφία της ανθρωπότητας). Αθήνα, 1979.

Θέατρο

Το κάτω πάτωμα· Δράμα σε δύο πράξεις και πέντε εικόνες. Αθήνα, Γκοβόστης, 1947.

Νεκρή ζώνη. 1947.

Ώρα να πιείτε το τσάι σας· Δράμα σε τρεις πράξεις. Αθήνα, Γκοβόστης, 1947.

Το στοιχειωμένο σπίτι· Δράμα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1948.

Η επιστροφή του ασώτου· Δράμα σε δύο πράξεις και τρεις σκηνές. Αθήνα, Γκοβόστης, 1948.

Το μακρινό ταξίδι και δύο άλλα μονόπρακτα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1949.

Μεταφράσεις

Αγγλικά

Kimon Friar, Modern Greek Poetry, Athens, Efstathiadis Group, 1982, σ. 248-252 (4 ποιήματα).

Γερμανικά

Zisis Oikonomou: Heitere Stille, Gedichte, Zweisprachig: Griechisch-Deutsch, Übersetzung: Leo Mergel, O.L. Mergel, Eutingen 2018,(67 ποιήματα).

Βραβεία

Το 1977 έλαβε το βραβείο ποιήσεως της Ακαδημίας Αθηνών, για όλο το ποιητικό του έργο και ιδιαίτερα για το βιβλίο του "Αιθρία σιγή" .

Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το βιβλίο του "Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή" και το σύνολο του έργου του.

Πρόσθετη βιβλιογραφία

Αλέξανδρος Αργυρίου, "Ζήσης Οικονόμου", στο "Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου", σ.138-142 (της εισαγωγής) και σ. 98-99, Αθήνα, Σοκόλης, 1979.

Αλέξης Ζήρας, "Οικονόμου Ζήσης", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 7, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987

Μιχάλης Μ. Μερακλής, Γεωργία Θεοφάνη, "Οικονόμου Ζήσης", στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2007.

Μουσείο Ζήση Οικονόμου

Στη διαθήκη του, ο Ζήσης Οικονόμου κληροδότησε το σπίτι που γεννήθηκε στο δήμο Σκιάθου για να χρησιμοποιηθεί για πολιτιστικούς σκοπούς. Μετά την αποκατάσταση του σπιτιού με περιφερειακά και τοπικά κονδύλια, ο δήμος το μετέτρεψε σε μουσείο για να παρουσιάσει την πλούσια πνευματική κληρονομιά του Ζήση Οικονόμου με προσωπικά αντικείμενα και αναμνηστικά. Οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τη ζωή και το έργο του ποιητή μέσα από εικόνες, κείμενα και ήχο. Όλες οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες σε εννέα γλώσσες (ελληνικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, νορβηγικά και δανικά) και μπορούν να εμφανίζονται στα κινητά τηλέφωνα των επισκεπτών με τη χρήση ενός κώδικα QR. Μια εικονική περιήγηση στο μουσείο είναι επίσης διαθέσιμη στο Διαδίκτυο

Ο Παπαδιαμάντης και το νησί του, μικρογραφία της ανθρωπότητας


Αντί για πρόλογο                           

Υπάρχει τέχνη και λογοτεχνία μαζικής ύπνωσης, παράλληλα με την τέχνη της διαφήμισης και της παντός είδους προπαγάνδας, όπως επίσης υπάρχει τέχνη και λογοτεχνία στιγμών ψυχικής έγερσης.
Πολλά σημεία σε γραφτά του Παπαδιαμάντη ανήκουν σε αυτή τη λογοτεχνία στιγμών ψυχικής οράσεως και λυρικής αλήθειας, πέρα από επικαιρότητα κι εποχή.

Μικροί λαοί μακραίωνης πνευματικής κληρονομιάς, όπως ο νεοελληνικός, δεν έχουν άλλον τρόπο πραγματικής άμυνας, εκτός από τις σωστές διαπιστώσεις και την αληθινή ηθική, ψυχική και πνευματική καλλιέργεια, ιδίως σ΄ αυτή την εποχή της ψευτοκουλτουρικής γοητείας και της επιστημοποιημένης επιθετικότητας, διεθνώς.

Στιγμές ειλικρίνειας, τόλμης και ψυχικής οράσεως γι΄ αυτογνωσία επισημαίνονται σε αυτό το βιβλίο, από το βίο και τα γραφτά του Παπαδιαμάντη.

Μέσα σε κάθε μικρή ομάδα και άνθρωπο υπάρχει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Γι αυτό και στους ήρωες των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, όπως και στους σημερινούς κατοίκους του όμορφου νησιού μαζί με τον διεθνή τουρισμό του, υπάρχει σε μικρή κλίμακα το ίδιο υπόβαθρο.
Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου ερευνά ψυχολογικές και κοινωνικές καταστάσεις οικουμενικές, όπως κι επιτόπιες. Ο ρεαλισμός του, αδέσμευτος και απεριόριστος, δεν σημαίνει έλλειψη σεβασμού, προς ομάδες και πρόσωπα.

Μερικά αποσπάσματα από γραφτά του Παπαδιαμάντη, που αναφέρονται στο βιβλίο αυτό, δεν έχουν τη σειρά που έχουν σε διηγήματά του, επειδή έχουν υπαχθεί σε δομή έρευνας και συντομίας. Γι΄ αυτό, παραλείπονται και γραμμές ενδιάμεσες.

ʼλλωστε, δεν γίνεται εποπτεία ολόκληρου του έργου και του βίου του Παπαδιαμάντη, ούτε οριστική τοποθέτηση, ούτε φιλολογική εκτίμηση και βεβαίως ούτε κριτική, άλλα συμμετοχή, καθώς ο μελετητής ξαναζωντανεύει νεκρά σύμβολα, ως ίχνη παρελθούσας ευαισθησίας και ζωντάνιας του «άλλου» της ίδιας ανθρωπότητας, δίχως συγκριτισμό.

Ανάμεσα σε πλήθος τουριστών 

Ώρα εσπερινή καλοκαιριάτικη, ανάμεσα σε πλήθος τουριστών, σε αυτό το νησί ή όπου αλλού κυκλοφορούν φορητές ανθρώπινες ερημιές, το Τείχος που χωρίζει την ανθρωπότητα αποτελεί το άλλο γεγονός, καθώς ταλαντεύεσαι οριοβατώντας σε Μεταίχμιο.
Λίγο να γύρεις δώθε από Αυτό, τα πάντα μετατρέπονται σε όνειρο θαμπό, μυστηριώδους εξισορροπούσας άμφιταλάντευσης.
Όταν η κλίση γίνει πιο πολύ δώθε από το Τείχος, τα πέρα από Αυτό φαίνονται σαν να ήταν η περιοχή της τρέλας.
Εντούτοις, έξω από το φραγμό που χωρίζει την ανθρωπότητα, από σκοπιά του Μεταιχμίου, το ερημικό και ανεπίγνωστα πονεμένο, ανθρώπινο πλήθος, είναι αυτή η ίδια η λογικοποιημένη τρέλα, από βαθιά λεηλασία, ετεροκινησίας και αλλοπροσδιορισμού ψυχών ανά τους αιώνες, όπως κι αυτή τη στιγμή εσπέρας καλοκαιριάτικης, στο όμορφο νησί της Σκιάθου.

Όταν δεν έχουμε πλησιάσει ούτε για λίγο στη ζωή μας προς τέτοιο Μεταίχμιο, ικανοποιημένοι εντός των Τειχών, αποκλείεται συνεννόηση και συνεργασία, σε σχέση με επείγοντα ζητήματα ζωτικά, οριακής ταλαντεύσεως, όπου καταργούνται τα φράγματα λέξεων, συμβόλων, κατευθύνσεων και νοημάτων.

Το Τείχος κατασκευασμένο από ζωή χωρίς εγρήγορση κι ευαισθησία, αποτελεί ψυχολογική, υλοποιούμενη πραγματικότητα.
Υπάρχει παντού, όπου οι άνθρωποι έχουν ψυχοκοινωνικά δεσμευμένη τη ζωτική τους ενέργεια, και ναρκωμένα, ή απωλεσμένα ουσιώδη στοιχεία του ανθρώπινου όντος.
Πιστεύουμε ότι είναι ανωτερότητα, εξασφάλιση και πρόοδος, τα όσα ριζικότερα μας υποσκάπτουν, αφήνοντας τον εαυτό μας να παρασύρεται, από την λογική και τη δραστηριότητα του μηδενισμού.

ΜΕΤΑ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

Το πλοίο βυθίστηκε, κολύμπησα
μίλια δέκα οχτώ
αγκαλιάζοντας το ύστατο αντικείμενο
μονήρης ο τόπος που μ’ έφερε το κύμα
σ’ αυτή την ακτή
κορμί στη στεριά, πόδια στη θάλασσα
γαρίδες, καβούρια με χαϊδεύουν.

Σύρθηκα ως το βράχο, πηγή που ανάβλυζε
μέσα στην άκρα θέρμη του πετρότοπου.

Και να
με γέλια ξαγναντούν χορεύοντας
οι νύμφες του βουνού
ολόγυρα καθήσανε κοντά μου.

– Δε θυμάσαι; είπε η Κυπρίς
εγώ ’μαι που σε τράβηξα λιπόθυμο απ’ το κύμα,
αντρείε τιμονιέρη της απώλειας.
Άφησαν τις εσθήτες τους να πέσουν, τα μαλλιά
στους ώμους πάνω
με παρέσυραν στο χείλος, στο γκρεμνό
ψηλάφησα τα μέλη μου και ζω
δεν είναι τάφος μου το σώμ’ αυτό
δεν είν’ οργή θανάτου η αύρα αυτή που πνέει.

Φορέσαμε στεφάνια απ’ ανθούς
και τρέχαμε ανάμεσ’ από φύλλα
ρίγος μυθικό, τοπίο κι αίσθημα
πραγμάτων και πλασμάτων ανακάλυψη
ξανά και ξανά και ξανά
πόσες φορές γεννήθηκα
στην παρθενιά του κόσμου;

ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ ΚΙ ΕΛΠΙΔΑ ΠΑΡΗΓΟΡΗ


Είπες
ίσως υπάρξει πέρασμα
από μια πίεση ερμητική
κι από έναν κόσμο γύψινο, ραμμένο, συντριμμένο.
Ήρθαν σε λίγο τα τέρατα
απʼ τʼ άνοιγμα του τραύματος και της γενναίας δειλίας.
Είπες
θα διαβείς τα σύνορα κρυφά
τις αποστάσεις και τους όρους θα συμπτύξεις
νʼ αντικρίσεις το γαλάζιο τʼ ουρανού
ρουφώντας αμόλυντο αγέρα.
Πώς μπορεί να ξεφύγει κανείς
απʼ τα δικά του σύνορα
γειτονεμένα επίμονα με τα οχυρά των άλλων;
Τώρα κοιτάς
χωρίς προσωπίδα ελπίδα παρήγορη
δίχως αναβολής των αναχαίτιση
ωραιότητα πεζή
τη ριψοκίνδυνη ζωή σου.
 
Γύρω κοινωνίες ιδέες και Κόμματα δεν καταργούν την Άβυσσο
ούτε το πνεύμα ζωής υπεράνω των υδάτων.
 
ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΗΣΚΙΩΝ
 
Απρόσεκτη ψυχή, πού ταξιδεύεις,
κόσμοι-παγίδες διάσπαρτοι παντού.
Απʼ τα βαριά δεσμά πώς θα ξεφύγεις,
 
Η μήτρα με καρπό της λαμπιρίζει
αισθήματʼ αναβλύζουν πολλά.
Δεν ήξερα μαγνήτης μʼ έχει αρπάξει.
Απʼ τα βαριά δεσμά πώς να ξεφύγω,
δίχτυα των ήσκιων μʼ αιχμαλώτισαν ξανά.
 
ΑΣΥΓΚΡΙΤΑ
 
Αισθήματα της σιωπής.
Ούτε νερό στων χαλικιών τον κήπο
ούτε αναζήτηση στο χιόνι και στην έρημο.
Ασύγκριτα μη προτιμώντας μʼ ασύγκριτα
όλα ελαφρά, φευγαλέα.
Το δάσος τρέφει την ορμή
της κάθε στιγμή νεότερης όρασης
ανώνυμη ζωή
στου απέραντου τοπίου την ανάσα.
 
Λύκοι τα πλήθη
παγιδευμένα από δυνάμεις της Γης
αλληλοσπαράσσονται.
Και δεν καταλήξαμε κάπου ασυνόρευτοι
από θάρρος και δειλία απαλλαγμένοι.
 
ΠΛΑΣΜΑΤΑ
 
Φυσάει νοτιά
το χωριό σε μιαν αυλή, στην αμμουδιά
τζιτζίκια στο περιβόλι, όλοι αφουγκράζονται
καθώς αντηχούν οι αυλοί σιωπηλοί και σημαίνει καμπάνα
εσπερινού παιδιά κυλιόμαστε
στην άχνα του απόβραδου, παιδούλες
παίζουν ακόμα. Γριές και γέροι πιο πέρα
γελούν θαμπά στο δικό τους απόβραδο
οκνηρή θαλπωρή αργίας στιγμή ωκεάνια
του αιώνιου κλέφτης.
 
Φυσάει νοτιάς από άλλη διάσταση
παιδιά κορίτσια μαζί
κάτω απʼ τις φτερούγες του θεού
στης σκιάς, της κυδωνιάς τα πόδια
γυμνά τα στήθη στα χώματα
χρώματα του ανέσπερου φωτός
και τα σώματα τα λεύτερα από μέριμνα
κύματα σε σπήλαια βράχων τρυπώνουν
κι η σελήνη ωχρή ρουφά συναισθήματα και τρέφεται
ακτινοβολώντας μνήμες και σκηνές.
 
Άσαρκα στον κόσμο τους τα πλάσματα του ονείρου.
 
ΧΡΟΝΟΙ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΙ
 
Πώς άνοιξε ο φραγμός, καταπακτή
και βρέθηκε σε τέτοιο χωροχρόνο,
(μαύρος ο κόσμος αυτός).
 
Σμήνος μελισσών δεν τον συνόδευσε
δεν τον απάλυναν πουλιών και ζώων συναυλίες.
 
-Πού πας προς τα εκεί αδερφέ,
τι σε τάραξε και άλλαξε τον δείκτη προς τον μαύρο κόσμο,
με σπόρους και μέλι σε τρέφαμε
από λινάρι φορεσιά και λαλιά τʼ ορτυκιού σου προσφέρουμε
στων φυτών και στων ζώων το βασίλειο.
 
Έχει ξανά επιστρέψει στʼ ανθρώπινα
χρόνοι και κόσμοι πλέουν στο άχρονο.
 
ΙΣΩΣ ΞΥΠΝΟΥΝ ΛΙΓΟΣΤΟΙ
 
Είπε άφρων μυστικά στον εαυτό του.
-Κράτος, έθνος, σύμπαν, ο θεός και ο λαός, Εγώ.
πάνω από ζωή και θάνατο, πάνω απʼ όλα τα υπάρχοντα και ζώντα.
Αν υπάρχουν άλλα όντα και τα πράγματα
είναι για να υπηρετούν τυφλά τα μεγαλείο μου.
Εγώ, μόνο Εγώ αρχιερέας, αρχιδαίμονας και πολιτικός θεός
φασιστής, κομμουνιστής και δημοκράτης χυδαιότατος
Δικά μου όλα και το πληκτρολόγιο για το χειρισμό λαών.
πιέζων τα κουμπιά για ποθητά μου αποτελέσματα.
Παμφάγος, πανηδονιστής, πανέξυπνος, πανούργος ο διαβολάνθρωπος
κατασπαράζω, κατατρώγω κάθε κατεχόμενο
κανείς εμέ δεν με κατέχει.
Στο μεταξύ αηδιάζω, κάνω εμετό με τέτοιους στίχους και νοήματα
κομψός Εγώ εστέτ, ελίτ, παντίτ και άλλος
Δεν συγκινούμαι από τίποτε
λεπτεπίλεπτο, χυδαίο ή πανύψηλο
εκτός αν είναι ευνοϊκό για κόμματα και σταδιοδρομίες.
αυτά ζωή, νοημοσύνη, αίσθημα, τέχνη, χαρά, θεός, λαός.
 
Είπες άφρων μυστικό στον εαυτό του όλʼ αυτά.
Δεν είναι παρανοϊκός, βαριά τρελός,, αλλʼ είναι ο καθένας μας.
λογικά, λογιστικά και καθημερινά εχέφρονες πολίτες.
Θριαμβεύουμε άνοες αναίσθητοι, σκληροί,
αμετανόητοι, κλειστοί προς κάθε κάλεσμα αισθήματος
εχθρικοί προς νόμους του θεού και της φύσης
φονιάδες με λέξεις, όπλα και νοήματα
ανυποψίαστοι για τη σκλαβιά μας προς όσα κατέχουμε,
έρχεται ώρα να θερίσουμε τα όσα έχουμε σπείρει.
πολέμους, αρρώστιες, δυστυχίες και θανάτους.
 
Τότε, μόνον τότε, ίσως ξυπνούν λιγοστοί
απʼ τον εφιάλτη που ονομάζουμε ζωή, τέτοια ζωή
αποτυχίας και οδύνης στις επιτυχίες και θριάμβους μας
μόνον τότε, ίσως, έστω αργά,
την αλαζονεία μας αφήσουμε, ο θαμμένος εαυτός για νʼ αναπνεύσει.
 
ΚΟΣΜΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
 
Με τα μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
περιφερόμαστε σʼ αυτή την ανακύκληση
στα βάρη άλλα βάρη προσθέτοντας
γεννήσεις, θάνατοι, ξανά γεννήσεις
μαγνήτης η μνήμη, την ξυπνούν άστρων τροχιές
στις σχέσεις καθημερινότητας.
 
Μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
κοπιάζουμε γύρω από είδωλα και λέξεις
τίποτε η ζωή δε μας δίδαξε.
των σκέψεων αιχμάλωτοι και των συναισθημάτων
παγιδευμένοι στο έργο μας
οι πολιτικοί μας στεφανώνει ως αγνώστους στρατιώτες
πτώματα που οι θρησκείες ευλογούν
κουλτούρες εκπορεύουν πτωμαΐνη
επιστήμες οπλίζουν το Έρεβος
στοιχειώδη μας στερούν οικονομίες
εκφυλίζουν οι ευζωϊσμοί
και όμως η Γαία, που έχει νέκρας επίγνωση
μήτρα δεκτική και τροφός κοπαδιών
σε φυσικά, κοινωνικά και παραφυσικά δεσμωτήρια.
 
Σʼ αυτή την κλίμακα ανόδων και καθόδων του σύμπαντος
σπειροειδή η δυστυχία μας
με τα μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
σαν τις ψυχές που τις ρουφά η Σελήνη
εκφράζοντας τες μʼ εφιάλτες προς κόσμο-μηδέν,
όταν δεν ευδοκιμούν να επιστρέψουν στο γήινο κύκλο
αν εγκαίρως δεν εξέλθουν απʼ το ρεύμα του υπνώδους ποταμού
προς τους σταυρούς και τις διαμονές
της κοσμικής περιπέτειας.
 
ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ
 
Η λαλιά του πτηνού από κάκτους ανάμεσα
γρανίτινης γης, δεν βρίσκει δροσιά.
Παγιδευμένα στη Γη όντα και πράγματα.
 
Με το κλειδί της Πύλης των καιρών
διαβαίνει κίνηση και ήχος της σιγής.
του δέσμιου λυγμού η λευτεριά φτερουγίζει.
 
Ο ΣΙΝΙΚΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΧΟΟΥΑΝ-ΧΟ
Δεύτερη ερμηνεία εκ του διαγραμμικού I CHINC
 
Πλημμύρα ψυχών αόρατης στράτευσης
δηλητήρια μίσους η λάσπη.
 
Η Σπίθα, την ανάφλεξη άρχισε
πόλεμοι απʼ τα έγκατα της Γης
δονήσεις του Κρονίου ψύχους
θαμμένους Βούδες αναθρώσκοντας.
 
Ξεχειλίζεις Χουάν-Χο των ψυχών
απʼ τα θολά διαύγεια, απʼ τη ροή το σταθερό σου πνεύμα.
παλαιών ιστοριών η νέα έλευση
η καμπύλη του χρόνου συναντά και καταργεί το χθες.
Ερπετά τον μεγάλο σεισμό διαισθάνονται
φάσματα εξέρχονται από κρύπτες αιώνων
θετικούς λογιστές παγιδεύοντας.
 
Ερημικά τα πλήθη προσκολλώνται πονεμένα, τυφλά
τα σκουπίδια μας συνάγεις, Χουάν-Χο
κι οι λέξεις μας κούφιες
πλημμύρες εικόνων, φασμάτων ασπόνδυλων
δημαγωγίες, συρρεαλισμοί των συνειρμών
μόδες και σχολές, φόνων συγκαλύψεις μʼ ιδεώδη
η ζωή μας διαφήμιση
κερδών κι εξουσιών των κρατικών θεών
επιστημόνων και πολιτισμών δουλοφροσύνες.
 
Μαζί μʼ αυτό συμπορεύεσαι
καλύβες δεν υπάρχουν
 
Ο σινικός ποταμός Χουάν-Χο προκαλεί
απάντηση απʼ τʼ άγνωστο θα έρθει
της ιστορίας οι οδηγοί ετεροκίνητοι.
Αδερφούς χαρούμενους, ποταμέ Χουάν-Χο
δεν τους φοβίζεις
ουτʼ απελπίζονται καθώς εκχειλίζεις και πλένεις τη λάσπη μας
άλλα κατακάθια των αιώνων κατεβάζοντας.
 
Την στεγανή καλύβα μας διέλυσες,
και απομείναμε γυμνοί, τιποτένιοι, ξεσπίτωτοι
σε ποταμούς γαλαξιών
και σύμπαντα της απεραντοσύνης.
 
ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕ
 
Κάπως βολεμένος και στη νέα του κατάσταση
βλέπει δίχως να τον βλέπουν
και παίρνει δίχως να ρωτά
ατιμώρητος ληστεύοντας ενέργεια
από κορμί σε κορμί
αυτός που ένσαρκος για δίκια ήταν αντάρτης.
 
-Τι θέλεις απρόσκλητη
δαιμονισμένη ψυχή;
 
Εξοργισμένος του απαντά:
-Δεν τον περίμενα
τόσους και τόσους που τρυγώ
αλλʼ εσύ πυρ απλησίαστο νάναι.
 
ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ
 
Συλλέγει τα στάχια τα ώριμα
χαίρεται το σώμα του αγρού
κρύβεται στο φως και στη θέρμη της μέρας
στη νύχτα φανερός, την ιερή
από εποχών τη συμφορά
απʼ το φόβο των πλασμάτων τις προσωπίδες.
 
Την απρόσκλητη χαίρεται χαρά.
 
ΑΥΛΟΣ ΗΧΟΣ
 
Πλύθηκε χτενίστηκε
συγκάθεται μʼ αυτόν τον φιλέρημο λόφο
και στίχους, εσχεδίασε αιθέριους και σκληρούς
 
Λαβύρινθοι, συρμοί, συγκρούσεις, πτώσεις, αναστάσεις
στενωποί, ωκεανοί.
Ο ήχος είναι από Εσένα
Χάρισμα, χαρμονή των άϋλων δονήσεων
περʼ απʼ τις κινήσεις των μορφών και των αισθήσεων
κι απʼ τα δεσμά των κόσμων.
 
Πλύθηκε χτενίστηκε
είναι καλό το βράδυ αυτό
βράχοι στητοί σʼ απότομα νερά της θάλασσας
και τρυφερή η καρδιά του.
 
ΖΩΝΤΑΝΑ ΞΑΝΑ
 
Γυμνή στο παράθυρο
ήλιος άλλος φωτίζει το πέλαγος
παιχνιδίζοντας στο τζάμι το μισάνοιχτο
λούζοντας το σπίτι με την κλίμακα ημίφωτος
καθώς αυτός εστράφη και σε βλέπει.
κολυμπά στην απειρία ο αντίλαλος
ζωντανή ξανά στων χρόνων τους διάδρομους
αιώνες περίμενε και ήρθες.
 
ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ
 
Ήμουν φτωχός ασκητής το μηνʼ αυτό
το χνούδο απʼ τα ροδάκινα στο κήπο αργοκοιτώ
εδώ στην ερημιά της γης
ήρθε η βροχή, καλλιεργώ
τη νέα ψυχή της χλόης στης λαγκαδιάς το πνεύμα.
 
Το χνούδο απʼ τα ροδάκινα στον κήπο αργοκοιτώ
το δάγκωμα του σύκου που γελάει.
 
ΛΥΣΗ ΘΕΤΙΚΗ, ΠΡΑΚΤΙΚΟΤΑΤΗ
 
Κοινό το Κλειδί των Κωδίκων
Οι διαρρήκτες πια δεν έχουν σύνορα
 
Οργανόγραμμα των ραδιουργιών
στον ευτυχή και φιλεπρόοδο πλανήτη.
 
Όλοι με το ίδιο Μίσος αγνωσίας εαυτού
υπάρχουμε, κινούμαστε, πολιτικολογούμε.
αστισμοί, κομμουνισμοί, θρησκευτισμοί, γκουρουϊσμοί.
 
Αυτοτιμωρούμενοι συνένοχοι
εξοπλίζουν το Αντίπαλο Δέος.
ο Κατακλυσμός όχι οπωσδήποτε με Πυρ,
για όλους λύση θετική, φανατικοί
μόνον οι γενναίοι χαφιεδισμοί και ορισμοί
κομματικής νεολαίας και ώριμων
μαζί με την παλιά φρουρά των μουμιοποιημένων.

 

ΕΠΊΜΕΤΡΟ: Τζούτζη Μαντζουράνη

Θυμάμαι…

Έναν άνθρωπο γλυκό και σοβαρό, περίεργα φοβισμένο, μέσα στους κλειστούς τοίχους του μεγάλου μου πατρικού σπιτιού. Μόλις ανοίγαμε το παράθυρο ήταν κάπως πιο ήρεμος. Σαν να τον έπνιγε ο κλειστός χώρος , η πόλη, η Αθήνα του ʼ70 που άρχιζε να γίνεται απάνθρωπη… και που τότε εμείς δεν το καταλαβαίναμε αλλά εκείνος ήδη είχε αρχίσει να το νιώθει, ήδη δυσκολευόταν να αναπνεύσει τον αέρα της.
Μαζί με την γυναίκα του, την αγαπημένη του σύντροφο, που ήρεμα, με εκείνα τα καταγάλανα μάτια και την απόλυτη κατανόηση για το ανήσυχο πνεύμα του, δεχόταν οτιδήποτε τον βασάνιζε και του στεκόταν σʼ αυτό, χωρίς να διαμαρτύρεται ποτέ.
Είχαν γνωριστεί με τον πατέρα μου μερικούς μήνες πριν, όταν η γυναίκα του μαζί με τον Ζήση, είχαν ζητήσει από τον πατέρα μου να τους παραχωρήσει ένα μικρό αγροτόσπιτο, σαν αποθήκη εργαλείων, που βρισκόταν στην μέση ενός αμπελώνα 70 στρεμμάτων που ανήκε στο κτήμα μας.
Ήθελαν αν μπορούσαν, να μείνουν για λίγο εκεί, μέχρι ο Ζήσης να γράψει αυτά που βασάνιζαν το μυαλό του , την σχέση του ανθρώπου με την γη, μακριά από τους ανθρώπους και την απάνθρωπη πόλη της Αθήνας που δεν την άντεχε πια.
Περνούσε μια περίοδο που δεν ήθελε να βλέπει πολλούς ανθρώπους, έμενε κοντά στη γη, κοιμόταν στο χώμα, να νιώθει την ζέστη της γης, τους χτύπους της καρδιάς της. Είχε σκάψει μια τρύπα , μια μικρή λακκούβα και χωνόταν μέσα, και εκεί κούρνιαζε, και ένιωθε ασφαλής, ήρεμος, σίγουρος. Και στο μυαλό του μέσα, κατέγραφε αυτά που αργότερα θα γινόντουσαν κείμενα.

Του μιλούσε η γη, του έλεγε τα μυστικά της. Και εκείνος τα φύλαγε μέσα στο μυαλό του σαν ιερά κείμενα.
Δεν τα πρόδωσε ποτέ.
Έμειναν στο σπιτάκι εκείνο σχεδόν ένα χρόνο ίσως και περισσότερο.
Μετά, όταν ένιωσε έτοιμος, αποχωρίστηκε από την «μάνα Γη», γύρισε στη Σκιάθο, έγραψε.
Έχουν περάσει περισσότερα από σαράντα χρόνια από τότε.
Ακόμα σήμερα, στο μισογκρεμισμένο σπίτι, στην πίσω μεριά του, υπάρχει η τρύπα που κούρνιαζε τις νύχτες.
Από το σπίτι έχουν απομείνει μόνο οι τέσσερις τοίχοι. Τα μεγάλα πεύκα που το
κύκλωναν και το έκρυβαν, ο πελώριος θάμνος που κάλυπτε την είσοδο του, κόπηκαν όλα.
Το κτήμα πουλήθηκε , και ο χωματόδρομος που ήταν σύνορο και δρόμος μαζί, είναι πια, η κεντρική λεωφόρος που συνδέει τη Ραφήνα με την Αρτέμιδα.
Τα αυτοκίνητα δεν σταματούν ποτέ να περνούν… αλλά ακόμα, μερικά μέτρα πιο μέσα, στην πίσω μεριά του σπιτιού, εκεί, σε εκείνη τη μικρή λακκούβα , Ο Ζήσης Οικονόμου, εξακολουθεί να «συνομιλεί» με τη Φύση.

…«το χώμα είναι ζεστό στην υγρασία του
μʼ αρέσει στα φύλλα να κοιμάμαι.
καλοδεχούμενο, να ʽρθεί το αγριοκάτσικο
το κοτσύφι συντροφιά μου εσπερινή
κορυδαλλοί, πρωϊνή μου έγερση
μέσα στου δάσους την ανάσα.
Φίλε καλά είναι εδώ, καλά είναι εκεί
όπου μας φωνάζει μια φωνή
που δεν ακούγεται: το μίσος
βρίσκει το μίσος του και η ειρήνη
καρπός πράξης αμόλυντης.
Το χώμα είναι ζεστό στην υγρασία του.
Χάιρουμαι και υπακούω στη φωνή του.»…
 
Απόσπασμα από το ποίημα του
«Οπου μας φωνάζει μιά φωνή».


Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας στο Ποιείν.gr


ΕΛΕΓΕΙΟ

Φθινόπωρο ἦταν ποὺ σ᾽ ἀντίκρυσα; φθινόπωρο;
Νέφη ἀραιὰ πάνω ἀπ᾿ τὸν κάβο, στὴν ἀγκάλη
λόφου κι ἀμμουδιᾶς. Χαρὰ στὸ σούρουπο.
᾿Ακούσαμε τὶς Νύμφες τοῦ μικροῦ,
τοῦ ἑλληνικοῦ, τ᾿ ἀνθρωπισμένου δάσους, τὶς ψυχές
παιδίσκες μὲ κόρφο ἀνθηρὸ καὶ κοτσίδες
ὅπως ἐσύ. Φθινόπωρο ἦταν ποὺ σ᾽ ἀντίκρυσα; 

῎Ανοιξη, τὰ σύννεφα βαρειά, τὰ δέντρα πρόθυμα
χυμοὶ παντοῦ, καὶ Σὺ δὲν ζεῖς,
στεγνὴ καὶ λυπημένη μὲς στὸν τάφο.
Τὸ φῶς, τ᾿ ἀραιὰ σύννεφα, ἡ ἀγκάλη καὶ τὸ ἀπόγευμα
χαθῆκαν στὸν βυθό. Πῶς νὰ ὑπομείνω
ἐγὼ ποὺ ἀπόμεινα νὰ βλέπω τὴν αἰώνια Σου
μορφὴ σὲ κάθε ὡραῖο;
 
"Απιαστα εἶναι τὰ νέφη, φυσᾶ ὁ ἀγέρας παντοῦ
καὶ τὴ φωνὴ τοῦ Τρίτωνα θλιμένη ἀφουγκράζομαι
πάνω ἀπ᾿ τὸ κῦμα. Πάρε με ἐσύ, νερὸ τῆς Μεσογείου,
μεθυσμένος ἀπ᾿ τὴν ὄψη Της, ζωντανός
ἀπ᾿ τὴν αἰώνια παρουσία Της, ἂς εὕρω
στὸ βυθό σου τὴ γαλήνη.

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ

Εγὼ εἰμ᾿ ἐδῶ, στὸν τόπο αὐτό, σ' αἰώνια ἀνάπαυση.
Νὰ καὶ τῆς βάρκας τὰ πλευρά, νὰ καὶ τοῦ σκύλου μου
τοῦ ᾿Αστέρα, τοῦ συνώνυμου, τ᾿ ἄσπρα τὰ ὀστά.
Στὴν ἄγριαν ὀμορφιὰ τῶν νησιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ὑφάλων
τὴ ζωή μας περάσαμε περιφρονώντας
τὸν ὑπόκοσμο τῶν μηχανῶν καὶ ἰδεῶν.
 
Τρώγαμε ψάρια καὶ κάποτε τοῦ σκύλου μου τὸ θήραμα:
ἄγρια κατσίκια. Κι ἡ βάρκα στὴν καμπύλη τοῦ γκρεμνοῦ
σὲ δυὸ πιθαμῶν ἀμμουδιά, τὴ μύτη της ζοῦσε
-πιστή μου ἐρωμένη ὁλοκάθαρη.
Ἐγὼ εἶμ᾽ ἐδῶ, στὸν τόπο αὐτό, σ' αἰώνια ἀνάπαυση.
Εὐχαριστῶ γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου.

РОМПОТ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗ


Σφήνα ἡ ψυχή μας στὸ μπετὸν μὲς στὴ σκουριὰ καὶ βρώμα 
τὰ μάτια χύνουν δάκρια πετρελαίου κι ἡ καρδιά μας 
μπενζινοθήκη τῶν μοτέρ στάζει γοργὰ τὸ πιόμα 
τῆς ἀγωνιᾶς τοῦ σπαραγμοῦ στὰ ὠχρὰ αἰσθήματά μας... 
Τῶν μηχανῶν εἰσπνέουνε μπενζίνα τὰ πνεμόνια 
κι ἀναρουφᾶνε οἱ ἐμβολεῖς τὸν καυτερὸν ἀτμὸ 
ρομποτ καὶ μηχανὴ ἐσεῖς, σᾶς νιώθω στὸ ρυθμὸ 
τοῦ βόγγου σας, τοῦ ἱδρώτα σας στῆς πολιτείας τὰ χρόνια...

ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΣ

Τή βροχή περιμένοντας μὲς στὸν ζεστὸν ἐξώστη 
καθήσαμε μῆνες καὶ χρόνους πού 'λειπες. 
Τὴ βροχή περιμένοντας. Στὸν πύργο μας τὰ ἐλάφια 
χτυποῦν τὴν πόρτα μας, πουλιὰ στὴν ὀροφὴ 
κι οἱ βάτοι θέριεψαν στοὺς τοίχους χρόνια τώρα.
῎Αλογα καὶ λαγωνικὰ καὶ σὺ 
ἁμαζόνα ποὺ μαστίγωνες τὸν ἄνεμο 
καὶ τὸ κέρας ποὺ φωνάζει μέσα στὴν ὁμίχλη 
κι οὔτε λύκοι κι οὔτε πέρδικες ἐδῶ 
στὸ ἐρειπωμένο μέρος.
Χαλίκια κι ὀχιὲς παραφυλοῦν στὴν ξηρασία τους
Ψυχὲς καὶ σώματα. Κι ἡ πλημμύρα τοῦ ὠκεανοῦ 
γιὰ κεῖνον ποὺ λυπᾶται ἀφήνοντας τὸ πνεῦμα του 
νύχι τοῦ γερακιοῦ τὴ βροχή περιμένοντας χαλίκι. 
Ξεπλένεις τοὺς λάκους, τὴ σκόνη, τὴ θλίψη, 
θεὰ βροχή, ἐλ᾽ ἀγάπη μὲ τὰ σύννεφα, 
κι οἱ σαῦρες διψοῦν κι ἐσὺ ἀπ᾿ τὴν ξύλινη σκάλα 
τρεχάτη βροχή, ψυχὴ ποὺ ἠχεῖ στὰ φύλλα 
τοῦ θεοῦ, ἀγάπη ἄβυσσε...

(Από την Ανθολογία Περάνθη: 
Τόμος 5 Γενιά του Μεσοπολέμου σελ: 116)


ΤΕΧΝΟΣΦΑΙΡΑ

Σφήνα η ψυχή μας στο μπετόν μέσα στη σκουριά και βρώμα τα μάτια χύνουν δάκρυα πετρέλαιου κι η καρδιά μας μπενζινοθήκη των μοτέρ στάζει γοργά το πιόμα της αγωνίας, του σπαραγμού στα ωχρά αισθήματά μας.

Σάπια στους δρόμους ερπετά λιωμένα στην τοξίνη της μόνωσης, της κούρασης χωρίς σταθμούς και τέρμα σκορπά σαν ούρα στις γωνιές της ανθρωπιάς το σπέρμα και βιαστικοί κυλιόμαστε, αυτόματοι, αρλεκίνοι.

Πάμε σκυφτοί προς τους σωρούς πρωτόγονων σταθμών τυχαίων κι ανώνυμων, κρυφτοί, μονήρεις τρωγλοδύτες φεύγουν τα τραίνα αγύριστα στον ίλιγγο αριθμών και νέους, δειλούς αιχμάλωτους μας πιάνουν οι μπαντίτες.

Οικοδομές γκρεμίζονται και σπουν την αγωνία μέσ΄ στη στερνή κατάρρευση οργή μεσουρανεί λίγες δεκάρες στη μικρή τσέπη μας κι η μανία μας ξεστηθώνει και ρουφά τη σάρκα τη φτηνή.

Η λαστιχένια μας καρδιά, καουτσούκ από φυτείες που μέρα νύχτα ιδροκοπούν σκέλεθρα ωραία οι κουλοί πνευμόνια ωχρά, βαμβακερά, μπρουζένιες αρτηρίες στου Λάνκασάϊρ τα αργαλιά και στη Σαγκάη οι δούλοι.

Τρέχει το αίμα, ο ίδρωτας: πετρέλαιο στις τουρμπίνες και τη χρυσή ποτίζουμε της Standard Oil καρδιά παίρνουν τα όπλα από τους ρομπότ και δίνουν τις αξίνες τα άχυρα να ανεμίζουνε τ΄ αντρείκελα, με βια.

Δεν μένουν δάκρυα πια καυτά μα εξάτμιση μπενζίνας ρόδες, μοτέρ γυρνούν γοργά στης τροχιάς τη γύρα αυτόματα εφευρέσεων κι εφαρμογών πλημμύρα όμως καμμιά αναχαίτιση στων πλαστουργών τη μοίρα. Πέτρινος κόσμος και πικρός, στιγμές θλιμμένες κρύες και βιαστικές σαν το μοτέρ του Ford και Citroen το ταξιμέτρ χτυπά πνιχτά και μόνο οι ώρες κλαιν για τη ληστεία της ζωής, για μύθους και ιστορίες.

Φελλός των ανακλάσεων ο νους σ΄ αιχμαλωσία μεθά σ΄ ενός ακάθαρτου πετρελαίου ντεπό και στον αφρό σαπίζουνε: «λογίζομαι, αγαπώ» λέξεις φτηνές στη βάρβαρη του Τώρα εξουσία.

(Απ΄ την «Εποποιία των αγενών μετάλλων», 1934)


ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΟ ΘΑΝΑΤΟ

Μια εποχή πως πέρασε οι γενιές πως πέρασαν Καταχτώντας δίχως οίχτο και χαρά. Καταχτώντας για την Ήττα τη μεγάλη.

Δεν υπάρχει ελπίδα δειλία καταντά η αισιοδοξία δειλία τα άτομα, τα πλήθη οι αρχηγοί — αγενείς στον εαυτό μας και στη μάζα εθελόδουλοι.

Ας κρατήσουμε το πόστο το στερνό σαν από πριν τουφεκισμένοι στρατιώτες, καλλίτερα ζωή στιγμής παρά μακρόβιοι άφωνοι γελοίοι ξοφλημένοι.

Οι γυμνές μας χρονιές μας ξεσπίτωσαν και τ΄ άχρηστο τομάρι μας ξερνάει το θάνατό του. Εμείς οι δικαιούχοι πως αφήσαμε τον διωγμό αυτό; Θα εγκαταλείψουμε λοιπόν την προσφιλή κι ανθισμένη μας γη φαλακρή, γυμνή από ένα ρυθμικό σκοπό κι από μια δίκαια πράξη;

Κληρονομιά των καιρών κι ερείπια του τώρα κυττάχτε ψηλά την τραγική ελευθερία του νεολιθικού ανθρώπου ανάμεσα στη σύγκρουση των οπλισμένων κόσμων. ʼλλοι στα περιθώρια της γιγάντιας εποχής αμύνονται σαδιστικά στο ψυχορράγημά τους. Εμείς όμως, εμείς; Ούτε λεπτό πια καθυστέρηση και βρώμιο δισταγμό: Οι χώρες μας φωνάζουνε με διάπλατα σινιάλα και οι ωκεανοί τα πλάτη τους προσφέρουν στα όνειρά μας.

Ίσως αργά, θάναι τα απίθανα κι άθλια σημάδια κοντά μας η Γη θα βρωμά ψωριασμένη, τυφλή. Οι μητροπόλεις του πνεύματος: πολτοί σάπιων σαρκών τα χώματα άνυδρα, φτωχά και μολυσμένα κι ούτε φωλιά πτηνού ή λαφιού στα πατρικά μας δάση.

Μητέρα Γη, πως θα δεχθείς εμάς που σου περιφρονήσαμε τη χθόνια φροντίδα;

Εις εαυτόν αποσύρονται οι προνοητικοί: αίσθημα και νοημοσύνη δεν δανείζεται αδύναμοι προς αρωγή, την έκβαση αναμένουν.

(Απ΄ την «Ανάρρωση», 1935)

.........................................

Γιάννης Δάλλας

Ζήσης Οικονόμου: Μια παρουσίαση

Τη Σκιάθο, ως τόπο λύτρωσης, ως πατρίδα μικρή, η οποία δεν αποκλείει την άλλη που την περικλείει και λέγεται Ελλάδα, επέλεξε ο συνομήλικος του Γιάννη Ρίτσου (γενν. 1909) ή του Γιώργου Σαραντάρη (γενν. 1908). Στα γράμματα, όπως συνηθίζουμε να λέμε, εμφανίστηκε πριν από το 1935. Ο ανθολογήσας τον θέλει ποιητή άνισο και γκουρού των νεοελληνικών γραμμάτων -το πρώτο το καταλαβαίνουμε, το δεύτερο ομολογούμε ότι όχι. Αρχαία Ελλάδα, η Μεσόγειος με την πολιτισμική της ιδιαιτερότητα, κάποια ψήγματα από το Ταό, ένας καθηλωμένος επαναστατικός λόγος είναι οι εμμονές του, όπως και ο φόβος ότι ο πλανήτης θα μεταμορφωθεί σε μια εφιαλτική οικουμενούπολη. Ο θησαυρός που βρίσκεται κρυμμένος, όταν ανακαλυφθεί δεν σημαίνει πάντοτε ότι περιέχει διαμάντια. Και ο τελευταίος εναπομείνας ποιητής από το '30 μπορεί να είναι ο τελευταίος, αλλά το έργο του δεν μας οδηγεί στην ανακάλυψή του.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Γεννημένος το 1908 ή το 1909, ο Ζήσης Οικονόμου, που μονάζει εδώ και πολλά χρόνια στη Σκιάθο, είναι μάλλον ο τελευταίος επιζών από τους ποιητές της γενιάς του '30. Με δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του (η πρώτη δημοσιεύεται το 1934 και η τελευταία έξι δεκαετίες αργότερα, το 1994), που συμπληρώνονται με δύο πεζά, δέκα τόμους δοκιμίων και έξι θεατρικά έργα (όλα μεταξύ 1938 και 1990), ο Οικονόμου έμεινε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο περιθώριο των δραστηριοτήτων μιας ιδιαίτερα εξωστρεφούς γενιάς, που, ως είναι τοις πάσι γνωστό, φρόντισε τα μάλα για τη δημοσιότητα, την προβολή και την καθιέρωσή της. Τούτο, βεβαίως, από μόνο του δεν σημαίνει τίποτε σπουδαίο. Όποιος στέκει παράμερα από ένα σύνολο στο οποίο ως εξ αντικειμένου ανήκει, δεν προσπορίζεται αυτομάτως την αξία του όταν έρθει η ώρα της μεγάλης ζυγαριάς. Δεν είναι, ωστόσο, αυτή η περίπτωση του Οικονόμου.

Διαβάζοντας σήμερα τα ποιήματά του στην ανθολόγηση του Γιάννη Δάλλα, που εντάσσεται στη σειρά «Εκ νέου» των εκδόσεων «Γαβριηλίδη» (υπεύθυνος Κώστας Βούλγαρης), εύκολα αναγνωρίζουμε τόσο το ιστορικό τους βάρος όσο και την τωρινή δυναμική τους. Με ελεύθερο στίχο, που δεν υπολείπεται κατά το παραμικρό από το στίχο άλλων, ήδη αρκετά συζητημένων ποιητών της γενιάς του '30, όπως και με θεματογραφία η οποία ανανεώνεται γόνιμα και σταθερά από περίοδο σε περίοδο, ο Οικονόμου διεκδικεί δίκαια έναν όχι ευκαταφρόνητο ρόλο στη μεσοπολεμική γραμματεία μας και είναι τουλάχιστον περίεργο γιατί δεν τον έχει κατακτήσει ακόμη.

Γιατί ο παραμερισμός;

Οι συνωμοσιολογικές θεωρίες δεν έχουν καμία θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας (όπως και σε κανέναν άλλο, νομίζω, γνωστικό ή καλλιτεχνικό κλάδο). Οι λόγοι του παραμερισμού του Οικονόμου μπορεί να ποικίλλουν: ανάγονται ενδεχομένως εν μέρει στη στάση αυστηρής απομόνωσης του ίδιου, δεν αποκλείεται, όμως, να οφείλονται (κατά ένα τμήμα και πάλι) και σε μία αδυναμία της κριτικής να αποδεχτεί και να κατανοήσει τον ούτως ή άλλως ιδιότυπο ποιητικό του κόσμο. Σκέφτομαι εν προκειμένω τον Αντρέα Καραντώνη, που δήλωνε ανοιχτά την απροθυμία του να συμπλεύσει με το αδιαπέραστο και δύσμορφο όραμα του Οικονόμου, καλώντας μάλιστα τον αναγνώστη να πράξει μαζί του το ίδιο. Τα κριτήρια, εντούτοις, είναι σχετικά. Δεν συμμεριζόταν αυτή την αποστροφή και ο Βάσος Βαρίκας, που έσπευδε με ενθουσιασμό να παινέσει την καβαφική προπαίδεια του ποιητή. Όπως κι αν έχει, δεν γίνεται υπό τις οιεσδήποτε περιστάσεις να λύσουμε από εδώ και τούτη τη στιγμή το ζήτημα. Το μόνο που προσώρας μπορούμε και επιβάλλεται να κάνουμε είναι να διαβάσουμε τον Οικονόμου με τα δικά μας μέτρα και σταθμά και αναλόγως να τον κρίνουμε. Το δείγμα, άλλωστε, το οποίο μας προσφέρει ο Δάλλας είναι ικανή μαγιά (μαζί με την εμπεριστατωμένη εισαγωγή του) για να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε.

Ο Οικονόμου δοκιμάζει τα πρώτα του βήματα στην ποίηση με μία έντονη απαξίωση του πολιτικού και του κοινωνικού του περιβάλλοντος: ένα κρυφό νήμα διαφθοράς και παρακμής συνδέει μεταξύ τους τις πιο διαφορετικές εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής, που υπάγονται στη βούληση μιας σκοτεινής, άτεγκτης και απρόσωπης εξουσίας. Πώς, άραγε, να οργανωθεί και να απαντήσει κανείς σ' έναν τέτοιο πανικό και ζόφο; Η λύση για τον Οικονόμου θα έρθει στη δεύτερη φάση της ποιητικής του πορείας, κατά τη διάρκεια της οποίας θα αντιτάξει στον εξαχρειωτικό πολιτισμό της τεχνολογίας το βαθιά μυστικό πνεύμα της φύσης. Πνεύμα το οποίο ο ποιητής θα οδηγήσει πέραν του χώρου και του χρόνου στην τρίτη φάση του έργου του, όπου και ο ενοραματισμός ενός είδους κοσμολογικής ισορροπίας, μακριά από την τύρβη και τη φθορά των εγκόσμιων αναγκών. Στον τελευταίο κύκλο της δουλειάς του ο Οικονόμου θα δώσει τερατώδεις διαστάσεις στην τεχνολογική απειλή, μιλώντας για το μίσος μιας «εφιαλτικής οικουμενούπολης» και απορρίπτοντας την οποιαδήποτε ελπίδα: «Κάτω απ' το φύλλωμα σιγή / σιωπή των ριζών / βρέχει, βρέχει δηλητήριο / το πουλί της νύχτας στενάζει». 'Η «Επιτάχυνση ποιανής / μηχανής ιστορικής αναμονής / ποιο χέρι και νους / αίσθημα ποιο / θωπεία που λανθάνει ανυπέρβλητα / ποια / έχει συλλάβει κι εκτελεί την τέτοια κόλασή μας;».

Μυστικισμός και λατρεία της φύσης

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το ποιητικό σύμπαν του Οικονόμου είναι μανιχαϊκό: το Καλό και το Κακό σε μία ατελεύτητη σύγκρουση, σ' έναν διαρκή, αδιέξοδο όσο και μάταιο ανταγωνισμό. Μένω, παρ' όλα αυτά, με την εντύπωση πως τις καλύτερες ώρες του θα χρειαστεί να τις αναζητήσουμε αλλού: στη μαγική του περιπλάνηση στη φύση, όπου κυριαρχούν οι πλαστικές εικόνες και τα γαιώδη χρώματα, όπως και στην έστω και υψηλότονη μυστικιστική του έκσταση, που μοιάζει να αρδεύει υπογείως το λόγο ενός άλλου, μεταπολεμικού μοναχικού: του Δ.Π. Παπαδίτσα, που εξακολουθεί ατυχώς ώς τις μέρες μας να μην έχει συζητηθεί όσο του αξίζει.

Ερεθιστικός είναι και ο κατά Βαρίκα καβαφισμός του Οικονόμου, που ξέρει να βγάζει γνήσιες ποιητικές καταστάσεις μέσα από ποικιλότροπα ιστορικά πρόσωπα και σύμβολα. Και στοιχεία σαν αυτά αρκούν, πιστεύω, για να υποδεχτούμε τον Οικονόμου στον αιώνα μας, χωρίς παραφουσκωμένους ενθουσιασμούς, αλλά και χωρίς αδιαφορία και εύκολες παραλείψεις ή προκαταλήψεις. Σε μία εποχή κατά την οποία η φιλολογική έρευνα και η κριτική δείχνουν έτοιμες να στηρίξουν πλήθος αναθεωρήσεις θα ήταν ασυγχώρητη αβλεψία να ξεχαστεί γι' άλλη μια φορά μία φωνή με εγγενή δύναμη και ουσιαστική πρωτοτυπία.





Δεν υπάρχουν σχόλια: