( Ο δεύτερος ξάδερφός μου Γιάννης Βουτσής
(1946-2010) με τον Ζήση Οικονόμου
στο κατάστημά του με φωτογραφικά είδη, λίγο πριν
το κλείσιμο του αιώνα.)
Ο Ζήσης Οικονόμου (Σκιάθος, 25 Απριλίου 1911 - Σκιάθος, 3 Αυγούστου 2005) ήταν Έλληνας ποιητής και συγγραφέας. Το 1977 έλαβε το βραβείο ποιήσεως της Ακαδημίας Αθηνών, για όλο το ποιητικό του έργο και ιδιαίτερα για το βιβλίο του «Αιθρία σιγή» . Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το βιβλίο του «Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή» και το σύνολο του έργου του.
Ο βίος του
Τα παιδικά του χρόνια πέρασε στη Σκιάθο. Ο πατέρας του ήταν πλοίαρχος και ιδιοκτήτης ιστιοφόρου εκείνης της εποχής. Πέθανε όταν ο Ζήσης Οικονόμου ήταν 10 χρονών. Η μητέρα του κατάφερε να μεγαλώσει τα τρία παιδιά της δουλεύοντας στον αργαλειό και κάνοντας εμπόριο με σκιαθίτικους τάπητες.
Ο Ζήσης Οικονόμου τοποθετείται στη μεσοπολεμική γενιά των Ελλήνων ποιητών. Η ποιητική του πορεία κάλυψε μια ευρεία θεματική και υφολογική περιοχή. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1930 με δημοσιεύσεις στίχων στο περιοδικό Νέα Γενιά. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του, που είχε τίτλο «Η εποποιία των αγενών μετάλλων».
Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940/41) ήταν διερμηνέας της Ιταλικής και της Γερμανικής γλώσσας, στο επιτελείο τού Γ Σώματος Στρατού. Κατά τη διάρκεια της κατοχής (1941-44), μαζί με τη γυναίκα του Ευγενία, το γένος Δεληγιάννη, είχαν ένα μικρό σκάφος σαν κατοικία και ταξίδευαν στα νησιά και στις θάλασσες του βόρειου Αιγαίου και του Ευβοϊκού κόλπου, ώσπου θεωρήθηκαν ύποπτοι και ταλαιπωρήθηκαν ανακρινόμενοι από Ιταλούς, Γερμανούς, ακόμα κι από Έλληνες. Η γλωσσομάθεια, η ειλικρίνεια και η αφοβία επέτρεψαν στο ζεύγος να επιβιώσει.
Από μικρή ηλικία ο ποιητής μάθαινε ξένες γλώσσες πολύ εύκολα, γνώριζε δέκα γλώσσες και ασχολήθηκε με διεπιστημονικά, διαταξικά και διαπολιτιστικά ζωτικά ζητήματα. Του άρεσε να ταξιδεύει και έχει δημοσιεύσει μερικές από τις εντυπώσεις του σε περιοδικά κι εφημερίδες, με το όνομά του, αλλά και με ψευδώνυμο.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και ως το 1976
διέκοψε τις δημοσιεύσεις και ασχολήθηκε με έρευνες στο χώρο της γλωσσολογίας,
της κοινωνιολογίας και της πολιτικής. Το βασικό στόχο του ποιητή ήταν η
αναζήτηση μιας ενιαίας κοσμοθεωρίας που να αντλεί στοιχεία από όλες τις
εκφάνσεις του επιστητού. Με σημείο έναρξης την αισιόδοξη κοσμοθεωρία του
φουτουρισμού και του υπερρεαλισμού και τον εκθειασμό της μηχανικής τεχνολογίας
πέρασε γρήγορα στη φάση της αναδίπλωσης και της επιφύλαξης μπροστά στο δυτικό
ορθολογισμό και προσανατολίστηκε προς μια ατομοκεντρική κοσμοθεωρία, η οποία
επηρεάστηκε και από την ενασχόλησή του με τις ανατολικές θρησκείες, κυρίως το
βουδισμό και από φιλοσόφους όπως οι Σοπενάουερ, Μπερντιάγιεφ και Καίζερλιγκ. Οι
αναζητήσεις του είχαν αντίκτυπο και στο ποιητικό έργο του, που οδηγήθηκε
σταδιακά σε έναν λόγο όλο και πιο λιτό και δραστικότερο. Ασχολήθηκε επίσης με
το θέατρο και έγραψε μερικά έργα.
Τότε πού έμενε στην Αθήνα, είχε πολλές γνωριμίες και φιλίες με κάθε κοινωνικής τάξης κι επαγγέλματος ανθρώπους. Μεταξύ των διανοούμενων και λογοτεχνών φίλων του στην Αθήνα ήταν ο Ντίμης Αποστολόπουλος, ο Σαραντάρης, ο Βαρίκας, ο Ρίτσος, ο Καζαντζάκης και άλλοι. Επίσης, επηρέασε τον Μανόλη Αναγνωστάκη.
Πάντα παρέμενε αμερόληπτος ερευνητής. Η αδέσμευτη συμπεριφορά του προκάλεσε από μικρή ηλικία την αντίδραση συγχωριανών του, καθηγητών του και ανθρώπων των γραμμάτων αργότερα.
Σε μεγάλη ηλικία επέστρεψε στη γενέτειρά του.
Εργογραφία
Το λογοτεχνικό έργο του Ζήση Οικονόμου περιλαμβάνει τους θεματικούς τομείς: ποίηση, ημερολόγια, δοκίμια, μελέτη και θέατρο.
Ποίηση
Η εποποιία των αγενών μετάλλων. 1934.
Ο κόσμος στη δύση του. 1935.
Ανάρρωση. 1935.
Τοπία. 1936.
Η προσευχή της γης. Αθήνα, 1938.
Ωκεάνεια. Αθήνα, Γκοβόστης, 1939.
Η συνοδεία του ανέμου. Αθήνα, Γκοβόστης, 1945.
Στο σταυροδρόμι του χρόνου· Ποιήματα. Αθήνα,
Γκοβόστης, 1946.
Προς τον καθαρό εαυτό. 1953.
Αιθρία σιγή. Αθήνα, Κέδρος, 1976.
Ποιήματα 1934-1953. Αθήνα, Κέδρος, 1977.
Και επί γης ειρήνη. Αθήνα, Κέδρος, 1984.
Μαύρο χιούμορ γιαυτά που μας συμβαίνουν. 1988.
Ημερολόγια
Το ημερολόγιο ενός ζώου. Αθήνα, Γκοβόστης, 1938.
Το ημερολόγιο της ερημιάς και της σιωπής. Αθήνα,
Πολύτυπο, 1989.
Δοκίμια
Η διαμονή εκείνου που έφυγε. 1938.
Περ’ απ’ τον παράδεισο της κοινότητας. Αθήνα,
Γκοβόστης, 1939.
Η ομολογία της ταπείνωσης. Αθήνα, Γκοβόστης, 1944.
Πολιτική και πνεύμα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1944.
Σκέψεις για τη μουσική και για την ποίηση. 1946.
Μοίρα και λόγος. Αθήνα, Γκοβόστης, 1948.
Μηδενισμός και ψυχική επανάσταση. 1978.
Πολιτισμός θανάτου και ζωτική εγρήγορση. 1982.
Η γυναίκα της ανδροκρατίας και οι κοινωνίες των
υπερκαταναλώσεων. Αθήνα, Πολύτυπο, χ.χ.
Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή (άλλα
σατιρικά και άλλα). Αθήνα, Πολύτυπο, 1994.
Μελέτη
Ο Παπαδιαμάντης και το νησί του (μικρογραφία της
ανθρωπότητας). Αθήνα, 1979.
Θέατρο
Το κάτω πάτωμα· Δράμα σε δύο πράξεις και πέντε
εικόνες. Αθήνα, Γκοβόστης, 1947.
Νεκρή ζώνη. 1947.
Ώρα να πιείτε το τσάι σας· Δράμα σε τρεις πράξεις.
Αθήνα, Γκοβόστης, 1947.
Το στοιχειωμένο σπίτι· Δράμα. Αθήνα, Γκοβόστης,
1948.
Η επιστροφή του ασώτου· Δράμα σε δύο πράξεις και
τρεις σκηνές. Αθήνα, Γκοβόστης, 1948.
Το μακρινό ταξίδι και δύο άλλα μονόπρακτα. Αθήνα,
Γκοβόστης, 1949.
Μεταφράσεις
Αγγλικά
Kimon Friar, Modern Greek Poetry, Athens,
Efstathiadis Group, 1982, σ. 248-252 (4 ποιήματα).
Γερμανικά
Zisis
Oikonomou: Heitere Stille, Gedichte, Zweisprachig: Griechisch-Deutsch,
Übersetzung: Leo Mergel, O.L. Mergel, Eutingen 2018,(67 ποιήματα).
Βραβεία
Το 1977 έλαβε το βραβείο ποιήσεως της Ακαδημίας
Αθηνών, για όλο το ποιητικό του έργο και ιδιαίτερα για το βιβλίο του
"Αιθρία σιγή" .
Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο ποίησης για
το βιβλίο του "Χρονικό της Νέας Ευταξίας για τη Νέα Εποχή" και το
σύνολο του έργου του.
Πρόσθετη βιβλιογραφία
Αλέξανδρος Αργυρίου, "Ζήσης Οικονόμου",
στο "Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου",
σ.138-142 (της εισαγωγής) και σ. 98-99, Αθήνα, Σοκόλης, 1979.
Αλέξης Ζήρας, "Οικονόμου Ζήσης", στο
"Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 7, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987
Μιχάλης Μ. Μερακλής, Γεωργία Θεοφάνη,
"Οικονόμου Ζήσης", στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας",
Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2007.
Μουσείο Ζήση Οικονόμου
Στη διαθήκη του, ο Ζήσης Οικονόμου κληροδότησε το σπίτι που γεννήθηκε στο δήμο Σκιάθου για να χρησιμοποιηθεί για πολιτιστικούς σκοπούς. Μετά την αποκατάσταση του σπιτιού με περιφερειακά και τοπικά κονδύλια, ο δήμος το μετέτρεψε σε μουσείο για να παρουσιάσει την πλούσια πνευματική κληρονομιά του Ζήση Οικονόμου με προσωπικά αντικείμενα και αναμνηστικά. Οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τη ζωή και το έργο του ποιητή μέσα από εικόνες, κείμενα και ήχο. Όλες οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες σε εννέα γλώσσες (ελληνικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, νορβηγικά και δανικά) και μπορούν να εμφανίζονται στα κινητά τηλέφωνα των επισκεπτών με τη χρήση ενός κώδικα QR. Μια εικονική περιήγηση στο μουσείο είναι επίσης διαθέσιμη στο Διαδίκτυο
ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ ΚΙ ΕΛΠΙΔΑ ΠΑΡΗΓΟΡΗ
Είπες
ίσως υπάρξει πέρασμα
από μια πίεση ερμητική
κι από έναν κόσμο γύψινο, ραμμένο, συντριμμένο.
Ήρθαν σε λίγο τα τέρατα
απʼ τʼ άνοιγμα του τραύματος και της γενναίας
δειλίας.
Είπες
θα διαβείς τα σύνορα κρυφά
τις αποστάσεις και τους όρους θα συμπτύξεις
νʼ αντικρίσεις το γαλάζιο τʼ ουρανού
ρουφώντας αμόλυντο αγέρα.
Πώς μπορεί να ξεφύγει κανείς
απʼ τα δικά του σύνορα
γειτονεμένα επίμονα με τα οχυρά των άλλων;
Τώρα κοιτάς
χωρίς προσωπίδα ελπίδα παρήγορη
δίχως αναβολής των αναχαίτιση
ωραιότητα πεζή
τη ριψοκίνδυνη ζωή σου.
Γύρω κοινωνίες ιδέες και Κόμματα δεν καταργούν την
Άβυσσο
ούτε το πνεύμα ζωής υπεράνω των υδάτων.
ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΗΣΚΙΩΝ
Απρόσεκτη ψυχή, πού ταξιδεύεις,
κόσμοι-παγίδες διάσπαρτοι παντού.
Απʼ τα βαριά δεσμά πώς θα ξεφύγεις,
Η μήτρα με καρπό της λαμπιρίζει
αισθήματʼ αναβλύζουν πολλά.
Δεν ήξερα μαγνήτης μʼ έχει αρπάξει.
Απʼ τα βαριά δεσμά πώς να ξεφύγω,
δίχτυα των ήσκιων μʼ αιχμαλώτισαν ξανά.
ΑΣΥΓΚΡΙΤΑ
Αισθήματα της σιωπής.
Ούτε νερό στων χαλικιών τον κήπο
ούτε αναζήτηση στο χιόνι και στην έρημο.
Ασύγκριτα μη προτιμώντας μʼ ασύγκριτα
όλα ελαφρά, φευγαλέα.
Το δάσος τρέφει την ορμή
της κάθε στιγμή νεότερης όρασης
ανώνυμη ζωή
στου απέραντου τοπίου την ανάσα.
Λύκοι τα πλήθη
παγιδευμένα από δυνάμεις της Γης
αλληλοσπαράσσονται.
Και δεν καταλήξαμε κάπου ασυνόρευτοι
από θάρρος και δειλία απαλλαγμένοι.
ΠΛΑΣΜΑΤΑ
Φυσάει νοτιά
το χωριό σε μιαν αυλή, στην αμμουδιά
τζιτζίκια στο περιβόλι, όλοι αφουγκράζονται
καθώς αντηχούν οι αυλοί σιωπηλοί και σημαίνει
καμπάνα
εσπερινού παιδιά κυλιόμαστε
στην άχνα του απόβραδου, παιδούλες
παίζουν ακόμα. Γριές και γέροι πιο πέρα
γελούν θαμπά στο δικό τους απόβραδο
οκνηρή θαλπωρή αργίας στιγμή ωκεάνια
του αιώνιου κλέφτης.
Φυσάει νοτιάς από άλλη διάσταση
παιδιά κορίτσια μαζί
κάτω απʼ τις φτερούγες του θεού
στης σκιάς, της κυδωνιάς τα πόδια
γυμνά τα στήθη στα χώματα
χρώματα του ανέσπερου φωτός
και τα σώματα τα λεύτερα από μέριμνα
κύματα σε σπήλαια βράχων τρυπώνουν
κι η σελήνη ωχρή ρουφά συναισθήματα και τρέφεται
ακτινοβολώντας μνήμες και σκηνές.
Άσαρκα στον κόσμο τους τα πλάσματα του ονείρου.
ΧΡΟΝΟΙ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΙ
Πώς άνοιξε ο φραγμός, καταπακτή
και βρέθηκε σε τέτοιο χωροχρόνο,
(μαύρος ο κόσμος αυτός).
Σμήνος μελισσών δεν τον συνόδευσε
δεν τον απάλυναν πουλιών και ζώων συναυλίες.
-Πού πας προς τα εκεί αδερφέ,
τι σε τάραξε και άλλαξε τον δείκτη προς τον μαύρο
κόσμο,
με σπόρους και μέλι σε τρέφαμε
από λινάρι φορεσιά και λαλιά τʼ ορτυκιού σου
προσφέρουμε
στων φυτών και στων ζώων το βασίλειο.
Έχει ξανά επιστρέψει στʼ ανθρώπινα
χρόνοι και κόσμοι πλέουν στο άχρονο.
ΙΣΩΣ ΞΥΠΝΟΥΝ ΛΙΓΟΣΤΟΙ
Είπε άφρων μυστικά στον εαυτό του.
-Κράτος, έθνος, σύμπαν, ο θεός και ο λαός, Εγώ.
πάνω από ζωή και θάνατο, πάνω απʼ όλα τα υπάρχοντα
και ζώντα.
Αν υπάρχουν άλλα όντα και τα πράγματα
είναι για να υπηρετούν τυφλά τα μεγαλείο μου.
Εγώ, μόνο Εγώ αρχιερέας, αρχιδαίμονας και
πολιτικός θεός
φασιστής, κομμουνιστής και δημοκράτης χυδαιότατος
Δικά μου όλα και το πληκτρολόγιο για το χειρισμό
λαών.
πιέζων τα κουμπιά για ποθητά μου αποτελέσματα.
Παμφάγος, πανηδονιστής, πανέξυπνος, πανούργος ο
διαβολάνθρωπος
κατασπαράζω, κατατρώγω κάθε κατεχόμενο
κανείς εμέ δεν με κατέχει.
Στο μεταξύ αηδιάζω, κάνω εμετό με τέτοιους στίχους
και νοήματα
κομψός Εγώ εστέτ, ελίτ, παντίτ και άλλος
Δεν συγκινούμαι από τίποτε
λεπτεπίλεπτο, χυδαίο ή πανύψηλο
εκτός αν είναι ευνοϊκό για κόμματα και
σταδιοδρομίες.
αυτά ζωή, νοημοσύνη, αίσθημα, τέχνη, χαρά, θεός,
λαός.
Είπες άφρων μυστικό στον εαυτό του όλʼ αυτά.
Δεν είναι παρανοϊκός, βαριά τρελός,, αλλʼ είναι ο
καθένας μας.
λογικά, λογιστικά και καθημερινά εχέφρονες
πολίτες.
Θριαμβεύουμε άνοες αναίσθητοι, σκληροί,
αμετανόητοι, κλειστοί προς κάθε κάλεσμα αισθήματος
εχθρικοί προς νόμους του θεού και της φύσης
φονιάδες με λέξεις, όπλα και νοήματα
ανυποψίαστοι για τη σκλαβιά μας προς όσα
κατέχουμε,
έρχεται ώρα να θερίσουμε τα όσα έχουμε σπείρει.
πολέμους, αρρώστιες, δυστυχίες και θανάτους.
Τότε, μόνον τότε, ίσως ξυπνούν λιγοστοί
απʼ τον εφιάλτη που ονομάζουμε ζωή, τέτοια ζωή
αποτυχίας και οδύνης στις επιτυχίες και θριάμβους
μας
μόνον τότε, ίσως, έστω αργά,
την αλαζονεία μας αφήσουμε, ο θαμμένος εαυτός για
νʼ αναπνεύσει.
ΚΟΣΜΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Με τα μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
περιφερόμαστε σʼ αυτή την ανακύκληση
στα βάρη άλλα βάρη προσθέτοντας
γεννήσεις, θάνατοι, ξανά γεννήσεις
μαγνήτης η μνήμη, την ξυπνούν άστρων τροχιές
στις σχέσεις καθημερινότητας.
Μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
κοπιάζουμε γύρω από είδωλα και λέξεις
τίποτε η ζωή δε μας δίδαξε.
των σκέψεων αιχμάλωτοι και των συναισθημάτων
παγιδευμένοι στο έργο μας
οι πολιτικοί μας στεφανώνει ως αγνώστους
στρατιώτες
πτώματα που οι θρησκείες ευλογούν
κουλτούρες εκπορεύουν πτωμαΐνη
επιστήμες οπλίζουν το Έρεβος
στοιχειώδη μας στερούν οικονομίες
εκφυλίζουν οι ευζωϊσμοί
και όμως η Γαία, που έχει νέκρας επίγνωση
μήτρα δεκτική και τροφός κοπαδιών
σε φυσικά, κοινωνικά και παραφυσικά δεσμωτήρια.
Σʼ αυτή την κλίμακα ανόδων και καθόδων του
σύμπαντος
σπειροειδή η δυστυχία μας
με τα μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
σαν τις ψυχές που τις ρουφά η Σελήνη
εκφράζοντας τες μʼ εφιάλτες προς κόσμο-μηδέν,
όταν δεν ευδοκιμούν να επιστρέψουν στο γήινο κύκλο
αν εγκαίρως δεν εξέλθουν απʼ το ρεύμα του υπνώδους
ποταμού
προς τους σταυρούς και τις διαμονές
της κοσμικής περιπέτειας.
ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ
Η λαλιά του πτηνού από κάκτους ανάμεσα
γρανίτινης γης, δεν βρίσκει δροσιά.
Παγιδευμένα στη Γη όντα και πράγματα.
Με το κλειδί της Πύλης των καιρών
διαβαίνει κίνηση και ήχος της σιγής.
του δέσμιου λυγμού η λευτεριά φτερουγίζει.
Ο ΣΙΝΙΚΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΧΟΟΥΑΝ-ΧΟ
Δεύτερη ερμηνεία εκ του διαγραμμικού I CHINC
Πλημμύρα ψυχών αόρατης στράτευσης
δηλητήρια μίσους η λάσπη.
Η Σπίθα, την ανάφλεξη άρχισε
πόλεμοι απʼ τα έγκατα της Γης
δονήσεις του Κρονίου ψύχους
θαμμένους Βούδες αναθρώσκοντας.
Ξεχειλίζεις Χουάν-Χο των ψυχών
απʼ τα θολά διαύγεια, απʼ τη ροή το σταθερό σου
πνεύμα.
παλαιών ιστοριών η νέα έλευση
η καμπύλη του χρόνου συναντά και καταργεί το χθες.
Ερπετά τον μεγάλο σεισμό διαισθάνονται
φάσματα εξέρχονται από κρύπτες αιώνων
θετικούς λογιστές παγιδεύοντας.
Ερημικά τα πλήθη προσκολλώνται πονεμένα, τυφλά
τα σκουπίδια μας συνάγεις, Χουάν-Χο
κι οι λέξεις μας κούφιες
πλημμύρες εικόνων, φασμάτων ασπόνδυλων
δημαγωγίες, συρρεαλισμοί των συνειρμών
μόδες και σχολές, φόνων συγκαλύψεις μʼ ιδεώδη
η ζωή μας διαφήμιση
κερδών κι εξουσιών των κρατικών θεών
επιστημόνων και πολιτισμών δουλοφροσύνες.
Μαζί μʼ αυτό συμπορεύεσαι
καλύβες δεν υπάρχουν
Ο σινικός ποταμός Χουάν-Χο προκαλεί
απάντηση απʼ τʼ άγνωστο θα έρθει
της ιστορίας οι οδηγοί ετεροκίνητοι.
Αδερφούς χαρούμενους, ποταμέ Χουάν-Χο
δεν τους φοβίζεις
ουτʼ απελπίζονται καθώς εκχειλίζεις και πλένεις τη
λάσπη μας
άλλα κατακάθια των αιώνων κατεβάζοντας.
Την στεγανή καλύβα μας διέλυσες,
και απομείναμε γυμνοί, τιποτένιοι, ξεσπίτωτοι
σε ποταμούς γαλαξιών
και σύμπαντα της απεραντοσύνης.
ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕ
Κάπως βολεμένος και στη νέα του κατάσταση
βλέπει δίχως να τον βλέπουν
και παίρνει δίχως να ρωτά
ατιμώρητος ληστεύοντας ενέργεια
από κορμί σε κορμί
αυτός που ένσαρκος για δίκια ήταν αντάρτης.
-Τι θέλεις απρόσκλητη
δαιμονισμένη ψυχή;
Εξοργισμένος του απαντά:
-Δεν τον περίμενα
τόσους και τόσους που τρυγώ
αλλʼ εσύ πυρ απλησίαστο νάναι.
ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ
Συλλέγει τα στάχια τα ώριμα
χαίρεται το σώμα του αγρού
κρύβεται στο φως και στη θέρμη της μέρας
στη νύχτα φανερός, την ιερή
από εποχών τη συμφορά
απʼ το φόβο των πλασμάτων τις προσωπίδες.
Την απρόσκλητη χαίρεται χαρά.
ΑΥΛΟΣ ΗΧΟΣ
Πλύθηκε χτενίστηκε
συγκάθεται μʼ αυτόν τον φιλέρημο λόφο
και στίχους, εσχεδίασε αιθέριους και σκληρούς
Λαβύρινθοι, συρμοί, συγκρούσεις, πτώσεις,
αναστάσεις
στενωποί, ωκεανοί.
Ο ήχος είναι από Εσένα
Χάρισμα, χαρμονή των άϋλων δονήσεων
περʼ απʼ τις κινήσεις των μορφών και των αισθήσεων
κι απʼ τα δεσμά των κόσμων.
Πλύθηκε χτενίστηκε
είναι καλό το βράδυ αυτό
βράχοι στητοί σʼ απότομα νερά της θάλασσας
και τρυφερή η καρδιά του.
ΖΩΝΤΑΝΑ ΞΑΝΑ
Γυμνή στο παράθυρο
ήλιος άλλος φωτίζει το πέλαγος
παιχνιδίζοντας στο τζάμι το μισάνοιχτο
λούζοντας το σπίτι με την κλίμακα ημίφωτος
καθώς αυτός εστράφη και σε βλέπει.
κολυμπά στην απειρία ο αντίλαλος
ζωντανή ξανά στων χρόνων τους διάδρομους
αιώνες περίμενε και ήρθες.
ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ
Ήμουν φτωχός ασκητής το μηνʼ αυτό
το χνούδο απʼ τα ροδάκινα στο κήπο αργοκοιτώ
εδώ στην ερημιά της γης
ήρθε η βροχή, καλλιεργώ
τη νέα ψυχή της χλόης στης λαγκαδιάς το πνεύμα.
Το χνούδο απʼ τα ροδάκινα στον κήπο αργοκοιτώ
το δάγκωμα του σύκου που γελάει.
ΛΥΣΗ ΘΕΤΙΚΗ, ΠΡΑΚΤΙΚΟΤΑΤΗ
Κοινό το Κλειδί των Κωδίκων
Οι διαρρήκτες πια δεν έχουν σύνορα
Οργανόγραμμα των ραδιουργιών
στον ευτυχή και φιλεπρόοδο πλανήτη.
Όλοι με το ίδιο Μίσος αγνωσίας εαυτού
υπάρχουμε, κινούμαστε, πολιτικολογούμε.
αστισμοί, κομμουνισμοί, θρησκευτισμοί,
γκουρουϊσμοί.
Αυτοτιμωρούμενοι συνένοχοι
εξοπλίζουν το Αντίπαλο Δέος.
ο Κατακλυσμός όχι οπωσδήποτε με Πυρ,
για όλους λύση θετική, φανατικοί
μόνον οι γενναίοι χαφιεδισμοί και ορισμοί
κομματικής νεολαίας και ώριμων
μαζί με την παλιά φρουρά των μουμιοποιημένων.
ΕΠΊΜΕΤΡΟ: Τζούτζη Μαντζουράνη
Θυμάμαι…
Έναν άνθρωπο γλυκό και σοβαρό, περίεργα φοβισμένο,
μέσα στους κλειστούς τοίχους του μεγάλου μου πατρικού σπιτιού. Μόλις ανοίγαμε
το παράθυρο ήταν κάπως πιο ήρεμος. Σαν να τον έπνιγε ο κλειστός χώρος , η πόλη,
η Αθήνα του ʼ70 που άρχιζε να γίνεται απάνθρωπη… και που τότε εμείς δεν το
καταλαβαίναμε αλλά εκείνος ήδη είχε αρχίσει να το νιώθει, ήδη δυσκολευόταν να
αναπνεύσει τον αέρα της.
Μαζί με την γυναίκα του, την αγαπημένη του
σύντροφο, που ήρεμα, με εκείνα τα καταγάλανα μάτια και την απόλυτη κατανόηση
για το ανήσυχο πνεύμα του, δεχόταν οτιδήποτε τον βασάνιζε και του στεκόταν σʼ
αυτό, χωρίς να διαμαρτύρεται ποτέ.
Είχαν γνωριστεί με τον πατέρα μου μερικούς μήνες
πριν, όταν η γυναίκα του μαζί με τον Ζήση, είχαν ζητήσει από τον πατέρα μου να
τους παραχωρήσει ένα μικρό αγροτόσπιτο, σαν αποθήκη εργαλείων, που βρισκόταν
στην μέση ενός αμπελώνα 70 στρεμμάτων που ανήκε στο κτήμα μας.
Ήθελαν αν μπορούσαν, να μείνουν για λίγο εκεί,
μέχρι ο Ζήσης να γράψει αυτά που βασάνιζαν το μυαλό του , την σχέση του
ανθρώπου με την γη, μακριά από τους ανθρώπους και την απάνθρωπη πόλη της Αθήνας
που δεν την άντεχε πια.
Περνούσε μια περίοδο που δεν ήθελε να βλέπει
πολλούς ανθρώπους, έμενε κοντά στη γη, κοιμόταν στο χώμα, να νιώθει την ζέστη
της γης, τους χτύπους της καρδιάς της. Είχε σκάψει μια τρύπα , μια μικρή
λακκούβα και χωνόταν μέσα, και εκεί κούρνιαζε, και ένιωθε ασφαλής, ήρεμος,
σίγουρος. Και στο μυαλό του μέσα, κατέγραφε αυτά που αργότερα θα γινόντουσαν
κείμενα.
Του μιλούσε η γη, του έλεγε τα μυστικά της. Και
εκείνος τα φύλαγε μέσα στο μυαλό του σαν ιερά κείμενα.
Δεν τα πρόδωσε ποτέ.
Έμειναν στο σπιτάκι εκείνο σχεδόν ένα χρόνο ίσως
και περισσότερο.
Μετά, όταν ένιωσε έτοιμος, αποχωρίστηκε από την
«μάνα Γη», γύρισε στη Σκιάθο, έγραψε.
Έχουν περάσει περισσότερα από σαράντα χρόνια από
τότε.
Ακόμα σήμερα, στο μισογκρεμισμένο σπίτι, στην πίσω
μεριά του, υπάρχει η τρύπα που κούρνιαζε τις νύχτες.
Από το σπίτι έχουν απομείνει μόνο οι τέσσερις
τοίχοι. Τα μεγάλα πεύκα που το
κύκλωναν και το έκρυβαν, ο πελώριος θάμνος που
κάλυπτε την είσοδο του, κόπηκαν όλα.
Το κτήμα πουλήθηκε , και ο χωματόδρομος που ήταν
σύνορο και δρόμος μαζί, είναι πια, η κεντρική λεωφόρος που συνδέει τη Ραφήνα με
την Αρτέμιδα.
Τα αυτοκίνητα δεν σταματούν ποτέ να περνούν… αλλά
ακόμα, μερικά μέτρα πιο μέσα, στην πίσω μεριά του σπιτιού, εκεί, σε εκείνη τη
μικρή λακκούβα , Ο Ζήσης Οικονόμου, εξακολουθεί να «συνομιλεί» με τη Φύση.
…«το χώμα είναι ζεστό στην υγρασία του
μʼ αρέσει στα φύλλα να κοιμάμαι.
καλοδεχούμενο, να ʽρθεί το αγριοκάτσικο
το κοτσύφι συντροφιά μου εσπερινή
κορυδαλλοί, πρωϊνή μου έγερση
μέσα στου δάσους την ανάσα.
Φίλε καλά είναι εδώ, καλά είναι εκεί
όπου μας φωνάζει μια φωνή
που δεν ακούγεται: το μίσος
βρίσκει το μίσος του και η ειρήνη
καρπός πράξης αμόλυντης.
Το χώμα είναι ζεστό στην υγρασία του.
Χάιρουμαι και υπακούω στη φωνή του.»…
Απόσπασμα από το ποίημα του
«Οπου μας φωνάζει μιά φωνή».
..............................................................
Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας στο Ποιείν.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου