Το ποίημα αρθρώνει έναν εσωτερικό μονόλογο γύρω από τον χρόνο της μοναξιάς και της αναμονής, όπου ο ομιλητής επιδιώκει την απογύμνωση του χώρου από την καθημερινή του χρηστικότητα για να τον μετατρέψει σε πεδίο εσωτερικής εμπειρίας.
Οι «ώρες» λειτουργούν ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο και δηλώνουν έναν ειδικό χρόνο: όχι τον αντικειμενικό, αλλά τον ψυχικό. Είναι οι ώρες που ο ποιητής περιμένει «ν’ αδειάσει το σπίτι», δηλαδή να αποσυρθούν οι άλλοι, οι θόρυβοι, τα ίχνη της ημέρας. Το σπίτι δεν είναι απλώς φυσικός χώρος· είναι φορέας μνήμης, σχέσεων, πράξεων. Η επιθυμία του να γίνει «ενδιαίτημα ονείρων» υποδηλώνει τη μετατόπιση από το πραγματικό στο φαντασιακό, από το βιωμένο στο επιθυμητό.
Η εικόνα του «ραβδιού παραπλανημένου μάγου» είναι καίρια: ο ποιητής αναγνωρίζει την αδυναμία ή την ατελή δύναμη της ποιητικής/φαντασιακής μεταμόρφωσης. Δεν πρόκειται για παντοδύναμη μαγεία, αλλά για μια εύθραυστη, ίσως αυταπατηλή προσπάθεια να εξορκιστεί η βαρύτητα της πραγματικότητας.
Οι σκιές των πραγμάτων και οι φωνές που «ανασύρουν τα πεπραγμένα της ημέρας» λειτουργούν ως εισβολές της μνήμης. Το σπίτι δεν αδειάζει ποτέ πραγματικά: κατοικείται από ίχνη, από λόγια, από προσδοκίες «όσων έδιάβηκαν το κατώφλι». Αυτές οι προσδοκίες γίνονται σχεδόν απειλητικές, σαν εγκλεισμός, δείχνοντας ότι οι σχέσεις του παρελθόντος συνεχίζουν να δεσμεύουν τον ομιλητή.
Στο επόμενο επίπεδο, οι ώρες «διασύρουν τη μνήμη». Η μνήμη εδώ δεν είναι λυτρωτική· φθείρεται από την επανάληψη, «όπως κάτι χιλιοειπωμένο». Η σύγκριση με την «οικειότητα ανάμεσα σε παλιούς εραστές» είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: αυτό που κάποτε ήταν ζωντανό και φορτισμένο, έχει χάσει την έντασή του, έχει γίνει μηχανικό, σχεδόν κουραστικό.
Το τελευταίο στίχο, «Ώρες που έβλεπα το πρόσωπό σου σ’ έναν καθρέφτη», συμπυκνώνει το ποίημα. Ο Άλλος δεν εμφανίζεται άμεσα, αλλά ως αντανάκλαση. Η μνήμη του προσώπου συγχέεται με την εικόνα του ίδιου του ομιλητή, υποδηλώνοντας ταύτιση, απώλεια ορίων ή τη βαθιά εσωτερίκευση της σχέσης. Ο καθρέφτης γίνεται χώρος όπου το παρελθόν επιστρέφει όχι ως παρουσία, αλλά ως φάντασμα.
Συνολικά, το ποίημα μιλά για τον αγώνα ανάμεσα στην ανάγκη για εσωτερική σιωπή και στη βίαιη επιμονή της μνήμης. Οι «ώρες» δεν οδηγούν σε κάθαρση· είναι χρόνος φθοράς, ανακύκλωσης, αλλά και αναπόφευκτης συνάντησης με τον εαυτό μέσω του Άλλου που λείπει.
Εδώ το ποίημα κινείται σε ακόμη πιο συμπυκνωμένη και αφαιρετική τροχιά. Ο τίτλος «ΙΙ. Ατοπία» λειτουργεί ερμηνευτικά από την αρχή: δηλώνει έλλειψη τόπου, αδυναμία εντοπισμού, μια κατάσταση όπου το υποκείμενο και το αντικείμενο της επιθυμίας δεν μπορούν να συναντηθούν σε κοινό χωρικό ή νοηματικό πεδίο.
Ο πρώτος στίχος, «Με κύκλωνες με τα σημάδια σου», είναι ελλειπτικός και βίαιος. Οι «κύκλωνες» υποδηλώνουν αναστάτωση, εσωτερική και κοσμική δίνη. Τα «σημάδια σου» λειτουργούν ως ίχνη ενός Άλλου που δεν είναι παρών, αλλά εξακολουθεί να επιδρά καταστροφικά ή καθοριστικά. Η σύνταξη χωρίς ρήμα εντείνει την αίσθηση απορρύθμισης: δεν περιγράφεται πράξη, αλλά κατάσταση.
Στους επόμενους στίχους, η αναζήτηση μετατοπίζεται από το σώμα στο άυλο. Ο ποιητικός ομιλητής «ψάχνει να βρει σε ποιον ορίζοντα πλανιέται η φωνή σου». Ο ορίζοντας είναι κατεξοχήν όριο που δεν κατακτάται ποτέ· είναι σημείο προσδοκίας και ταυτόχρονα ματαίωσης. Η φωνή δεν ανήκει πια σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή τόπο· αιωρείται, αποσυνδεδεμένη, σαν υπόσχεση χωρίς εκπλήρωση.
Η τελική ερώτηση, «Ποιες λέξεις άρχισαν τον κόσμο κι έμειναν αφανέρωτες», διευρύνει το ποίημα από το προσωπικό στο οντολογικό. Οι λέξεις εδώ δεν είναι απλώς επικοινωνιακά μέσα, αλλά αρχές δημιουργίας. Υπαινίσσεται ότι ο κόσμος θεμελιώνεται στη γλώσσα, αλλά όχι σε όλη τη γλώσσα: υπάρχουν λέξεις πρωταρχικές, καθοριστικές, που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Η απουσία τους συνδέεται με την απουσία του προσώπου, της φωνής, της σχέσης.
Σε αντίθεση με το προηγούμενο ποίημα, όπου κυριαρχούσε ο χώρος του σπιτιού και η μνήμη, εδώ κυριαρχεί η έλλειψη τόπου και η αδυναμία εντοπισμού. Η «ατοπία» δεν είναι απλώς συναισθηματική· είναι υπαρξιακή και γλωσσική. Ο ποιητής δεν αναζητά μόνο τον Άλλο, αλλά και τις λέξεις που θα μπορούσαν να τον επαναφέρουν στον κόσμο — λέξεις που, όμως, παραμένουν αφανείς.
Ο «Επίλογος» λειτουργεί ως καταληκτική ηθική και υπαρξιακή κρίση, όχι ως συναισθηματικό κλείσιμο. Ο ποιητικός λόγος απομακρύνεται από την εσωτερική αναζήτηση και περνά σε έναν σχεδόν αποφατικό στοχασμό γύρω από τον θάνατο, τη σωτηρία και την ψευδαίσθηση της λύτρωσης.
Ο πρώτος στίχος θέτει μια υπό όρους παραδοχή: «Αν ήταν να πάρεις την ψυχή μου θα ήσουν άγγελος». Ο Άλλος εμφανίζεται ως εν δυνάμει σωτήρας, ως μορφή υπερβατική. Όμως αυτή η δυνατότητα ακυρώνεται αμέσως. Το «μα» εισάγει την αποδόμηση της προσδοκίας: ο Άλλος δεν γνωρίζει –ή δεν σέβεται– τη φύση του αγγελικού. Δεν πρόκειται για άγνοια θεολογική, αλλά υπαρξιακή.
Οι «δρόμοι των αγγέλων» περιγράφονται με καθαρά ποιητική αλλά σαφή λογική: διασχίζουν τη νύχτα «σαν αστραπή», δηλαδή γρήγορα, ακαριαία, χωρίς εγκατάσταση στο σκοτάδι. Η νύχτα δεν είναι τόπος παραμονής αλλά διάβασης. Οι άγγελοι δεν ανήκουν στο σκοτάδι, ούτε το καλλιεργούν. Βγαίνουν στο φως, συγχωνεύονται με «της αυγής τα μονοπάτια». Η αυγή εδώ δεν είναι απλώς νέα αρχή· είναι μεταβατική στιγμή, όπου το σκοτάδι χάνει την εξουσία του χωρίς ακόμη να έχει κυριαρχήσει το πλήρες φως.
Η κρίσιμη ανατροπή έρχεται στους τελευταίους στίχους. Η απειλή δεν είναι το σκοτάδι, όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά «η αιθρία ενός θανάτου που μας χαρίζεται». Η αιθρία, συνήθως θετική εικόνα, εδώ αποκτά τρομακτικό χαρακτήρα. Πρόκειται για έναν θάνατο χωρίς τραγικότητα, χωρίς πάλη, χωρίς νύχτα. Έναν θάνατο «χαρισμένο», δηλαδή προσφερόμενο ως λύτρωση, ως ησυχία, ως τέλος χωρίς ρωγμές.
Ο επίλογος, έτσι, δεν καταλήγει σε παρηγοριά. Προειδοποιεί. Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η οδύνη, η απώλεια ή το σκοτάδι, αλλά η αποδοχή ενός καθαρού, φωτεινού τέλους που δεν μας ζητά τίποτα. Ο ποιητής φαίνεται να απορρίπτει τη σωτηρία που δεν περνά από την αγωνία της ύπαρξης. Ο Άλλος αποτυγχάνει να είναι άγγελος όχι επειδή είναι σκοτεινός, αλλά επειδή προσφέρει μια υπερβολικά καθαρή έξοδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο «Επίλογος» λειτουργεί ως τελική στάση ευθύνης: η ζωή, όσο σκοτεινή κι αν είναι, προτιμάται από μια αιθρία λύτρωση που ακυρώνει το βάρος και το νόημα της ανθρώπινης εμπειρίας.



















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου