Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Ελένη Βαρθάλη (1970- ): Ποιήτρια - Χαλκίδα





Εξαιρετική ποίηση από την Ελένη
στην ποιητική της συλλογή
"Χρονολισθήσεις"
 Εκδόσεις Ιωλκός (2020)


H Πόλη

Πέτρινη πόλη, δύσκολη,
σε είπαν Αρχαία Μοναξιά,
πελώρια ιστορική εκκρεμότητα.
 
Με ευσπλαχνικά χέρια
ψηλαφώ την αισθηματική ηλικία σου,
ράβω με κόκκινη κλωστή ξηλωμένα παράθυρα
από σπίτια άδεια και κλειστά
απόλυτη κυρίαρχος της ακινησίας και της σιωπής.
 
Σε συμπόνεσα, πόλη,
επειδή ήσουν ένα γκρεμισμένο τοπίο
παράταιρα κρυμμένο μέσα στην ακτινοβολία
του μεσημεριάτικου ήλιου,
επειδή τα θεμέλιά σου ήταν μια θλίψη
στην εγκαρτέρηση ενός ιδεατού κόσμου,
επειδή από τότε που σε συνάντησα
έμαθα γιατί τόσα παιδιά
κοιμήθηκαν μ’ ένα σύννεφο στο μαξιλάρι τους μια νύχτα
φεύγοντας γι’ άλλους ουρανούς.
Και ίσως περισσότερο σ’ αγάπησα
γιατί σου μοιάζω, πόλη.
Ψήλωσα και χαμήλωσα
κι έχασα και πήρα
και μίλησα ώρες ατέλειωτες με μυθικά πουλιά
σκοτώνοντας το ερειπωμένο νόημα
που τη ζωή υποσκάπτει.
 
Τώρα, που η σκέψη μου καθαρίζει απ’ τη σκουριά της
κι ο χρόνος ξεχερσώνει αργά το χωράφι μου,
σε βλέπω πάλι να αναγεννιέσαι κάτω απ’ το πολύ φως
όπως φωτίζονται τ’ ανθρώπου οι πιο βαθιές νύχτες
εκείνων που απ’ το ρήγμα του καιρού ανέλκυσαν το φεγγάρι τους.
 
Ξεφορτώνουμε αιώνες λησμονιάς.
Το πνεύμα μας καλπάζει στις πλάτες του ορατού-απέραντου
κι είναι γι’ αυτό που λευκή σημαία ανεμίζω στα τείχη σου
κρατώντας ένα μικρό σταυρό για φυλακτό στην παλάμη μου,
ενθύμιο απ’ τη γενοκτονία των άστρων.
 
Πόλη δύσκολη, πέτρινη και παράξενη,
Αρχαία, σε είπαν, Μοναξιά.
Εγώ, σε φωνάζω Μοίρα.




Οι δρόμοι

Εκεί που ζει εφησυχασμένος ο άνθρωπος ξεστρατίζει μεμιάς ο στοχασμός του απ΄την άμετρη αυταρέσκεια της παντοδυναμίας του και γίνεται όλος πνεύμα.
~ ~ ~ ~ ~
Κι έτρεχα μικρό παιδί ακόμη τραβώντας το φουστάνι της κουρασμένης μάνας μου κι έλεγα: ‘Πρέπει να βιαστούμε μητέρα, πρέπει να βιαστούμε αλλιώς θα φύγουνε τα χρόνια μας τόσο θολά και ανεξήγητα ….’
~ ~ ~ ~ ~ 
Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε ο επόμενος κι ένιωθα να με καταδιώκουν οι εποχές γνωρίζοντας πως είχα τόσα πράγματα να διεκπεραιώσω διακινδυνεύοντας ένα τίποτα έτσι που συχνά στο ύπνο μου διέπραττα όνειρα τολμηρά καθώς στεκόμουν στην άκρη των δρόμων με μια βαλίτσα στο χέρι, ρωτώντας τους περαστικούς για άλλους τόπους μακρινούς που τόσο γλαφυρά μου μιλούσαν επάνω στους χάρτες κι όταν αργότερα ξυπνούσα έπαιρνα όρκο πως μια απ΄αυτές τις μέρες θα αναχωρούσα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Απ΄ όλα μπορείς να σωθείς, απ΄ όλα εκτός από τα όνειρά σου τα ανεκπλήρωτα.
Στερημένοι θα ζήσουμε ώσπου να σηκωθούν ένα ωραίο πρωί οι ελπίδες μας να εξεγερθούν ενάντια σε εμάς τους ίδιους που τις γεννήσαμε.
~ ~ ~ ~ ~
Κι όμως τις πιο αναπάντεχες ιστορίες τις γράφει η ίδια η ζωή μου έλεγε ο Αλέξανδρος που αν και από καιρό είχε χάσει το αριστερό του πόδι σε κάποιο δυστύχημα δεν του έλλειπε το κέφι και τα βράδια ερχόταν στηριζόμενος στα ξύλινα δεκανίκια του, καθόταν απέναντι μου απαγγέλλοντας ποιήματα που οι λέξεις τους μας διέτρεχαν σαν μυστικοί ανιχνευτές γιατί όπως έλεγε η ποίηση είναι η φωνή του Θεού η καταγεγραμμένη στις ψυχές των ανθρώπων.
Όταν έπειτα ο ιδιοκτήτης κόλλησε το χαρτί της εξώσεως στον τοίχο του σπιτιού του ο Αλέξανδρος το πρωί της επόμενης μέρας αυτοκτόνησε αφού ποτέ δεν καταδέχτηκε κανενός είδους βοήθεια από λύπηση κι όμως αυτός ο άνθρωπος ο σακάτης όπως τον αποκαλούσαν μερικοί είχε τόση αξιοπρέπεια που δεν συνάντησα ούτε στον πιο αρτιμελή.
~ ~ ~ ~ ~
Τα βροχερά απογεύματα κλείνομαι στο δωμάτιο μου, είναι μια συνήθεια που έχω από παλιά καθώς πάντοτε μου άρεσε να στέκομαι πίσω απ΄ τα υγρά τζάμια παρακολουθώντας νεαρά ζευγάρια να κάνουν περιπάτους, γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά, ένα μεθυσμένο που προσπαθεί να βρει το βήμα του, ένα περιθωριακό να καπνίζει άφιλτρα τσιγάρα , ένα κορίτσι που κρέμεται απ΄το μπράτσο του αγαπημένου της, κόσμος συνωστισμένος στις επιθυμίες του, βουτηγμένος ως το κόκκαλο στα πάθη του, κόσμος βουερός που κρατούσε την ανάσα του όταν μια νεκρική περνούσε πομπή διακόπτοντας την ροή των γεγονότων και επιβεβαιώνοντας το εφήμερο των έργων του.
Ωστόσο τη φορά εκείνη διαισθάνθηκα την γνώριμη σε μένα σκιά που ολόκληρη με όριζε και που στη μορφή της αναγνώριζα την Ματαιότητα, βουβή και συντετριμμένη ν΄ανοίγει την πόρτα και να πηγαίνει βιαστική να ενταφιάσει τη δική της ατυχή ιστορία.
~ ~ ~ ~ ~
Γιατί η άγνοια να μας εγκαταλείπει πάντα τελευταία, γιατί να μην καταλάβουμε νωρίτερα πως όλοι οι δρόμοι που δίψασε η ψυχή ξεκινάνε και καταλήγουν πάλι μέσα μας, δρόμοι που άλλοτε μας προκαλούσαν και άλλοτε μας μέμφονταν κι εμείς πιο δειλοί απ΄τους δειλούς που στο πρώτο βήμα τα πόδια μας έτρεμαν λες και προχωρούσαμε πάνω σε κινούμενη άμμο, πιο αδύναμοι απ΄ τους αδύναμους, ανίκανοι να αναμετρηθούμε με τον προαιώνιο που μας δυνάστευε εχθρό και που δεν ήταν άλλος από τον εαυτό που οικτίραμε.
~ ~ ~ ~ ~
Έχω τόσα να μάθω Αλέξανδρε και άλλα τόσα να σου διηγηθώ, για πράγματα απλά που μέχρι χθες θεωρούσα αμετάκλητα και που μου αποκάλυπταν τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες κι αν με δεις με τις ώρες να κοιτάζω τον ουρανό έχοντας ένα αόριστο μειδίαμα στο πρόσωπό μου δεν είναι γιατί απέκτησα ανέλπιστα το προνόμιο του παράφρονα αλλά γιατί τις πιο μύχιες σκέψεις μου αυτός τις ήξερε καλύτερα χαρίζοντας μου έτσι μια παράξενη ευδαιμονία που αγάπησα περισσότερο απ΄ όλα τώρα που το βίωμα της κάθε στιγμής ήταν από μόνο του η σημαντικότερη εμπειρία.

Άλλωστε αρκεί μοναχά να το πιστέψεις, λίγο να κάνεις ν΄ απλώσεις το χέρι σου να πιάσεις μπορείς ένα αστέρι, να το κρύψεις στη τσέπη σου για να το περιεργάζεσαι μόνος σου τα βράδια αφού τ΄αστέρια, τ΄αστέρια για τον ουρανό είναι σώματα αυτόφωτα, μα για τους ζωντανούς τ΄αστέρια βεγγαλικά είναι που σκάνε ξαφνικά μες στα μάτια σου και χύνονται στο άπειρο διεκδικώντας λίγο από το θαύμα του.
~ ~ ~ ~ ~
Γερνάω Αλέξανδρε, μα ευλογημένη και πλήρης διέρχομαι 
απ' την ζωή ετούτη, εγώ που βαπτίστηκα στον πλατύ ποταμό του κόσμου, εγώ που αξιώθηκα την άσβηστη θαλπωρή της μετάνοιας και την αγωνία στη συνείδηση κι αν κάτι ακόμη τελευταίο επιζητώ είναι να φύγω όπως ήρθα, γαλήνια και διαυγής δίχως ν΄αφήσω ίχνη και κανείς να μην με ψάξει.

Ελένη Βαρθάλη
11/2001




Ο μύθος του δέντρου

Το δέντρο του διπλανού χειμώνα
ήταν ένα παράξενο δέντρο
ήταν το δέντρο
που κάποτε μέσα του χιόνισε.
Οι ξυλοκόποι λένε
πως συχνά το άκουγαν να τραγουδά
στις σκαλωσιές τ' ανέμου,
να συνορεύει με τις κορυφές.
Λένε μάλιστα
πως όταν λευκές βάφονταν οι νύχτες
το είδαν και να πετά.
Από τότε ίσως
γεννήθηκε ο μύθος
πως τέτοια παράξενα δέντρα
κατέχουν το πνεύμα των πουλιών
την κατακρήμνιση του πάγου.


Μεταπλάσεις

Φαίνεται ότι συνηθίσαμε στ' άστερο καθρέφτισμα των άλλων
αντιγράφοντας την ακινησία των αγαλμάτων,
τη βολεμένη κατ' ανάγκη σε θολερό ορίζοντα.

Όλα αρχίζουν μες στην αποθέωση της ξοδεμένης θύμησης
καθώς αναμερίζεις το στέρφο χρόνο της παραίτησης
κι η επαφή αποδεικνύεται ελκυστικότερη των προγνώσεων.

Δεν γνωρίζω βεβαιότητα άλλη από εκείνη
που τροφοδοτεί την πρόνοια της αλήθειας.

Άγγελοι υγροί μονάζουν στην κόχη του ματιού μου,
ανάστροφα πετούν στο λασπωμένο σούρουπο.

Το μάκρος της βροχής λειαίνει αργά το μάρμαρο,
την πέτρινη σιγή που έστησε μπροστά σου
ο ανυπότακτος του μηδενός τεχνίτης.

Δεν είσαι άγαλμα εσύ.
Το αρχαίο σου πρόσωπο ξεσκέπασες
ταχυδρομώντας το στη μοίρα του Αλωνάρη.

Ζεύεται χειμώνες πολλούς ο άνθρωπος
για να ξυπνήσει ο πηλός
και ν' αφρατέψει ο κόσμος.


Ήρθες


Ήρθες απ’ τη μουσική του νερού 
ξεκλειδώνοντας όλο το άφατο
κι έλαμψες άχραντο βαθύ.
Ήταν η πίστη των ταπεινών
που μ’ έφερε σε κήπους τρυφερούς
με ψυχή ελεύθερη
να οργώσω το χώμα σου.
Τα φυλλοβόλα άνθισαν μαλλιά,
χέρια καρπώθηκαν
ενός οράματος τη σάρκωση.
Χάρηκα τη γαλουχία των φωτανθών,
το μοίρασμα της ανυπεράσπιστης ευωδίας
και λέω ακόμη
πως ζωντανός είναι πάντοτε
αυτός που στο αιώνιο ρέπει
ημέρα Σάββατο
αναγγέλλοντας το γυρισμό του.



Το εισιτήριο

Διαδρομές σκονισμένες σε ανάμνησης τοπία
και κάπου εκεί εσύ να με κοιτάς
με τη μισή πλευρά του προσώπου σου.
Προσπάθησα να σε προλάβω
μες τον συνωστισμό των σκέψεών μου
κρατώντας στο χέρι ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
Δεν τα κατάφερα.
Έκαψε ο ήλιος το κύτταρο του πόθου μου,
στιγμάτισε το βλέμμα μου η άμμος
της καθημερινότητας
και η επικείμενη συνάντησή μας
χάθηκε απρόσμενα
ανάμεσα σε αφετηρίες και προορισμούς.


Εγώ και η σιωπή

Έχουμε πολύ μιλήσει εγώ και η σιωπή.
Σ’ αυτό το βαθύ πηγάδι,
που νυχτώνουν λευκά πουλιά
ραμφίζοντας την ερήμωση,
την ακούω κι ακούγομαι καλύτερα,
ίσως γιατί
γειτνιάζει με το περίβλημα ενός κόσμου
πέρα απ' το ορατό,
εκεί όπου επικονιάζονται οι λέξεις και τα πράγματα
συνθέτοντας το μέσα φέγγος
όταν η ζωή
μας λησμονεί και μας στερεύει,
χωρίς να μας στεγνώνει.

Μια μέρα θα μεγαλώσουμε σ’ έναν κόσμο
στεφανωμένο με ηλιοτρόπια,
που μπορεί ν' αγγίζεται
και να μιλιέται.
Μισό δευτερόλεπτο μετά...
ένα σύμπαν παραπέρα...
όταν θα ’χουμε με μία κραυγή τελειώσει
κι εγώ και η σιωπή.


Εξήμέρωση

Η φωνή μου
διαθέτει κοιτάσματα σιωπής,
πολύ ουρανό
και γκρεμό που μ΄ ανέβηκε στο στόμα.

Υπήρξα υποτελής των λέξεων
μέσα σε ασχημάτιστα ποιήματα,
σε χαρακώματα μνήμης
τραυλίζοντας – τις γενναίες μου- προσηλώσεις
τους μάταιούς μου εξιλασμούς.

Δεν τέλειωσα μαζί σου ουρανέ
κι έχω ακόμη να σου ταχυδρομήσω
μια αρμαθιά από χαραυγές,
αντάμα με όσους, ορθοί κι αήττητοι σταθήκαν
– σε πείσμα των καιρών και των κατακλυσμών τους-

Ίσως επιζήσαμε, μοναχά για να συναντηθούμε.
Μελετήσαμε την ανατομία του εύθραυστου
την ζωή μας αιμοδοτώντας με αθανασίας ιάματα.

Βεβαίως και θα μας λοιδορήσουν για την ονειροπλασία.

Η φωνή μου όμως ετούτη, όψιμα
γυρίζει σε σώμα,
χαίρεται την αειφορία των μικρών μου ανοίξεων.
Απόκριση είναι, εγερτήρια και πανηγυρική
φέρνοντας το συνειδητό μου στίγμα
στο φωτεινό εκείνο ύψος
που τελειώνει η αγριότητα
κι αρχίζει ο άνθρωπος.



Το ποτάμι

Ταξιδεύεις με νέες αποσκευές
κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τις αποφράδες μέρες.

Πίσω σε ακολουθεί το ποτάμι 
βυθίζοντας τους σάπιους κορμούς των δέντρων
και την ερήμωση του τοπίου.

Σε εξουθένωσε
η αγκύλωση της συμβιβασμένης ζωής,
οι προσυμφωνημένες απαιτήσεις
που νάρκωναν τις σάρκες σου.

Η υπεροχή της ψευδαίσθησης
σφετεριζόταν το χρόνο σου
μέχρι το απρόσωπο είδωλο
να συνάξει την πείρα της πτώσης.

Φτάνεις στο εύκρατο περίσσιο
με έκτακτες ανταποκρίσεις,
λίγο πιο κοντά στα αδύνατα,
λίγο μακρύτερα από τα οριστικά,
δυο κόσμοι σε απόκλιση•
ο ένας από πάντα γεννημένος, ονειροβάμων κι αφανής,
ο άλλος καταρρακωμένος στην αυτοτέλειά του.

Ανάμεσά τους εσύ να ρέεις και το ποτάμι.



Δύο ορκοδοσίες και μια κατηγορία.


Ορκίζομαι στη βροχή
πως κι ο Θεός μαρτύρησε
για να ’χουν τόπο κι ανασαιμιά τα σύννεφα.

Μάρτυς μου ο Άνθρωπος
που ζώστηκε το θάνατο
για να ανατείλει άστρο.

Κανένα ελαφρυντικό για μένα
που ακόμη δε βρήκα το κουράγιο
όσους ανεπαίσθητα
εντός μου εκχωρήθηκαν
να τους καταδικάσω. 

..........................................

Την Ελένη Βαρθάλη την θεωρώ ως σοβαρή και στιβαρή ποιήτρια.
Την ίδια γνώμη φαίνεται έχουν και άλλοι...

Ας προσθέσω αυτό το βίντεο στην παρακαταθήκη της.





Δεν υπάρχουν σχόλια: