Από πολεμίστρια στον Γράμμο συμφοιτήτρια του Tαρκόφσκι!
Η Μαρία Φέρλα Μπέικου γεννήθηκε στην Ιστιαία της Εύβοιας το 1925 και έφυγε απ' τη ζωή στις 28 Μάρτη 2011 στα 85 της χρόνια.
Το 1940 ο πόλεμος, τη βρήκε μαθήτρια στην Ε΄ τάξη Γυμνασίου. Από το γυμνάσιο ακόμη συμμετείχε στην Εθνική Αλληλεγγύη. Η πρώτη της αντιστασιακή πράξη ήταν να στεφανώσει, μαζί με τους συμμαθητές της, το ηρώο στην πλατεία του χωριού, στις 25 Μαρτίου του 1942. Μπαίνει στην ΕΠΟΝμε τη δημιουργία της και, παράλληλα με το σχολείο, μαζεύει υλικό για τους αντάρτες και μιλάει στα χωριά καλώντας τους πολίτες να στηρίξουν την Αντίσταση.
Τελειώνοντας το σχολείο, ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Ιατρική. Φτάνοντας στην πρωτεύουσα, όμως, ανακαλύπτει ότι ο αδερφός της, (Γ. Φέρλας ο οποίος είχε προηγηθεί για την εγγραφή της), έχει συλληφθεί από τις δυνάμεις κατοχής και ότι βρισκόταν στις φυλακές Χατζηκώστα. Στο Χημείο, όπου οργανωνόταν η αντίσταση, συναντά τον σύνδεσμό της, Λεωνίδα Κύρκο και ξεκινά τις προσπάθειες να τον απελευθερώσει. Τελικά, οι γνωριμίες και τα δώρα του πατέρα της επιτυγχάνουν το σκοπό. Την μέρα που ο αδερφός της βγαίνει από τα κρατητήρια, η Μαρία Φέρλα πέφτει άρρωστη και ο πατέρας της αποφασίζει να διακόψει τις σπουδές της και να επιστρέψει στην Εύβοια.
«Όμως εγώ δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Ο εχθρός παρέμενε εχθρός και ήθελα να τον πολεμήσω με το όπλο στο χέρι», τονίζει. Έτσι, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, πηγαίνει στο Καρπενήσι (1944) και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αγώνα μέσα από την πρώτη μάχιμη διμοιρία των ΕΠΟΝιτισσών της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Η διμοιρία είχε στρατιωτικό διοικητή την Γεωργία Παληγιαννοπούλου-Καλίννου και καπετάνισσα την Μαρία Φέρλα αξιωματικό απόφοιτο της Σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ. Εκεί εντάχθηκαν οι πρώτες Ρουμελιώτισσες αντάρτισσες Μένη Παπαηλιού (Θύελλα), Κούλα Ντάνου και αργότερα η Αικατερίνη Αργυροπούλου (Ειρήνη).
Κύριο καθήκον της διμοιρίας των ΕΠΟΝιτισσών ήταν η εξασφάλιση προμηθειών για τους αντάρτες και η εμψύχωση του λαού. Ξανά, γυρνάει στα χωριά και με τραγούδια, σκετς και ομιλίες προσπαθεί να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την επιβίωση του αντάρτικου ενώ, ταυτόχρονα, λαμβάνει μέρος στις μάχες με τους κατακτητές. Πολιτικός καθοδηγητής της ομάδας είναι ο δημοσιογράφος Γεωργούλας Μπέικος, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τη τήρηση και τη διάδοση των σκοπών της οργάνωσης στους αντάρτες και στον πληθυσμό του χώρου δράσης.
Το φθινόπωρο του 1944, η Μαρία Φέρλα με τις συντρόφισσές της, παρελαύνουν στην απελευθερωμένη από τον ΕΛΑΣ Λαμία. Ξεσπάνε τα Δεκεμβριανά, η απαράδεκτη για τα συμφέροντα του κινήματος«Συμφωνίας της Βάρκιζας» και η παράδοση των όπλων. Η Μαρία Φέρλα παραδίνει το όπλο της. «Το κάναμε με κλάματα. Δεν καταλαβαίναμε γιατί, αφού είχαμε νικήσει. Και ξέραμε ότι τώρα αρχίζουν όλα τα βάσανα».
Τον Νοέμβριο του 1945 παντρεύεται τον Γεωργούλα Μπέικο, η κοινή τους ζωή κράτησε μέχρι τον Απρίλιο του 1946 που συλλαμβάνεται ο Μπέικος. Η ίδια αντιμετωπίζει πολλές κακουχίες, προσβάλλεται από φυματίωση και εν τέλει μπαίνει στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού. Συμμετέχει στη Συνδιάσκεψη της Πανελλήνιας Δημοκρατικής Ενωσης Γυναικών (ΠΔΕΓ) στο Βίτσι, την άνοιξη του 1949, εκπρόσωπος και υπεύθυνη των μαχητριών της ΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ.
Με την υποχώρηση του ΔΣΕ το 1949, μέσω Αλβανίας, πηγαίνει στη Σοβιετική Ένωση κι εργάζεται ως εκφωνήτρια του ελληνόφωνου σταθμού της Μόσχας (1952), ενώ παράλληλα σπουδάζει στη Σχολή Κινηματογραφίας και μαζί με τον συμφοιτητή και φίλο της Αντρέι Ταρκόφσκι γυρίζουν την πρώτη τους ταινία για την πτυχιακή τους εργασία. Εντωμεταξύ ο άντρας της καταδικάζεται σε ισόβια και ο αδερφός της βρίσκεται ήδη στην εξορία.
Τον Γεωργούλα Μπέικο τον ξανασυναντά το 1961, που έχει καταφέρει να φτάσει στη Μόσχα με διαπίστευση της «Αυγής», μετά από 16 χρόνια χωρισμού.
Το 1975, με τη Μεταπολίτευση, η Μαρία Μπέικου επιστρέφει στην Ελλάδα. Μετά από 25 χρόνια χωρίς ιθαγένεια και έξι μήνες ταλαιπωριών με το ελληνικό σύστημα, παίρνει το ελληνικό διαβατήριο και γυρνάει στη Μόσχα για να μάθει ότι ο άντρας της έχει πεθάνει. Ελεγε: «Ήταν ασύλληπτο. Δεν μου το είπαν μέχρι που έφτασα σπίτι. Να μεταφέρω την τέφρα του στα χέρια μου, σαν την Ηλέκτρα. Δεν ήθελα να ζήσω».
Θα επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά το θάνατο του συζύγου της στη Μόσχα, και θα εργαστεί ως μεταφράστρια στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, στην εφημερίδα Έθνος, ενώ ταυτόχρονα εργάστηκε για τη μετάκληση σημαντικών σοβιετικών καλλιτεχνών στην Ελλάδα.
Σε συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη για την εφημερίδα Αυγή είπε:
Για τον ΕΛΑΣ και τον ΔΣΕ
"Στον ΕΛΑΣ η επιθυμία μου ήταν να παλέψω για να φύγει ο εχθρός από τη χώρα μου, κι αυτό ήθελα να το κάνω με κάθε τρόπο. Βιώνοντας την κατάσταση της κατοχής στην Αθήνα με τα πρησμένα παιδάκια, τους θανάτους την πείνα και τη δυστυχία, ήθελα να παλέψω τον εχθρό με το όπλο στο χέρι. Εδώ ήταν επίθεση. Ύστερα απ’ αυτά που ακολούθησαν μετά την απελευθέρωση αντί εμείς που ήμασταν νικητές να δούμε την πατρίδα μας όπως την ονειρευτήκαμε και παλέψαμε αντίθετα βρεθήκαμε κυνηγημένοι κι εγώ προσωπικά με τον άντρα μου στη φυλακή και τον αδελφό μου εξορία, κινδύνευα από στιγμή σε στιγμή να με συλλάβουν. Γι’ αυτό ύστερα και από την επιμονή του Γεωργούλα και του αδελφού μου, και με φυματίωση και στους δύο πνεύμονες, υποχρεώθηκα να βγω στο βουνό. Για να αμυνθώ. Για μένα είναι πολύ καθαρά τα πράγματα την πρώτη φορά ήταν επίθεση τη δεύτερη άμυνα".
Για τον Αρη
"Εμείς τον Αρη τον βλέπαμε σαν ήρωα. Γιατί ξέραμε ότι από εκείνον ξεκίνησε η επίθεση κατά των Γερμανών και δημιουργήθηκε ο ΕΛΑΣ. Για μένα ο ΕΛΑΣ ήταν ένας από τους καλύτερους στρατούς αντίστασης. Εμείς απελευθερωθήκαμε μόνοι μας. Ο Άρης ήταν η κεφαλή".
Για τον "εμφύλιο"
"Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Δεν είναι θέμα σωστού ή λάθους, δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Για μένα ο ΕΛΑΣ ήταν επίθεση ενάντια στον εχθρό που εισέβαλε σπίτι μου. Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν άμυνα, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Οι φυλακές, γεμάτες, οι εξορίες, γεμάτες, ο άντρας μου στο κελί των μελλοθανάτων έξι μήνες. Τι να κάναμε;".
Για τον Πωλ Ελυάρ που έγραψε στο Ατομικό της Βιβλιάριο Αξιωματικού:
"Στη Μαρία που πρόσφερε την ομορφιά της στους δρόμους του πολέμου".
"Πρώτον δεν είμαι όπως ήμουν τότε, όταν αντάμωσα τον μεγάλο αυτό ποιητή, που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε. Το μόνο που μου έκανε εντύπωση ήταν το τρίχρωμο στυλό με το οποίο μου έγραψε αυτή τη φράση και τα τρία του χρώματα διατηρούνται ακόμα στο βιβλιάριό μου αναλλοίωτα. Μου φαίνεται ότι ο πρώτος στίχος που λέει ο Παλαμάς τα λέει όλα. Τι είναι πατρίδα; Ας πάρουμε επιτέλους αυτή τη χώρα, που είναι ένα διαμάντι, στα χέρια μας και ας την αλλάξουμε".
Και η ευχή της για τα νέα παιδιά.
"Να μάθουν καλά την ιστορία της χώρας μας και να αντιστέκονται".
Πηγή:


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου