Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτέχνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτέχνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Γραμμένη-Ελένη Πουρνή ( - ) Ιστορικός, Αρχαιολόγος, Λογοτέχνης, Ποιήτρια - Χαλκίδα


 

Βιογραφικό

Η Γραμμένη-Ελένη Πουρνή γεννήθηκε στην Χαλκίδα. Είναι υποψήφια διδάκτωρ παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ. Είναι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος πάνω στη λογοτεχνία και το παιδικό βιβλίο από το Παιδαγωγικό Τμήμα του ΕΚΠΑ. Έχει λάβει μέρος σε πανελλήνια και διεθνή συνέδρια. Κείμενά της για την παιδική και την λογοτεχνία ενηλίκων, καθώς και διηγήματα, έχουν δημοσιευτεί κατά διαστήματα σε ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστοσελίδες (Οροπέδιο, Νέα Ευθύνη, Fractal, Ο Αναγνώστης, Με ανοιχτά βιβλία, Περί Ου, Στάχτες) . Έχει εργαστεί ως ιδιωτική εκπαιδευτικός. Τον Φεβρουάριο του 2022 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Οι άκανθες των αιώνων από τις εκδόσεις Δρόμων.


Επιλογή 5 ποιημάτων από τη συλλογή «Σικελική άμυνα και άλλα ποιήματα»:

Σικελική άμυνα

Άνοιξε το παιχνίδι με λευκό στο έψιλον 4, γκρανμαίτρ της ολιστικής παραίσθησης,
που δεν θα είχε πολλές επιλογές μόνο να παραλλάξει με μαύρο στο γάμα 5!
Ίσως αν τον έπνιγε η Μεσόγειος ολόγυρα, με τα κύματα αρυτίδωτα σαν να τα είχαν
καλογυαλίσει με λάδι μηχανής, θα δοξαζόταν πριν το επονείδιστο πρώτο ρουά ματ
στην κορυφή του Μπουρζ Χαλίφα.
Η πιθανότητα του πατ δεν λογαριαζόταν. Οι βασιλιάδες έπεφταν νεκροί στη
φθαρμένη επιφάνεια του ζατρικίου της σκακιέρας.
Η Σικελία δεν ανταλλασσόταν με την αναμαλλιάρα φωτόσφαιρα του Ντουμπάι.
Αλλιώς να παραχωρήσουν οι φύλακες την γνώση.

Ανήκεστος βλάβη

Ο γαλάζιος ουρανός, η λιακάδα, η άνοιξη λίγο μάς προετοίμαζαν για την επερχόμενη βλάβη.
Ήταν αλήθεια. Είχαμε περπατήσει ανάμεσα στα ωριμασμένα στάχυα και κόψαμε λουλούδια από τα άγρια παρτέρια πλέκοντας στεφάνια με τα δάκρυα των αγρών.
Βλέπαμε ο ένας τον άλλο να στέκεται αντικριστά, με την απόλυτη βεβαιότητα της αυτοεκπληρούμενης ευτυχίας να αναδύεται εντός μας με την σιγουριά της αναπνοής.
Είχαν κατακτηθεί οι κορυφές. Δεν χρειάζονταν νέα σχέδια με εναλλακτικά μονοπάτια.
Πάσχουμε από την ανήκεστο βλάβη της αγάπης.

Εκ του συστάδην

Έτσι ονειρευόσουν να βρισκόμαστε.
Εκ του συστάδην.
Σ’ αντίθετα προσκέφαλα τ’ ακροδάχτυλά μας ίσα που ν’ ακουμπούν.
Τα κορμιά να πέφτουν στα πατώματα όχι στο στρώμα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος θα παραπεμφθεί για κακοδικία.
Και η ετυμηγορία είναι πάντα μία: ισόβια δεσμά.
Σε λυπάμαι που δεν θα την υποστείς.

Ο θάνατος της πόλης

Στη λεωφόρο οι δρόμοι γυάλινοι πλάι σε είδωλα μεσιτικών γραφείων.
Αν κάποτε παραμόνευαν στα τουριστικά πρακτορεία και τα γραφεία μεταναστεύσεως,
τα σημάδια του θανάτου κρύβονται πια στις ψευδοροφές, σε studios και μουχλιασμένα δυάρια.
Η πόλη πέθανε. Εγώ, όμως, κρατώ στα χέρια μου την τούφα από την κόμη του ουρανού.

Continuum

Οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα σε βγάλουν από μέσα μου με σφυρί και καλέμι
σαν αμμωνίτη φυλακισμένο στο βράχο, απολίθωμα-φυλακτό.
Γεφύρια που γκρεμίζονται και ξαναστήνονται, νησιά που χάνονται κι επιπλέουν,
η αέναη λάμψη του ήλιου δεν σ’ έσβησε.
Παραμένεις στίγμα, αβύθιστο σημάδι στο πέλαγο.
Και τότε θα ‘ρθω να σε κατοικήσω.


Μία προσέγγιση...


Σικελική άμυνα
Έχει ευρηματική αφετηρία και εντυπωσιακή πνευματική ενέργεια. Το σκάκι, η Μεσόγειος, το Ντουμπάι, το Μπουρζ Χαλίφα και η «ολιστική παραίσθηση» συνθέτουν ένα πεδίο σχεδόν γεωπολιτικό και μεταφυσικό μαζί. Το ποίημα έχει τόλμη και προσωπικότητα.

Ανήκεστος βλάβη
Η γλώσσα αναπνέει φυσικά, η εικόνα είναι διαυγής και η συναισθηματική διαδρομή πειστική. Η αντίθεση ανάμεσα στην ανοιξιάτικη πληρότητα και στην επερχόμενη ρήξη λειτουργεί πολύ καλά. Ο τελευταίος στίχος είναι δυνατός και μένει. Έχει τη μορφή συμπεράσματος που δεν είναι απλώς ρητορικό αλλά υπαρξιακό.


Εκ του συστάδην
Σύντομο, κοφτερό, ειρωνικό και πικρό. Έχει πολύ καλή δραματουργική οικονομία. Ο ερωτικός τόνος μετατρέπεται σχεδόν σε δικανικό λεξιλόγιο, και αυτό του δίνει ιδιοτυπία. Ο τελευταίος στίχος, «Σε λυπάμαι που δεν θα την υποστείς», είναι εξαιρετικά επιθετικός και εύστοχος· αφήνει ένα δηλητηριώδες ίχνος. Πολύ πετυχημένο μικρό ποίημα.

Ο θάνατος της πόλης
Έχει δύναμη εποχής. Με λίγες γραμμές χτίζει μια αστική νεκρολογία. Οι εικόνες των μεσιτικών γραφείων, των studios και των μουχλιασμένων δυαριών αποτυπώνουν παρακμή χωρίς περιττές εξηγήσεις. Ο τελευταίος στίχος είναι ωραίος και λυρικά αντισταθμιστικός: ενώ η πόλη πεθαίνει, το ποιητικό υποκείμενο κρατά κάτι από τον ουρανό. Το πιο άμεσα κοινωνικό ποίημα του συνόλου.

Continuum
Έχει διάρκεια, στοχαστική ηρεμία και μια όμορφη αίσθηση μεταχρονικότητας. Η εικόνα των μελλοντικών αρχαιολόγων είναι ισχυρή και η μεταφορά του αμμωνίτη εξαιρετική. Το ποίημα πετυχαίνει να μιλήσει για μνήμη, αγάπη και επιβίωση του αισθήματος μέσα στον χρόνο χωρίς μελοδραματισμό. Το τέλος, «θα ’ρθω να σε κατοικήσω», είναι ήσυχο αλλά βαθύ.



Ευελπιστώ και για περισσότερο υλικό από την ποιήτρια. Εντυπωσιακή! 
Γιώργος Βουτσής.












Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Γιάννης Αναστασόπουλος (1932- ) : Λογοτέχνης - Χαλκίδα

Γιάννης Αναστασόπουλος (1932-  ) : Λογοτέχνης - Χαλκίδα
Γιάννης Αναστασόπουλος (1932-  )
Λογοτέχνης - Χαλκίδα

Γιάννης Αναστασόπουλος (1932-  ) : Λογοτέχνης - Χαλκίδα


Δεν υπάρχει καμία πληροφορία για τον ποιητή στην Ανθολογία του
Κ. Δημόπουλου " Οι ποιητές της Εύβοιας"
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο ανακάλυψα ένα βιβλίο με τίτλο:
" Ώρες Αγάπης" - 1971 Ιδιωτική έκδοση  και συγγραφέα τον Γιάννη Αναστασόπουλο. Ως θέμα του βιβλίου είναι " Έλληνες Ποιητές, Συγγραφείς από τη Χαλκίδα" Η αναφορά σε Χαλκιδαίους ποιητές κατοχυρώνει οτι πρόκειται για τον Γιάννη Αναστασόπουλο της Ανθολογίας.


Υπάρχουν όμως από τα τέλη του '50 και αρχές '60 μια σειρά γραπτών του λογοτέχνη
που φιλοξενήθηκαν στο περιοδικό "Ευβοϊκός Λόγος" 
Σας τα παρουσιάζω, όλα, 
pdf 
.



Τα παρακάτω τρία ποιήματα
από την Ανθολογία του Κ. Δημόπουλου
"Οι ποιητές της Εύθοιας": 1984

ΕΥΒΟΙΚΟΣ

Τούτ᾿ ἡ στερνή, γαλάζια Θάλασσα
 Θέ μου πόσο δικιά μου εἶναι! 
Βάρκες, κουπιά, ξάρτια, πανιά 
λευκά θαλασσοπούλια. 
θρύλοι χαμένων ἐποχῶν. 
Πίκρα φαρμάκι ὁ μισεμός 
ὁ γυρισμός χαρές τραγούδια. 
Τὴ μέρα δίχτυα πετονιές 
τὸ βράδυ πυροφάνι! 
καὶ στὸ στενὸ τοῦ Ἔγριπου 
νὰ σεργιανάει τὸ ρέμα αἰώνια!

Ἔπλασα μὲ τὴ φαντασία μου 
τὴ φτερωτή τη σμίλη 
τὴν ὅρια ομορφιά του 
καὶ πῆρα φύκια ἀπ᾿ τὸ γιαλό 
Καὶ μὲ στιμόνι τὴ καρδιὰ 
ὕφαινα τὴ μορφή του 
μὲ φόντο τὸν ὁρίζοντα 
ποὺ τὸν πυρώνει ὁ ἥλιος 
Καὶ βάφει μὲ αἷμα τὸ νερό. 
Καὶ πυρπολεῖ τὸ νέφος. 
Καὶ σμίγει μὲ τὰ σήμαντρα 
Καὶ τοὺς ἑσπερινούς! 
Τούτ' ἡ στερνή, γαλάζια Θάλασσα 
Θέ μου πόσο δικιά μου εἶναι!

ΓΕΥΣΗ

Καὶ νἄμουν, λέει, λούλουδο 
ποὺ σκάει καὶ ἀνθίζει 
στὸ χρυσοφίλημα
ἑνὸς εὐλογημένου ἥλιου. 
Πουλάκι, λέει, νᾶμουνα 
στὸ σύρμα κάποιου στύλου 
ἀκροπατώντας ξέγνιαστο
ή
ἕνα ζούζουνο μικρό, 
μιὰ πεταλούδα πὲς 
ἐφήμερη μιὰ ὕπαρξη 
καὶ
μιᾶς ἀγάπης χτύπος! 
Τὸ μάτι νᾶμουν τ' ἀγαθὸ 
πρόθυμο τὴν ψυχή 
κάποιου ληστὴ 
στὸ βάθος νὰ κοιτάξη 
ἀκόμα καὶ τὸ σπλαχνικό 
νᾶμουν ἐκεῖνο χέρι 
ποὺ κάποιο ὀρφανὸ θὰ ἔβγαζε 
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴν ἐρημιά του....
Ω! Ναὶ
καὶ νᾶμουν, λέει, κάτι 
ἀπὸ αὐτὰ
ή
κι ὅλα μαζεμένα 
πόσο κακό θὰ ἤτανε 
γιὰ μένανε α ὐ τ ό !
Θὰ μοῦ στεροῦσαν, 
βλέπεις, τὴ χαρά 
ποὺ ἔνιωσε κάποιος Χριστός 
ὅταν τὸν φίλησε γλυκά 
στο στόμα ἕνας Ἰούδας.

ΕΙΡΗΝΙΚΟ

Νάτανε, λέει, ὁ κόσμος ὅλος
μιὰ πόλη
χωρὶς ἀνθρώπους
μόνον καρδιές
νὰ περπατοῦσαν στοὺς δρόμους της
Νάτανε κι ἕνα σήμαντρο
μιᾶς ἄλλης ἐκκλησιᾶς
κι ένας γαλάζιος ἄγγελος
νὰ σήμαινε
τὶς ώρες τῆς ἀγάπης!
 
᾿Αδελφέ μου.
μ' ὅποιο χρώμα κι ἂν γράφεσαι
στη νύχτα ετούτη του πολέμου
βγὲς ἀπ᾿ τὸ χαράκωμά σου
κι ἔλα νὰ μαζέψουμε λουλούδια.
Χρόνια τώρα
σπέρνουμε σφαίρες
μὰ καμιά τους δὲν ἄνθισε.
Χθές σκότωσα
τὸν ἀδελφό σου,
σήμερα τὸ παιδί μου
κοιτάζει τὸν οὐρανὸ
στὸν ἴσκιο ἑνὸς σταυροῦ,
κι ἐσὺ ἀκόμα διστάζεις
 μά,
ποτέ σου δὲν μὲ ἀγάπησες!


                                   (ἀπὸ τὴν ποιητική συλλογή «ώρες ἀγάπης»).


Οδοιπορικό στη Στενή του 1963-64
Από το λογοτέχνη Γιάννη Αναστασόπουλο
Ο Γιάννης Αναστασόπουλος, είχε επισκεφθεί τη Στενή το 1963 και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στο Πανευβοϊκό Βήμα εκείνη την εποχή πριν 54 χρόνια.


Το ξενοδοχείο  "ΔΙΡΦΥΣ"
του Χρήστου Καρλατήρα το 1965
             
Ότι στα χωριά μας φυσά άνεμος προόδου και δημιουργίας δε χωρά συζήτηση. Πριν από λίγα ακόμη χρόνια το χωριό είχε, στη γλώσσα των μεγαλουπόλεων, μια μειωτική σημασία, σαν μια μετριότητα πάνω στην ποιότητα της ζωής, του πνεύματος και των αγαθών.
Και η εντύπωση αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει εφόσον στα κέντρα συγκεντρώνονταν το μεγαλύτερο μέρος προσοχής και δυνάμεων μια και –εκεί-οι ευκαιρίες προόδου ήταν περισσότερες παρά στο χωριό.
Στα χρόνια μας όμως, έχει σχεδόν ξεφτίσει αυτή η εντύπωση περί χωριού. Το ξάπλωμα της συγκοινωνίας, τα μέσα επικοινωνίας (ράδιο, εφημερίδες, κινηματογράφος) έχουν αντικαταστήσει τη μακρόχρονη αυτή εντύπωση των μεγαλουπόλεων και το βασικότερο, έσβησαν από τη σκέψη των ανθρώπων του χωριού  το αίσθημα της μετριότητας. Με δυο λόγια δηλαδή τα χωριά μας ξύπνησαν για καλά.

Το ξενοδοχείο  "ΔΙΡΦΥΣ"
του Χρήστου Καρλατήρα το 1965
Γι αυτό τους όμως το ξύπνημα δώσαν τα χέρια κι εργάστηκαν ακούραστα για χρόνια, δύο μεγάλοι εργάτες του τόπου μας. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού και η Ελληνική Περιηγητική Λέσχη. Θαρρείς κι έχουν ο καθένας τους από μια μαγική βέργα κι ότι αγγίξουν αποκτά αξία, γίνεται σπουδαίο, διεκδικεί!
Μοιάζουν δηλαδή -οι δυο τους-μ΄ ένα μεγάλο φυσερό που το δουλεύουν χέρια Θεού και που φυσά για ανέμους προόδου, εξέλιξη, δημιουργία και αγάπη για τον πάσα τόπο. Κάθε χωριό που το φυσούν τέτοιοι αγέρηδες ξυπνά προς το φως, σκιρτάει από δημιουργική επιθυμία και αρχίζει να γεννοβολάει πλούσια αγαθά.
Οι δυο παραπάνω εργάτες δεν ζητάνε καμιά αμοιβή για τα κόπια τους. Ανθρώπους ζητούν που να θέλουν να μεταλάβουν απ΄ το πνεύμα τους, καρδιές που να χτυπούν για κάθε τι γύρωθέ τους που παρουσιάζει ενδιαφέρον. Στ΄ αλήθεια μια παράξενη συμπλεγμένη Θεότητα είναι ο ΕΟΤ και η ΕΠΛ. Μια Θεότητα που χτίζει από μονάχη τους Ναούς της και γίνεται η ίδια προσκυνητής τους. Τα τάματά της είναι πάντα πλούσια και ωφέλιμα. Κι είναι καλότυχοι οι τόποι που φιλοξενούν τέτοια Θεότητα.
Τι ήταν η Στενή πριν λίγα χρόνια; Ένα χωριό μ΄όλη τη σημασία που του δίνει η πρωτεύουσα.
Έφτασαν όμως μερικοί χωριανοί της για να τη βγάλουν από την άγνοια στο φως. Άνθρωποι που ταξίδεψαν, σπούδασαν, ζήσαν μακριά της, μετάλαβαν από το πνεύμα του Θεού-Τουρισμού, απόχτησαν την τουριστική συνείδηση σαν κάτι ακριβό και ρίχτηκαν σ΄έναν αγώνα που ΄χει τέρμα του το διώξιμο του τοπικιστικού πνεύματος και αντί αυτού τη φιλοξενία και προβολή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της και την τουριστική της ανάπτυξη.
Με τέτοια «υλικά» κατόρθωσαν να θεμελιώσουν μια σπουδαία εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον.
Από τη στήλη αυτή περπατήσαμε κάποτε στη γραφική καταπράσινη Στενή, χαρήκαμε τις ομορφιές της, τα δροσερά τρεχούμενα νερά της, τα παχύσκιωτα δέντρα της. Καθίσαμε στα πέτρινα παγκάκια του «Στατόρι» πούχτισε ο Γιατρός κ. Νικόλαος Παπαγεωργίου, δροσιστήκαμε από την πηγή του Δάσκαλου κ. Δημητρίου Γιαννούκου, ανάψαμε κερί στο νεόχτιστο Άγιο Κηρύκο -προσφορά στο χωριό από τους αδελφούς ιατρούς κ.κ. Παπακωνσταντίνου-γλεντήσαμε στη σκιερή πλατωσιά με την κρυοπηγή πούχτισε ο Δικηγόρος κ. Οδυσσέας. Παλαιολόγος.
Καθώς όμως γυρνούσαμε στο χωριό – θα θυμούνται οι αναγνώστες του «Π.Β»- πέσαμε πάνω στα θεμέλια του ξενοδοχείου πούχτιζε ο Γιατρός κ. Βασίλης Καρλατήρας. Και τότε μιλήσαμε για τη σπουδαιότητα  αυτού του κτιρίου, μα σήμερα θα σταθούμε περισσότερο μια και τελείωσε το χτίσιμό του.
Είναι δύσκολο να βρεθεί άνθρωπος που να μη θαυμάζει τον τόπο του και να μη βρίσκει πως παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι ομορφιά. Ο θαυμασμός αυτός – πού ΄χει τη ρίζα του βαθιά στο αίσθημα της αγάπης για τον τόπο της καταγωγής του – κίνησε, έσπρωξε τον κ. Καρλατήρα να μιμηθεί τους άλλος συντοπίτες του και να γίνει κι αυτός με τη σειρά του ένας παράγων προόδου και δημιουργίας για το χωριό του.
Με το ξενοδοχείο που έχτισε ο κ. Καρλατήρας, αιμοδότησε αποφασιστικά κι αποτελεσματικά τη συνολική προσπάθεια των χωριανών του. Να πάρει δηλαδή η Στενή μια αξιόλογη θέση στο τουριστικό ενδιαφέρον.
Το σχέδιο του ξενοδοχείου έγινε σύμφωνα με το πνεύμα και τις ανάγκες της εποχής μας. Η γραφικότητα κι η ομορφιά του δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τα άλλα των μεγαλουπόλεών μας ακόμα και του εξωτερικού, χτισμένο στην κατάλληλη θέση με φόντο ένα αληθινά Ελβετικό τοπίο, η ζωγραφιά του φαντάζει όμοια διαμαντόπετρα πάνω στο δαχτυλίδι της Πάνω Στενής.
Το ξενοδοχείο «Η ΔΙΡΦΥΣ» έχει ένα ισόγειο κι έναν όροφο. Έχει είκοσι μοντέρνα κρεβάτια-καριόλες με ρουχισμό της μεγάλης εταιρείας «Πειραϊκή-Πατραϊκή». Κάθε κρεβάτι έχει το δικό του κομοδίνο, πρίζα, πορτατίφ και κουδούνι υπηρεσίας. Κάθε υπνοδωμάτιο έχει τα δικά του καθίσματα όλα μοντέρνα σε στυλ Αμερικάνικο και καμωμένα από φορμάικα. Ντουλάπες ασφαλείς και κομψές. Οι βρύσες τρέχουν σ΄όλα τα δωμάτια γάργαρες νυχτοήμερα.
Το κάθε δωμάτιο φωτίζουν δύο παράθυρα με γραφικότατη θέα έξω τους. Λουτρά-ντους με κρύα-ζεστά νερά λειτουργούν με αυτόματα ηλεκτρικά μηχανήματα SPIRAL. Καλοριφέρ παντού. Τα δάπεδα του ορόφου πετσωμένα παρκέ αστράφτουν παστρικά. Άσπρα μωσαϊκά στολίζουν τη σάλα και το ισόγειο. Το ξενοδοχείο έχει δικά του φωτιστικά και ψυκτικά μηχανήματα.
Το λαμπρό αυτό απόκτημα για τη Στενή έχει πλούσιο χώρο, γείρω του δε πολλά «αντερείσματα» ειδικά για παρκάρισμα αυτοκινήτων, παιχνίδια βόλεϊ κλπ.
Πάνω από 80 τριανταφυλλιές και διακοσμητικά άνθη φυτεύτηκαν για να πετάξουν μπόι και να συμπληρώσουν το στόλισμά του.
Μηχανικοί κι εργολάβοι μελέτησαν κι έφτιαξαν καθετί που ν΄αρέσει στον ξένο επισκέπτη.
Γρήγορα θα προστεθεί και ένα σύγχρονο μπαρ-εστιατόριο.
Η θέση του ξενοδοχείου «Η ΔΙΡΦΥΣ» είναι τέτοια ώστε ο πελάτης του θά΄χει αριστερά του την περήφανη Δίρφυ με χαμηλά της το καστανοδάσος με το βαθύ πράσινο χρώμα του χάρμα στα μάτια, μπροστά του το ρέμα να τρέχει καθάριο, διάφανο κι αντίκρυ του το χωριό πρόθυμο να τον σεργιανίσει στις ομορφιές του.
Η μοναδική αυτή εκδήλωση ιδιωτικής πρωτοβουλίας ας βρει μιμητές και σ΄αλλα χωριά. Από όλους μας πρέπει να προβληθεί και να υποστηριχθεί.
Δε φτάνουν μονάχα τα συγχαρητήρια.

Γιάννης Αναστασόπουλος

Ακριβής μεταφορά από το blog Λαογραφικά της Στενής


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Γεώργιος Παπαχατζής (1905-1991): Νομικός, Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου, Λογοτέχνης - Χαλκίδα



Βιογραφία
Σπούδασε Νομική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και του απονεμήθηκε Διδακτορικό Δίπλωμα το 1932. Ο Γεώργιος Παπαχατζής ήταν τακτικός Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, από το 1943 εώς το 1967 όταν και απομακρύνθηκε από τη Χούντα των Συνταγματαρχών. Ήταν ανάμεσα στους επιφανείς Έλληνες Ακαδημαϊκούς της πρώτης περιόδου του Παντείου Πανεπιστημίου, αμέσως μετά την ίδρυσή του το 1927, που συνέβαλαν στο πρόγραμμα σπουδών της Σχολής, στην οποία διετέλεσε και Πρύτανης από το 1964 ως το 1965.
Το 1929, εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά την ίδρυση του θεσμού, ερχόμενος δεύτερος σε σειρά μετά τον Καθηγητή Μιχαήλ Στασινόπουλο στις εξετάσεις εισαγωγής, από περίπου 120 υποψηφιότητες για τις δέκα προκηρυχθείσες θέσεις Εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας,όπου και ανέλαβε Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος (1963-1968) και Αντιπρόεδρος το 1969.
Διετέλεσε Γραμματέας της Πρώτης Ελληνικής Διοίκησης Δωδεκανήσου το 1947. Ήταν επίτιμος Αντιπρόεδρος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

Συγγράμματα:
Ο Γεώργιος Παπαχατζής εξέδωσε εργασίες κυρίως στα πεδία των Κοινωνικών & Ανθρωπιστικών Επιστημών και Διοικητικού Δικαίου.
Ανάμεσα στις εκδόσεις του είναι και το ημερολόγιο του Πάουλ Αμαντέους Ντήναχ (γερμανικά: Paul Amadeus Dienach) αρχικά το 1973 και αργότερα το 1979 υπό τον τίτλο «Η Κοιλάδα των Ρόδων» καθώς και διάφορες μελέτες πάνω σε αυτό.



Μαρία Ι. Πάτσαλη : Λογοτέχνης - Χαλκίδα

,



Για να διαβάσετε την ανάρτηση πατήστε τον σύνδεσμο παρακάτω...





Για να διαβάσετε την ανάρτηση πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο








Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Θεοδόσης Σ. Δασκαλόπουλος (1920- ): Λογοτέχνης, Δικηγόρος-Κων/λη,Χαλκίδα


Θεοδόσης Σ. Δασκαλόπουλος (1920-  ): Λογοτέχνης, Δικηγόρος-Κων/λη,Χαλκίδα
Θεοδόσης Σ. Δασκαλόπουλος (1920-  )
Λογοτέχνης, Δικηγόρος
Κων/λη,Χαλκίδα


Θεοδόσης Σ. Δασκαλόπουλος (1920-  ): Λογοτέχνης, Δικηγόρος-Κων/λη,Χαλκίδα
.  .  .
 Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1920 –. Λογοτέχνης. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σταδιοδρόμησε αρχικά ως δικηγόρος και στη συνέχεια ως τραπεζικός υπάλληλος. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Διετέλεσε διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ευβοϊκός Λόγος και είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Συνεργασίες του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Φιλολογική Πρωτοχρονιά, Έρευνα, Αιολικά Γράμματα κ.ά. Έργα του είναι: Δράμα μέσα στον Παρθενώνα (1939), Σταγόνες αίματος (1951), Κορμιά στα θεμέλια (1955), Ώρες μάχης (1981), Γεννηθήτω άνθρωπος (1985), Βικτόρ Ουγκώ (1988), Ο εκ Ταϋγέτου Ταΰγετος, Νικηφόρος Βρεττάκος (1993), Ποίηση και πολιτική (1995), Ποίηση και πολιτική (1996, μέρος β Ά), Μαξίμ Γκόρκι (1997) κ.ά.

Ευβοϊκός Λόγος-Τεύχος 1 Μάρτης 1958 





"Ευβοϊκός Λόγος" Τεύχος 74-76 Απρίλιος - Ιούνιος 1964

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ
Ευβοϊκός Λόγος: Τεύχος 37-39 Μάρτιος Μάιος 1961 

Κάθε νέο ἐπιστημονικό ἐπίτευγμα ἐνισχύει την ἐντύπωση ὅτι ἡ γῆ μας εἶναι μικρὴ καὶ φέρνει ψυχολογικά πλησιέστερα τοὺς ἀνθρώπους ἀπ' ὅλα τὰ πλάτη καὶ τὰ μήκη της. Μ' αὐτὸ τὸ συναίσθημα μποροῦμε νὰ μιλᾶμε ἀπ' αὐτὴν ἐδῶ τὴν ἡρωϊκὴν καὶ βασανισμένη ὅσο καὶ πανέμορφη γωνιὰ τοῦ κόσμου γιὰ γενικά προβλήματα παίρνον τας ἀφορμὴ ἀπὸ παγκόσμια ἀνθρώπινα σύμβολα.
Μέσα στην πανανθρώπινη Ιστορία ξεχωρίζουν άτομα ποὺ πάνω ἀπ' τὴν ὅποια ἀκτινοβολία ἢ ἐπιροὴ στὸν περίγυρό τους, ἐκφράζουν τὴν ἐποχή τους, τοὺς πόθους μαζῶν ἢ εἶναι δημιουργήματα τῶν κοινωνικῶν καὶ ἐθνικῶν συνθηκών μέσα στα πλαίσια τῶν ὁποίων κινοῦνται.
Στη μαύρη ἤπειρο ο Πατρίς Λουμούμπα Έπεσε για μια πίστη.
Στὸ τελευταῖο γράμμα πρὸς τὴ γυναίκα του έγραφε ανάμεσα στ' άλλα: «Κανένα βασανιστήριον, κανέν μαρτύριον δὲν ἐστάθη ἱκανὸν νὰ μὲ λυγίση ώστε να ζητήσω έλεος διότι προτιμώ να μὲ σφάξουν παρὰ νὰ χάσω τὴ πίστη μου εἰς τὰ πεπρωμένα τῆς πατρίδας καὶ νὰ ζήσω ποδοπατῶν ἱερὰς πεποιθήσεις» («Νέα» 21-2-61). Ο ή γέτης τοῦ ἀπελευθερωτικού κινήματος του Κογκό μέσα στὴν ἀνθρώπινη Ιστορία εἶναι ἡ δύναμη τῆς πίστης.
Στὴν ᾿Αγγλία ὁ φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσσελ ἠγήθηκε μιᾶς πορείας ἐναντίον τῶν πυρηνικών όπλων καὶ δὲν παύει σε κάθε κρίσιμη ώρα νὰ ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τῆς καταστροφής τοῦ ἀνθρώπινου γένους σ' ένα καινούργιο πόλεμο. Ο γηραιός ἡγέτης ἀποτελεῖ τὴ συνείδηση τοῦ πνεύματος. Ὁ ἀστροναύτης Γιούρι Γκαγκάριν, ὁ πρῶτος κατακτητής τοῦ διαστήματος, εἶναι ἕνα σύμβολο τῆς ἀξίας τῆς ἐπι στημονικής γνώσης. Οι δυνάμεις αὐτὲς προωθοῦν τὴν ἱστορία, εἶναι τὸ καλὸ μέσα στη ροή τοῦ κόσμου.
Τις δυνάμεις αὐτὲς ἀντιμάχεται τὸ κακὸ στην όποια μορφή του. Μπρὸς στὴν παγκόσμια συνείδηση στέκεται υπόδικος ὁ ᾿Αδόλφος ῎Αίχμαν. Εἰναι τὸ ἀπαίσιο όργανο ἑνὸς ἀπάνθρωπου καιθεστώτος, μιᾶς βαρβαρότητας φρικαλέας που σαρώθηκε χάρις στὴν ἀντίσταση τῶν Λαών.
Καὶ σήμερα ὑπάρχουν δυνάμεις κατεχόμενες άπὸ τὴν νοοτροπία κατατυράννησης ψυχολογικής καὶ σωματικῆς τῶν ἀνθρώπων που τους θυσιάζουν στὴν ὠμότητα συμφερόντων-δυνάμεις καταδικαστέες καὶ καταδικασμένες. Καὶ ὅμως ἡ ζωή τοῦ καταδυναστευόμενου ἀνθρώπου εἶναι ἀνεπανάληπτη καὶ τοῦ ἀνήκει. «Άνω σχώμεν»... τὴν ἐποχὴ τούτη τῶν θαυμάτων. ᾿Αλλὰ κάτω ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ γίνει τὸ θαῦμα τῆς ἀνύψωσης. "Αν θὰ ἔρθει ἐκείνη ἡ ὥρα να γνωρίσει τ᾿ ἄστρα ὁ ἄνθρωπος θὰ πρέπει νὰ εἶναι νικήτριες οι δυνάμεις τοῦ Καλοῦ στην μάχη τους με τις δυνάμεις τοῦ Κακοῦ, θὰ πρέπει να γίνει καλύτερος, ὀμορφότερος ὁ κόσμος μας. Να συνδεθεῖ μὲ τὸν ἄγνωστο κόσμο ἀπαλλαγμένος ἀπ' τὸ αἴσχος τῆς ἀπανθρωπίας καὶ τὸ μαρτύριο τῆς ἀγωνίας.








Πάνος Σαμαράς (1915-1971) : Λογοτέχνης, Μυθιστοριογράφος - Χαλκίδα



Ο Πάνος Σαμαράς γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1915. Έγινε δάσκαλος το 1935 και από τότε ασχολείται με την εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Χαρακώματα μιας Ζωής», πεζά τραγούδια, 1933, «Στον άγνωστο Δρόμο», μυθιστόρημα, 1934, «Στρόβιλος», μυθιστόρημα, 1936, «Στους Τροπικούς», μυθιστόρημα, 1940, «Η κόρη του Μυλωνά», διηγήματα, 1948, «Χιονοθύελλα», μυθιστόρημα, 1950, «Απόβροχα», ποιήματα, 1951, «Νύχτα», μυθιστόρημα, 1952, «Ο Άρχοντας», δράμα, 1954, «Το χαμένο Λιβάδι», μυθιστόρημα, 1955. Το θεατρικό «Ο Άρχοντας», παρουσιάστηκε το 1956 από τη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. «Το Διάσελο», μυθιστόρημα, 1964 και «Νιφοβόλι», ποιήματα, 1965. Πέθανε το 1971.



          ΝΥΧΤΑ

    Την ώρα που άρχισε ν’ απλώνει το σούρουπο, πήγα στο μικρό καφενείο. Περίμενα ως δέκα λεπτά της ώρας. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και πονούσε.
 Ήρθε. Κι ήταν όπως όταν έρχεται η άνοιξη. Χαιρετισθήκαμε και κοιταχτήκαμε κατάματα. Δεν τόλμησα τίποτα να του πω. Με κατείχε ένας αόριστος φόβος για ό,τι είχε τόσο αβίαστα και φυσικά συντελεστεί κάτω απ’ τα γεγονότα των ημερών. Ο Αντρέας ίσως να δίσταζε, ίσως φοβόταν μη με λυπήσει. Γιατί να μιλούμε; Ήμαστε κι οι δυο τόσο βέβαιοι, πως δεν θα λέγαμε άλλο από τρικυμίες, χαλάσματα, δάκρυα και πάλι δάκρυα.
Περπατήσαμε σιωπηλοί. Η ανάμνηση από στιγμή σε στιγμή, έτσι που περπατούσα στο πλευρό τ’ αδερφού μου κι έτσι που το σούρουπο έσβηνε τους λερωμένους δρόμους, πλημμύρισε την ψυχή μου. Όχι, αυτό δεν το ήθελα. Θα πονούσα κατοπινά πιο πολύ. Ωστόσο, η ανάμνηση, μ’ έζωνε σφιχτά σαν πλοκάμια πλεγμένα με αρώματα.
 Ήταν εκεί πάνω, στη Θράκη.
Οι χρυσές ώρες που κύλησα τραγουδώντας. Τώρα θυμόμουν καλά. Ήμασταν μικροί. Γυρίζαμε απ΄το λιβάδι, εγώ κι ο αδερφός μου. Κάτω από τη μουριά καθόταν ο πατέρας. Καθήσαμε κοντά του και κοιτούσαμε μακριά το πέλαγο, π΄αντανακλούσε τα τελευταία χαμόγελα της ημέρας. Τα πουλιά φτεροκοπούσαν κοντά στις φωλιές τους. Δεν άργησε να πέσει η νύχτα. Το κλάμα του γκιώνη έφτανε ως εκεί. Ο πατέρας μου ανακάτωσε τα μαλλιά και άρχισε να μιλάει. Μιλούσε για τον γκιώνη και τ΄αδέρφια του. Είπε πως τα έχασε. Είπε: «Είναι άσχημο, είναι πολύ άσχημο να χάνει κανένας τους ανθρώπους του. Να χάνει έστω οποιονδήποτε άνθρωπο. Κι ύστερα να κλαίει. Προπάντων μέσα στη νύχτα. Κι η νύχτα να ’ναι όμορφη, όπως απόψε».
Σηκώθηκε. Τον ακολουθήσαμε σπίτι.
Είχα μείνει μπροστά στο παράθυρο πολλήν ώρα. Έβλεπα την αστροσπαρμένη νύχτα, άκουγα το κλάμα του γκιώνη και σκεφτόμουν τα λόγια του πατέρα.
Πέρασε καιρός. Μεγαλώσαμε. Μια μέρα μας πήρε στην άκρη του περιβολιού. Σταθήκαμε κάτω απ’ την πορτοκαλιά. Ο ήλιος είχε ανατείλει. Η μητέρα ακουμπούσε στα κάγκελα του χαγιατιού και μας καμάρωνε. Ο πατέρας σήκωσε το χέρι, την χαιρέτησε και μεις γελάσαμε. Ύστερα μας αγκάλιασε και μας φίλησε στο μέτωπο. Γελάσαμε πιο δυνατά. Το ίδιο έκανε κι η μητέρα απ΄το χαγιάτι, γελούσε δυνατά μαζί μας. Ο πατέρας τότε μας είπε: «Να, οι κρίνοι. Είναι πολύ άσπροι οι κρίνοι… Κρατάτε έτσι την καρδιά σας. Μην αφήσετε να μαυρίσει ποτέ. Μπορεί να θελήσουν άλλοι να σας την γεμίσουν με πίκρα. Στη ζωή δεν είναι όλοι οι άνθρωποι με ξάστερο νου και ψυχή. Φυλάξτε την καρδιά σας κοντά στα πουλιά και στα λουλούδια, κοντά στο λιβάδι. Να, όπως τώρα». Η μητέρα φώναξε απ΄το χαγιάτι: Τι μας έλεγε κι ήταν τόσο σοβαρός ο πατέρας; Κι ο πατέρας της χαμογελούσε. Μας τράβηξε πιο χαμηλά και ξανάπε: «Η ζωή γυρίζει όπως γυρίζουν οι εποχές. Τώρα τα φύλλα αρχίζουν να πέφτουν. Οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν ακόμα να την κάνουν τη ζωή μιαν άνοιξη χωρίς τέλος. Τα φύλλα πέφτουν κάθε φθινόπωρο και την άνοιξη βλασταίνουν νέα. Σαν φύγει η χαρά απ΄την καρδιά είναι δύσκολο να ξανάρθει». Μας έπιασε απ΄τους ώμους και μεις τον κοιτούσαμε σαστισμένοι.
Περπατήσαμε. Η μητέρα μας καμάρωνε απ΄το χαγιάτι. Ύστερα μας άφησε στο χωράφι και τράβηξε για το μελισσομάντρι. Μείναμε μόνοι με τον Αντρέα. Ο Αντρέας άφησε τα μάτια του να απλώσουν στο μήκος του λιβαδιού και ψιθύρισε: «Οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να κάνουν ακόμα τη ζωή τους μιαν άνοιξη χωρίς τέλος». Κι εγώ τον κοίταξα αποχαμένος και ρώτησα: «Γιατί;»
Περπατούσα στο πλευρό του αδερφού μου και χιλιάδες «γιατί» ξεπηδούσαν μπρος μου φωτεινά, ματωμένα. Κάθε τόσο μου ερχόταν να πω στον Αντρέα: «Γιατί;»
Σε μια στιγμή γύρισα απότομα στον αδερφό μου.
-Κι η Μάγδα; τον ρώτησα κι έτρεμα.
 -Η Μάγδα; Έφυγε πριν από μας.
-Έφυγε; Δεν είναι στο λιβάδι μας η Μάγδα;
-Ήρθε εδώ.
-Εδώ;;;
-Την συνάντησα μια μέρα στο δρόμο.
-Εσύ; Την συνάντησες εσύ μες στον δρόμο; Τη Μάγδα;
Κούνησε θετικά το κεφάλι.
Σκόρπισα όπως το νερό πάνω στις πλάκες. Δεν ένιωθα καθόλου καλά. Ζαλιζόμουν και έσβηνα. Κρατήθηκα όσο μπορούσα. Έχωσα τα νύχια μες στις παλάμες μου.
Σε λίγο άκουσα τον αδερφό μου να λεει:
-Έγινες περίεργος. Ο πόλεμος δεν σου ΄βαλε καθόλου μυαλό. Είσαι ένα παιδί. Δεν ξέρω, θαρρώ δεν ζεις εδώ, σ΄αυτήν την πολιτεία, σ΄οποιαδήποτε πολιτεία, τούτες τις μέρες που περνάμε.
Δεν του απάντησα. Χαμήλωσα το κεφάλι και προσπάθησα να επαναλάβω μέσα μου τα λόγια του. Ύστερα δεν σκεφτόμουν τίποτα. Δεν μπορούσα τίποτα να σκεφτώ. Πηγαίναμε.
Ξαφνικά πετάχτηκα μπρος του, τον έπιασα απ΄τους ώμους και τον ρώτησα δυνατά:
-Πού έχεις τη μητέρα, Αντρέα;
-Τη μητέρα;
Χαμογέλασε πικρά, μου κατέβασε ήσυχα τα χέρια απ΄τους ώμους του και ψιθύρισε:
-Τι σταθήκαμε μέσα στο δρόμο; Δεν βλέπεις που νύχτωσε; Αν μας δουν οι γερμανοί, μπορεί να νομίζουν…
Βάδισε και τον ακολούθησα. Τον άκουγα που μιλούσε σιγά και τα λόγια του ήταν σα να΄ρχονται από ένα μακρινό δάσος. Πολλές φορές τον έπιασα απ΄το μπράτσο και τον ρώτησα τρέμοντας:
-Εσύ δεν είσαι, Αντρέα;
-Τι έπαθες πάλι; Έγινες πολύ, πολύ περίεργος.
Και συνέχιζε να μιλάει:
-Την μητέρα δεν πρέπει να την συλλογιζόμαστε, έλεγε. Η απόφαση είναι μεγάλο πράμα. Χρειάζεται να΄χεις καρδιά. Κι εμείς έχουμε καρδιά. Θυμάσαι τον πατέρα; Δεν μας ταιριάζει να λυγάμε όπως οι κλώνοι στο πολύ χιόνι. Όχι, ας πούμε κάτι άλλο. Το ξέρω, η μητέρα είναι ένα χέρι ζεστό κι η Μάγδα δεν είναι μητέρα. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Οι καρδιές μας αντίκρυ στους ανθρώπους αλλάζουν. Και η μητέρα έχει πάντοτε την ίδια καρδιά και την ίδια καλωσύνη. Η Μάγδα δεν μπορεί να είναι όπως η μητέρα. Λοιπόν, χρειάζεται απόφαση. Θες να σου κουβεντιάσω με λεπτομέρειες; Αχ! γινόμαστε ανόητοι. Στο σπίτι, να το βγάλεις από το μυαλό σου, δεν θα΄ρθεις. Τι θα κερδίσεις άλλο από λύπη; Δεν την ξέρεις την λύπη; Μην κοιτάζεις κει κάτω. Τι στάθηκες; Κάποιον τρέχουν να πιάσουν. Στρίψε από δω. Περπάτησε γρήγορα. Έτσι. Λοιπόν; Βέβαια, δεν μπορώ να σου πω ψέματα ούτε μια λέξη. Το μαρτύριο της μητέρας δεν το κρατά άλλο η καρδιά μου. Ο Θεός, που μ΄ ακούει να μιλώ έτσι δα, ας μου το συχωρέσει. Κάνω την προσευχή μου και παρακαλώ: Ν΄ απαλλαχτεί απ’ το μαρτύριο. Οι φωνές, τα μαλλιά της, τα παράλυτα πόδια. Ας με συχωρέσει ο Θεός. Εκείνο το σαστισμένο και αλλοίθωρο βλέμμα, που έρχεται από έναν κόσμο τόσο ξεφτισμένον και τόσο ασυνάρτητον. Σήμερα ήταν ήσυχη. Την άφησα να κοιμάται σαν αγγελούδι. Μια τέτοια ώρα θα σε πάρω μαζί μου. Μα γιατί να σε πάρω; Θα κρατηθείς να την δεις μονάχα και να φύγεις; Μην μου το ορκίζεσαι. Είναι η μάνα που μας γέννησε, που μας μεγάλωσε στα γόνατά της. Σήμερα της έδωσα κι έφαγε. Είχα βρει λίγο βούτυρο φρέσκο. Την ταΐζω σαν τα μικρά παιδιά. Σήμερα της πήγα και λουλούδια. Ήταν για σένα τα λουλούδια. Της τα σκόρπισα στο κρεβάτι, στην αγκαλιά της. Τράβηξα λίγο την κουρτίνα και μπήκε ο ήλιος. Με φώναξε κοντά της και πήγα. Αγκάλιασε το κεφάλι μου, χάιδεψε τα μαλλιά μου και με φίλησε. Δεν τη φοβάμαι τη μητέρα. Γνωριζόμαστε τόσο καλά. Με κοίταξε με χαμόγελο γλυκό και μίλησε σιγανά, όσο ακούστηκε. «Έχει ήλιο έξω, χρυσέ μου, μου είπε. Πότε θα με βγάλεις περίπατο; Βγάλε με περίπατο. Να με πας ως το μικρό ποταμάκι». Δεν θέλω να κλαις, δεν κάνει να κλαις. Χτες βράδυ… Όχι, δεν έγινε τίποτα χτες βράδυ. Δεν πρέπει να το λογαριάζουμε πως ζει η μητέρα. Μη το σκέφτεσαι. Ας μη το σκεφτόμαστε. Ας κουβεντιάσουμε για κάτι άλλο. Να, έχω καλή γειτονιά. Με βοηθούν, όλοι με βοηθούν. Δεν μπαίνει κανένας μες στο δωμάτιο. Μονάχα η κυρά Πολυξένη. Φοβούνται. Όμως δεν πήγε κανένας στην αστυνομία. Δεν θα πάνε ποτέ τους. Αυτό το ξέρω. Με λυπούνται. Τ΄ακούς; Με λυπούνται! Ας τους δίνει ο Θεός ευτυχία. Ξέρεις; Είμαι στο γραφείο ενός φίλου. Παίρνω καμιά υπόθεση πότε πότε. Εσύ είσαι στις κουζίνες; Στις κουζίνες…. Ποιος θα το φανταζόταν πως μπορεί να δουλέψεις σιδεράς; Πρέπει κάτι να βρεις, κάτι να κάνεις. Είναι σκληρές κι άπονες οι μέρες μας. Μα θα περάσουν γρήγορα. Δεν θα περάσουν; Θα καθόμαστε μεθαύριο μαζί και θα τα καταφέρνουμε πιο καλά. Δεν θα πηγαίνεις πια στις κουζίνες. Θα΄ρθω σπίτι σου. Δεν θα μπορέσω να μείνω στο δωμάτιο άλλο, για να σε πάρω μαζί μου. θα μείνουμε στο δικό σου. Θα κάνουμε απ΄την αρχή τη ζωή μας. Ξέρω τι θες να πεις. Πως δεν υπάρχει καμιά αρχή όσο αλωνίζουν τη γη μας, τον αέρα μας και την καρδιά μας οι βάρβαροι. Όμως υπάρχει κάτι σε τούτη τη γη. Υπάρχει κάτι μες στην ψυχή μας που κανένας δεν θα μας το κλέψει ποτέ. Μ΄ακούς; Μη με ρωτάς τίποτα. Δεν στο λέω να με λυπηθείς. Είναι νύχτες, που δεν κλείνω μάτι. Περπατώ όλες τις ώρες στην αυλή, κουκουλωμένος με μια κουβέρτα. Η κυρά Πολυξένη μ΄ακούει. Ξυπνάει τον άντρα της και με φωνάζουν να περάσω στο δωμάτιό τους. Δεν περνώ. Πρέπει ν΄ακούω τη μητέρα, να είμαι κοντά της. Τότε βγαίνει ο άντρας της στην αυλή, μου δίνει τσιγάρο και μου κρατάει λίγο συντροφιά. Τι μπορώ να σου πω απ΄ότι γίνεται μες στο δωμάτιο; Θέλω όλα να σου τα πω. Είσαι ο αδερφός μου και με πιστεύεις. Μα πώς να παραστήσω ότι κάνει, πώς να πω ότι λέει η μητέρα; Όχι, δεν θα΄ρθεις εσύ στο δωμάτιο. Κάνε μονάχα την προσευχή σου. Προσευχήσου μαζί μου για την μητέρα. Να την πάρει ο Θεός μαζί του μιαν ώρα πιο μπροστά, ν΄αναπάψει την ψυχή της, να γαληνέψει για πάντα την καρδιά της. Να την πάρει με την αγάπη του και την αγάπη μας κοντά του. Η χάρη θα΄ρθει γρήγορα. Νόμισα χτες βράδυ. Ξύπνησα την κυρά Πολυξένη. Την πήρα μαζί μου στο δωμάτιο. Μου είπε, πως δεν φοβόταν και πως θα την άλλαζε με τα χέρια της. Όχι, δεν ήταν χτες βράδυ. Όμως η χάρη θα΄ρθεί. Σφίξε την καρδιά σου. Μην τρέμεις. Πάρ΄το απόφαση. Η απόφαση είναι μεγάλο πράμα. Η μητέρα μας δεν υπάρχει. Δεν έχουμε μητέρα. Κατάλαβέ το. Χιλιάδες άνθρωποι είναι που δεν έχουν τους ανθρώπους τους από χτες ως τα σήμερα. Χιλιάδες… Εμείς ζούμε ακόμα. Να, περπατάμε στο δρόμο. Μπορούμε και κουβεντιάζουμε μέσα στη νύχτα. Μην πεις πως ήρθαμε από κάπου, ξέχωρα απ΄τους άλλους ανθρώπους. Δεν ήρθαμε από πουθενά. Δεν είχαμε τίποτα ποτέ. Είμαστε βλαστάρια τούτης της γης, που την πατάει ο εχθρός. Αυτό να συλλογιέσαι. Θα φτιάσουμε με τα χέρια μας μια καινούργια ζωή. Περπατάνε μαζί μας αμέτρητοι άνθρωποι με την ίδια λαχτάρα μέσα στην αγκαλιά τους. Δεν βλέπεις το δρόμο; Κάτι φωτίζει εκεί πέρα, μακριά. Σφίξε τις γροθιές σου. Δεν μπορείς να τις σφίξεις; Να, έτσι. Τώρα σήκωσε το κεφάλι ψηλά και κοίτα. Σε φοβίζει η νύχτα; Κάθε νύχτα περνάει. Κι η αυγή περιμένει ακούραστη να πάρει τη σειρά της. Οι άνθρωποι ξυπνούν με καθαρό πρόσωπο την αυγή και με το κορμί τους ξαλαφρωμένο. Δουλεύουν και χαίρονται. Δεν χαίρονται τούτες τις μέρες; Το βάρος του σκοταδιού τους ατσαλώνει τη δύναμη, να το σηκώσουν ψηλά και να το κυλήσουν στο βυθό του πελάγου. Δος μου το χέρι σου! Έλα, πες το μου δυνατά. Θέλω να τ΄ακούσω καθαρά, πως δεν θα μιλήσουμε πια οι δυο μας για τα παλιά. Θα τ΄αφήσουμε όλα δω, μέσα σε τούτη τη νύχτα.   


Τα κείμενα έχουν ληφθεί από το Σαραντάκος και η φωτογραφία από τα "ΝΕΑ"



Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Θεόφιλος Αιγινήτης (1936 - ) : Ζωγράφος, Γραφίστας, Λογοτέχνης - Χαλκίδα

Θεόφιλος Αιγινήτης (1936 -  ) : Ζωγράφος, Γραφίστας, Λογοτέχνης από Χαλκίδα
Θεόφιλος Αιγινήτης (1936 -  ) 
Ζωγράφος, Γραφίστας, Λογοτέχνης 
Χαλκίδα


Θεόφιλος Αιγινήτης (1936 -  ) : Ζωγράφος, Γραφίστας, Λογοτέχνης από Χαλκίδα.

Το βιογραφικό του (στο δικτυακό του τόπο) και κάποια ζωγραφικά. Θα αναρτηθούν και λογοτεχνικά του έργα... .









Πεζά


Ο προστάτης          
                   
Ανν παρήήλθον οι χρόονοι εκείνοιοιοι...
Όταν κοιτάξω τον καθρέφτη και το πόσο γεμάτο είναι το βιβλιάριο ασθενείας του ΤΕΒΕ, καταλαβαίνω πως το αν, δεν χρειάζεται πλέον.  
Το ότι παρήλθαν είναι γεγονός. 
Το πότε όμως παρήλθον ομολογώ πως δεν το πήρα χαμπάρι. 
Νόμιζα πως το μέλλον είναι μια τεράστια απόσταση που το τέλος της είναι κάτι το πολύ μακρινό καθώς σαν νέος κοίταζα μόνο μπροστά.
Όταν όμως σε κάποιο σημείο της διαδρομής κοίταξα και προς τα πίσω, διαπίστωσα πως το παρελθόν είναι πολύ, μα πάρα πολύ κοντινό. Χθεσινό ! 
Στη διαδρομή όμως επέρχονται φθορές και έτσι εκτός από τον οδοντίατρο, τον οφθαλμίατρο, τον καρδιολόγο, τον γαστρεντερολόγο, τον αιματολόγο, την μικροβιολόγο, χρειάστηκε να πάω και στον ουρολόγο! 
Αυτόν δεν τον υπολόγιζα γιατί πίστευα πως είμαι άτρωτος στο σημείο αυτό και την ειδικότητά του δεν θα την χρειαζόμουν ποτέ.
Έλα μου όμως που αυτή η θεωρητικά άτρωτη απόληξη του σώματός μου άρχισε να με ταλαιπωρεί και να με υποχρεώνει στην τρεχάλα να βρω VC το ταχύτερο για πρόσκαιρη ανακούφιση .  
Βαρέθηκα την τρεχάλα και το ξενύχτι και έτσι θέλοντας και μη βρέθηκα ενώπιον του ουρολόγου και μου λέει στην ψύχρα σκύψε. Ρε γιατρέ το να λες σε ένα άντρα σκύψε δεν είναι τιμητικό γι' αυτόν. 
Για την ουρολογική εξέταση είναι απαραίτητο να σκύψετε μου απαντάει.
Τι να κάνω κι' εγώ, αφού δε γίνεται αλλιώς, έριξα το παντελόνι και τα μούτρα μου κάτω και έσκυψα αφού δε γινόταν να αποφύγω αυτή την ξευτίλα.
Έχετε προστάτη αποφαίνεται εμβριθώς.
Εγώ προστάτη; Τι είμαι εγώ γιατρέ καμιά πουτάνα, για να έχω προστάτη; 
Μου εξήγησε πως ο προστάτης είναι μια πάθηση που παθαίνουν ανυπερθέτως όλοι οι άντρες όταν γεράσουν. Χρειάζεστε χειρουργείο.
Εδώ στο ιατρείο του ουρολόγου διαπίστωσα πως το μακρινό μέλλον έγινε αυτομάτως κοντινό. Γέρασες μου είπε! 
Πόσο κοντινό και πόσο ακόμα μακρινό είναι, κανένας δεν το ξέρει.
Κατάλαβα όμως πως "παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι των ερώτων φαιδρά εποχή", έτσι υπέστειλα το μπαϊράκι μου και τράβηξα μοιραία το δρόμο του πεπρωμένου 
Ήθελα δεν ήθελα, αφού η έρμη η ανάγκη το πρόσταζε και βρέθηκα σε διακεκριμένο  χειρουργό επίκουρο καθηγητή, με σπουδές στα καλλίτερα ευρωπαϊκά ουρολογικά κέντρα και ιδιαίτερα αυτά της Γερμανίας.   
Έχετε άμεση ανάγκη επεμβάσεως γιατί κινδυνεύει η κύστης σας και τα νεφρά σας μου είπε. Για πότε βρέθηκα με καθετήρα και σακουλάκι για τα ούρα κρεμασμένο στο μπατζάκι μου δεν το πήρα χαμπάρι. Αισθάνθηκα σα μελλοθάνατος. 
Ελάτε την Παρασκευή για εισαγωγή στον πρώτο όροφο του "Λαϊκού". 
Με έπιασε τρόμος. Στις ειδήσεις και σε διάφορα ρεπορτάζ στην τηλεόραση έχω ακούσει τα μύρια όσα για τις ελλείψεις και την κακή λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων και πως για να χειρουργηθείς χρειάζεσαι οπωσδήποτε "φακελάκι" ειδ' άλλως πας καλιά σου. 
Επί του θέματος αυτού δεν τόλμησα να κάνω κουβέντα και άφησα το θέμα να τσουλήσει αδιευκρίνιστο.
Χρήμα για ιδιωτικό νοσοκομείο ούτε σκέψη. 
Την Παρασκευή πήρα λοιπόν το βιβλιάριο του πάλαι ποτέ ΤΕΒΕ, τον ιατρικό μου φάκελο για όσα έχω μέχρι τώρα περάσει, τα μπαγάζια μου και βρέθηκα στα εξωτερικά ιατρεία του "Λαϊκού Νοσοκομείου".
Με παρέλαβε ένας βοηθός του επίκουρου καθηγητή και άρχισε ο προεγχειριτικός έλεγχος. Μου πήρε δυο σύριγγες αίμα και με έστειλε να βγάλω ακτινογραφία θώρακος, να πάω στον καρδιολόγο, να πάω στην αναισθησιολόγο η οποία με εξέπληξε με την ευγένειά και την καλοσύνη της , να πάω, να πάω, έχασα το λογαριασμό και δε θυμάμαι που αλλού πήγα. Χαμός. 
Οι διάδρομοι γεμάτοι κόσμο για εισαγωγή, να κρατάνε τα σακουλάκια για τη συλλογή των ούρων, και οι συνοδοί τους φακέλους και τα μπαγάζια.
Οφείλω να ομολογήσω πως υπήρχε μια τάξις και γρήγορη εξυπηρέτηση και έτσι δεν αγανακτούσε κανένας.      
Τελειώσανε οι εξετάσεις χωρίς να ξοδέψω ούτε ένα ευρώ, αλλά αντί για εισαγωγή που εγώ περίμενα να γίνει μου είπαν να επανέλθω την Κυριακή το μεσημέρι.
Πήραμε με τη γυναίκα μου ένα ταξί και φύγαμε το συντομότερο μπας και το μετανιώσουν. Ένοιωσα σα να πήρα αναστολή της αναπόφευκτης εκτελέσεώς μου. 
Είναι περίεργη η ψυχολογία του ασθενούς, που ενώ ξέρει πως δεν πρόκειται να γλυτώσει την επέμβαση που είναι για το καλό του, προσπαθεί να την αποφύγει. 
Την Κυριακή το μεσημέρι που λέτε βρέθηκα μπροστά στο γκισέ του γραφείου της προϊσταμένης, της είπα το όνομά μου, μου φόρεσε ένα βραχιολάκι με όλα τα στοιχεία μου και βρέθηκα στο θάλαμο 342 με άλλους τρείς συγκατοίκους.
Ο εξ ευωνύμων μου ένας τύπος από την Ρωσία που δεν ήξερε γρι από ελληνικά, όλη μέρα δεν έκλεινε το στόμα του με κα να δυο εναλλασσόμενους επισκέπτες που είχε και το νυχτερινό ροχαλητό του έμοιαζε κάτι μεταξύ βρυχηθμού λευκής αρκούδας και ουρλιαχτό λύκου της ασιατικής στέπας. 
Ο εκ δεξιών μου τύπος, ένας βαμμένος Ολυμπιακός που έβγαζε το ψωμί του από ένα μαγαζί που είχε δίπλα στο γήπεδο της Λεωφόρου παριστάνοντας τον Παναθηναϊκό και ακόμα πάρα δίπλα ένας δάσκαλος από την Μυτιλήνη με άσπρη γενειάδα, κάτι μεταξύ Σωκράτη και Αριστοτέλη. Συμπαθητικοί άνθρωποι, περαστικά τους και από δω και πέρα να ναι καλά.    
Οι νοσηλεύτριες και οι νοσηλευτές μπαινοβγαίνουν στο θάλαμο πότε για θερμομέτρηση με κάτι περίεργα θερμόμετρα σαν σεσουάρ, με αυτά σε σημαδεύανε στο κούτελο ή στο λαιμό, αυτά κάνανε ένα μπιπ και μετρούσαν την θερμοκρασία μου, πότε να μοιράσουν μέσα σε φακελάκια τα φάρμακα που έπρεπε να πάρει ο καθένας μας, και πότε να αλλάξουν τους ουροσυλλέκτες. Εγώ ποτέ δεν πάτησα το κουμπί για να καλέσω κάποιον από το νοσηλευτικό προσωπικό γιατί δεν χρειάστηκε. Πάντα κάποιος υπήρχε να μου παρασταθεί.
Γιατροί ερχόντουσαν να προετοιμάσουν τους ασθενείς για το χειρουργείο παίρνοντας το ιστορικό τους, μαζεύοντας και ότι προηγούμενες εξετάσεις είχε ο καθένας μας.      
Το ουρολογικό τμήμα του "Λαϊκού νοσοκομείου" απ' ότι έπεσε στην αντίληψή μου λειτουργούσε άψογα χωρίς ελλείψεις, με πλούσιο φαγητό, που αν του έβαζες στη ζούλα και λίγο αλατάκι και μπόλικο λεμονάκι ήταν πολύ καλλίτερο από αυτά τα αηδιαστικά μαγειρέματα που παρουσιάζουν όλα τα κανάλια της διαπλοκής, να βλέπει και να χορταίνει ο κόσμος μόνο με θέαμα και όχι με ουσία.   
Άρχισε να νυχτώνει κι' εγώ ανάσκελα στο κρεβάτι κοίταζα το ταβάνι χωρίς να σκέφτομαι τίποτα...
Κύριε Αιγινήτη έχετε τον αριθμό 7 στη σειρά των χειρουργείων με πληροφόρησε μια φωνή και εξαφανίστηκε για να εμφανιστή ο δήμιος με ένα πλαστικό μπουκαλάκι στο χέρι. Καλέ μου άνθρωπε που έλεγε κι' ο μακαρίτης ο Βέγγος, τι είναι πάλι αυτό;   
Γυρίστε στο πλάι και θα καταλάβετε. 
Κατάλαβα πως το κλύσμα εδώ το λέγανε ένεμα. 
Έδιωξα την καημένη τη γυναίκα μου να πάει σπίτι να ξεκουραστεί γιατί είχε ξεροσταλιάσει όλη μέρα δίπλα μου. 
Τέλος πάντων αφού υπέστην όλη την προετοιμασία του χειρουργείου, έκλεισα τα μάτια μου περιμένοντας με δέος την αυριανή μέρα.
Πέρασε η ώρα, οι επισκέπτες αραίωσαν, οι τηλεοράσεις του νοσοκομείου, όχι νοικιασμένες, άρχισαν να κλείνουν μία μία και ο Υμηττός αχνοφαινόταν στο βάθος του παραθύρου.
Ο Μορφέας με πήρε στην αγκαλιά του παρέα με ένα ανήσυχο όνειρο γεμάτο αγωνία για το αύριο. 
Μες της νύχτας τη σιγαλιά, να σου ξαφνικά ροχαλίζοντας ο εξ ευωνύμων μου Ρώσος, να εξαπολύει την αγέλη των λύκων και την αρκούδα να ταράξουν τον ύπνο μου. Ο εκ δεξιών μου Ολυμπιακός νόμιζε πως βρισκόταν στο στάδιο Καραϊσκάκη παριστάνοντας το ατμοσίδερο και ο δάσκαλος πιο πέρα εμιμείτο την αγελάδα που έβαλε στη φάρμα που έχει, εκεί κάτω στην ειδυλλιακή Μυτιλήνη.
Κι' εγώ σίγουρα θα ροχάλιζα αλλά δεν μπορώ να σας περιγράψω πώς, γιατί την ώρα που ροχάλιζα κοιμόμουν και δεν άκουγα τίποτα.
Πουρνό πουρνό κατά τις έξι μας ξυπνάει η ευγενική φωνή μιας ξανθιάς καθαρίστριας που μας ευχήθηκε καλή μας μέρα.
Αφού το είπε πως θα είναι καλή η μέρα ας το πάρουμε κι' έτσι. Για να το λέει έτσι θα είναι !
Κατά τις επτά και είκοσι η φωνή της προϊσταμένης παρακαλούσε τους συνοδούς να πάνε στο σαλονάκι.
Επτά και είκοσι πέντε, να σου ο κύριος καθηγητής με τα χέρια πίσω στη μέση, είπε μια ψυχρή καλή μέρα και πίσω του ακολουθούσε το τσούρμο του επιτελείου του και των φοιτητών. 
Ο υπεύθυνος του θαλάμου  κάτι του ψιθύριζε, άκουγε ανέκφραστος και ξανά πάλι τα ίδια στα άλλα τρία κρεββάτια μέχρι που έκλεισαν πίσω την πόρτα και μας άφησαν στην αγωνία μας.
Στις οχτώ η ώρα να σου και ο κύριος επίκουρος καθηγητής που είχε αναλάβει την δική μου επέμβαση και στο διπλανό μου ατμοσίδερο, παρέα με τον βοηθό του.         
Μας είπε κι' αυτός μια καλημέρα που μόλις ακούστηκε. Στάθηκε μπροστά στο κρεββάτι μας, έριξε μια ματιά στο διάγραμμα που ήταν κρεμασμένο στη βάση του κρεββατιού και έκανε να φύγει.   
Έχω ακούσει πως οι χειρουργοί γενικώς έχουν ιππεύσει τον παιδικόν ίππον και νομίζουν πως είναι Θεοί, τώρα όμως το διαπίστωσα και από μόνος μου, πως όσα είχα ακούσει δεν ήταν υπερβολικά και άδικα.
Δεν άντεξα και του είπα: γιατρέ μου εκτός από την καλημέρα που μας είπατε, στα κρεββάτια, εκτός από διαγράμματα υπάρχουν ασθενείς που περιμένουν από εσάς μια καλή κουβέντα να πάρουμε θάρρος, να μας πείτε να μην ανησυχούμε και πως όλα θα πάνε καλά.   
Με κοίταξε επιτιμητικά. Εμείς κύριε Αιγινήτη κάνουμε ιατρική και όχι πολιτική...
Μα γιατρέ μου η ιατρική δεν σας απαγορεύει να δείξετε και λίγη ανθρωπιά...
Μου υπομειδίασε και εξαφανίστηκε μαζί με τον βοηθό του κλείνοντας την πόρτα.  
Τους λείπει η ανθρωπιά, η ζεστασιά να πλησιάσουν τον τρομαγμένο ασθενή τους, να του δώσουν λίγο κουράγιο με ένα καλό λόγο, με ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο για να πάρει κουράγιο στην δοκιμασία που τον περιμένει.
Να του προσφέρουν την ελπίδα πως όλα θα πάνε καλά και να ηρεμίσει.
Ένιωσα σα να βρισκόμουν σε αεροπλάνο και από τα μεγάφωνα ακούγεται η λέξις προσδεθείτε. Υπακούς χωρίς καμιά αντίρρηση και από κει και πέρα η ζωή σου κρέμεται από την ικανότητα του πιλότου.
Κύριε καθηγητά, πέρα από τις ευχαριστίες μου για την άψογη επέμβαση που μου  κάνατε, δεν έχω να σας προσάψω καμιά κατηγορία, όπως φιλοχρηματία, που άπ' ότι ακούω έχουν πολλοί συνάδελφοί σας απαιτώντας φακελάκια.
Για ένα πράγμα μόνο θέλω να σας παρακαλέσω. Δεν πρόκειται να θιγεί το επιστημονικό σας κύρος με το να πείτε ένα παρήγορο λόγο στον ασθενή σας. Δώστε του λίγο κουράγιο πως το ταξίδι της επεμβάσεως θα το κάνετε παρέα, πως θα νοιάζεστε για την θεραπεία του και χαμογελάστε του. 
Η αντίδρασή του όταν σας κοιτάει με ευγνωμοσύνη στα μάτια, θα είναι μια ευχάριστη εμπειρία και πως οι κόποι και οι θυσίες τόσων ετών σε σπουδές για την βοήθεια των συνανθρώπων σας πιάσανε τόπο.   
Τη σκαπούλαρα το ΄71 που έπαθα διάτρηση στομάχου και συνεχίστηκε η ταλαιπωρία μου με αλλαγή βαλβίδας της αορτής, με επέμβαση καταρράκτη και στα δύο μάτια, με ίκτερο και διάνοιξη του χοληδόχου πόρου, εν συνεχεία αφαίρεση χολής με παράλληλη συρραφή σε τρεις κοίλες που είχα και τοποθέτηση πλέγματος, και τώρα με την αφαίρεση του προστάτη.
Ένας γιατρός εκτός νοσοκομείου γύρω στα τριανταπέντε, που είδε το ιστορικό μου, μου είπε. 
Απορώ κύριε Αιγινήτη με τόσα που έχετε περάσει, πως ζείτε!
Τι να του πω τώρα εγώ; Πως το μέλλον είναι πολύ κοντινό, κι' ας φαίνεται πολύ μακρινό δε θα με καταλάβει λόγω ηλικίας.
Στην ηλικία που είμαι δεν έχω και καμιά άλλη επέμβαση να κάνω εκτός αν φάω καμιά τούμπα και σπάσω κανα κόκκαλο.
Αλλά όπως όλοι θα ξέρετε " ο γέρος θα πάει ή από χέσιμο ή από πέσιμο  ".
Άντε και καλή ψυχή. 

2014/12/01

Από μια εκδρομή στο απολιθωμένο δάσος της Κερασιάς.

Στην ονειρεμένη Βόρεια Εύβοια στο δρόμο που περνάει από τον όσιο Δαβίδ και μετά από το μικρό καταρράκτη του Δρυμώνα η διαδρομή συνεχίζεται μέσα από σκιερά πλατάνια.
Καθώς ανηφορίζουμε πρός την Ιστιαία, μου έκανε εντύπωση το πρανές του δρόμου που ήταν από άμμο και στρογγυλά βότσαλα. Αναρωτήθηκα τι γύρευαν άμμος και βότσαλα πάνω στο βουνό! Πρέπει το σημείο αυτό σε κάποια εκατομμύρια χρόνια πριν, να ήταν κοίτη ποταμού και οι πέτρες να στρογγυλέψανε με την τριβή από το νερό που κυλούσε. Ή να ήταν θάλασσα και τα κύματα να δημιούργησαν την άμμο και τα βότσαλα. Μπορούμε να φανταστούμε τι τεράστιες ανακατατάξεις έγιναν στην περιοχή και ο πυθμένας της θάλασσας να βρέθηκε στην κορυφή του βουνού. Δεν θα περιγράψω την ομορφιά του τοπίου και θα πάω κατευθείαν στο μικρό χωριό της Κερασιάς που βρίσκεται στο δρόμου της Αιδηψού πρός Ιστιαία.
Μέσα σε μια καταπράσινη ρεματιά υπήρχε μια μικρή πλατειούλα και ένα μικρό μαγαζί που πούλαγε από καφέδες, αναψυκτικά, ποτά μέχρι και είδη μπακαλικής.
Αυτά που σας περιγράφω συνέβησαν περίπου πριν από είκοσι χρόνια.
Με την παρέα μου καλημερίσαμε τους χωρικούς που συναντήσαμε εκεί και καθίσαμε και μείς να πάρουμε ένα αναψυκτικό γιατί είχε κολλήσει το στόμα μας από την δίψα. Τι να σου κάνει όμως ένα αναψυκτικό μέσα στην Αυγουστιάτικη κάψα και κατεβάσαμε ο καθένας και δυο τρία ποτήρια από το παγωμένο κρυστάλλινο νερό της πηγής. Από ένα φίλο είχα ακούσει κάτι που μέχρι τότε δεν το ήξερα, πως στην Κερασιά υπάρχει απολιθωμένο δάσος. 
Έπιασα την κουβέντα με τους θαμώνες ας πούμε του καφενείου και μου επιβεβαίωσαν την ύπαρξή του και πως τα χωράφια λίγο πιο πάνω είναι γεμάτα με απολιθωμένα κομμάτια ξύλου.
Και πράγματι στον γυρισμό σταμάτησα στα χωράφια όπως μου είχαν πει και δεν δυσκολεύτηκα να βρω αρκετά τέτοια απολιθωμένα ξύλα και μπήκα στον πειρασμό και πήρα ένα για ενθύμιο. (φωτογραφία). Πάντως είναι κρίμα να βρίσκεται αυτός ο θησαυρός πεταμένος και απροστάτευτος στα χωράφια. Όταν γύρισα στην Αθήνα και το έπλυνα από τα χώματα, είδα ένα κομμάτι ξύλου αλλά πολύ βαρύτερο κι’ από πέτρα. Το έδειξα σε ένα φίλο καθηγητή στην έδρα της γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μαζί με κάτι πολύχρωμα βότσαλα που είχα μαζέψει από την παραλία των Ροβιών γιατί μου είχαν κάνει εντύπωση.
Μου είπε λοιπόν πως το απολιθωμένο κομμάτι ξύλου που είχα, είναι περίπου είκοσι εκατομμυρίων χρόνων και τα βότσαλα περίπου διακοσίων εκατομμυρίων χρόνων και έχουν βγει από τα έγκατα της γης. Την Εύβοια και την Βοιωτία τις χωρίζει ο Ευβοϊκός με το στενό του Ευρίπου με τα περίφημα τρελλά νερά του που πάνε έξη ώρες πρός Βορρά και έξη ώρες προς Νότο. Εδώ υπάρχει το πολύ επικίνδυνο ρήγμα της Αταλάντης που δίνει σεισμούς πάνω από 6 ρίχτερ. Οι Διόδωρος Σικελιώτης και ο Θουκυδίδης γράφουν για ένα μεγάλο σεισμό που έγινε το 426 π. Χ όπου καταστράφηκε η πρωτεύουσα των Οπουντίων Λοκρών στην Βοιωτία και σήμερα φαίνονται στην παραλία της Λάρυμνας ογκόλιθοι μέσα στη θάλασσα απομεινάρια της αρχαίας πόλης. Από την μεριά της Εύβοιας βυθίστηκαν στα νερά του Ευβοϊκού αι αρχαίαι Οροβίαι όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης. Ένας ακόμα μεγάλος σεισμός έγινε το 396 π.Χ και ένας ακόμα μεγαλύτερος το 1894. Οι θερμές ιαματικές πηγές της Αιδηψού και των Καμένων Βούρλων οφείλουν την ύπαρξή τους στο ρήγμα της Αταλάντης.
Η Βόρεια Εύβοια είναι φημισμένη για τα ιαματικά λουτρά της Αιδηψού από τα αρχαία χρόνια που και ο Αυτοκράτορας της Ρώμης Σίλλας πήγαινε εκεί για να θεραπεύσει την ποδάγρα από την οποία έπασχε. Υπάρχει και ο θρησκευτικός τουρισμός με το μοναστήρι του οσίου Δαβίδ και στο Προκόπι το λείψανο του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου.
Καθώς διαβάζω στο “Εύβοια TV” γίνεται μια προσπάθεια μέσα από τα προγράμματα της Ουνέσκο να γίνει ένα μουσείο φυσικής ιστορίας που θα γίνει πώλος έλξεως τουριστών μαζί με τα άλλα είδη τουρισμού που προσφέρεται η Εύβοια.




+

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Νίκος Σγούτας (1926- 1997) : Λογοτέχνης, Ποιητής - Χάλια Χαλκίδας




Το βιογραφικό του συγγραφέα παρουσιάζεται προς το τέλος του αφιερώματος του "Ευβοϊκού Ανθολογίου" του Κωστή Δεμερτζή. Υπάρχουν άλλα τρία διηγήματά του που προέρχονται από την "Επιθεώρηση Τέχνης" τα οποία είναι αναρτημένα στο blog. Για να τα διαβάσετε απλά πατήστε στο τέλος αυτής της ανάρτησης το όνομα "Νίκος Σγούτας" και θα εμφανιστούν. Θα ανοίξουν όλα στη συνέχεια.




































 "Ευβοϊκός Λόγος" Τεύχος 74-76 Απρίλιος - Ιούνιος 1964








Πηγή : Επιθεώρηση Τέχνης Τεύχος 118 Οκτώβρης 1964 σελ: 327-330.